Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the municipality was never a party to the original lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The municipality argued the appeal should be accepted, but the court found the municipality had never been a party to the original suit. Consequently, the court held that the municipality lacked standing to appeal the judgment against the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 31/1968; Art. 4 of Law 1539/1938: An entity that was not a party to the original proceedings cannot file an appeal against the judgment rendered in that case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 76/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλεξόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο του, που εδρεύει στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Αλεξίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2145/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1035/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 10-1-2006 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1035/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως....",, του οποίου η ισχύς άρχισε από 2-12-1968 (άρθρ. 7) "αι διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ως αύται ισχύουν εκάστοτε και αι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως διά την προστασία των κτημάτων αυτών....".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε, κατά τους προϊσχύσαντας νόμους".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968. Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον, που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αναφέρει ρητώς στην αγωγή του ότι το επίδικο ανήκε, μέχρι το έτος 1962, στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Δήμου Σταυρούπολης, ότι το έτος αυτό (1962) ο άνω αναιρεσίβλητος του το μεταβίβασε ατύπως και ότι τελικά έγινε αυτός (αναιρεσείων) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πράγματι μη νόμιμη, αφού, από το 1962 μέχρι την 2-12-1968, οπότε το επίδικο κατέστη πλέον ανεπίδεκτο χρησικτησίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν συμπληρώνεται η εικοσαετία νομής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "αφού για τη νομιμότητα της αγωγής αξίωσε διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος ορίζει", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινομένης αιτήσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ διότι αφενός δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα από αυτόν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ) εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και αφετέρου έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα ότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας (μετά τις 2-12-1968), το οποίο, κατ΄ αυτόν (αναιρεσείοντα), αποτελεί ένσταση, μη προταθείσα νομίμως από τον αναιρεσίβλητο Δήμο. Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, όπως, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
ΙΙΙ. Επειδή, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, ότι το Εφετείο έπρεπε, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 2145/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι "ο αναιρεσίβλητος πρωτοδίκως όχι μόνο δεν πρόβαλε αίτημα απορρίψεως της αγωγής, αλλά αντιθέτως ζητά από το δικαστήριο να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ο αναιρεσείων με τις νόμιμες προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας και μόνο μετά την παραδοχή της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο άλλαξε γραμμή πλεύσης και ζήτησε με το αιτητικό της έφεσής του να επανακριθεί η αγωγή και να απορριφθεί στο σύνολό της".
Από την επισκόπηση, όμως, των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προκύπτει ότι αυτός αφενός αρνήθηκε γενικώς την αγωγή και αφετέρου επικαλέσθηκε ειδικώς "την εφαρμογή των διατάξεων του α.ν. 1539/1938, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968" και ζήτησε από το Δικαστήριο "να κρίνει τη βασιμότητα ή μη των λόγων και ισχυρισμών της υπό κρίση αγωγής".
Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς πρωτοδίκως, εδικαιούτο να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και το Εφετείο είχε τη δυνατότητα, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να απορρίψει την αγωγή, είτε κατ΄ ουσία, είτε και ως μη νόμιμη, το οποίο (τελευταίο) και έπραξε.
Επομένως, είναι απορριπτέος και ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
IV. Επειδή, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν εφάρμοσε τον, κατά τη δημοσίευση της αποφάσεώς του, ισχύοντα ν. 3127/2003, και δη τις διατάξεις των περ. 1 και 2 του άρθρου 4 αυτού, κατά τις οποίες "σε ακίνητο, που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως......
ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον σύμφωνα με την περίπτωση β΄...... νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.... σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ, οι διατάξεις δε της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητα εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.".
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν μνημονεύονται σ΄ αυτόν, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφενός η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή της και αφετέρου πότε ακριβώς εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και πότε άρχισε η εφαρμογή του προαναφερομένου νόμου, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της (αγωγής), ως μη νόμιμης, συνιστά ή όχι παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 28/1998).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 29 Ιουλίου 2004, αίτηση του ..... για αναίρεση της 1035/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ