Legislator Case Law & Legislation
76/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling prior judgment bars new claim on same subject matter.

Case Number 76/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, which had rejected the plaintiff's lawsuit. The plaintiff argued that the new suit should be admissible, but the Court held that the previous final judgment constituted res judicata covering the same parties, rights, and historical cause. Consequently, the new claim was deemed inadmissible as it sought to relitigate matters already conclusively decided.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 330 of the Code of Civil Procedure; Res judicata extends to incidental actions and counter-claims that could have been raised but were not, provided they do not rely on an independent right actionable as a main claim.

Keywords

AI generated
res judicata inadmissible claim same subject matter incidental action counter-claim final judgment preclusion

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322(1)(a), 324, 330(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 5706/1988 of the Athens District Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 76 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς θαλάσσης και Αέρος" (Α.Ο.Ο.Α), που εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκολίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουνίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9496/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6750/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26 Φεβρουαρίου 2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 25 Μαρτίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στα άρθρα 321, 322 παρ. 1 εδ. 1 περ. α', 324 και 330 εδ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν και ότι από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και μπορούν να ασκηθούν και με κύρια αγωγή.

Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι το περί δεδικασμένο ως άνω καθεστώς που ισχύει για τις ενστάσεις ισχύει και για τις αντενστάσεις, με συνέπεια το ότι το δεδικασμένο εντείνεται και στις αντενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, χωρίς παράλληλα να ανήκουν σε εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με κύρια αγωγή και δη τέτοια καταψηφιστική ή διαπλαστική, ανεξάρτητα δε από τη δικαιολογική σχέση που κρίθηκε στην αντίστοιχη προηγούμενη δίκη.

Στην προκείμενη περίπτωση από την 5706/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, κατέστη τελεσίδικη (και αμετάκλητη), προκύπτει, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι εκείνο το Δικαστήριο: Ι) επελήφθη: α) της από 14.3.1988 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού, ν.π.δ.δ.

κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, η οποία βάση είχε το ότι με πράξεις των αρμόδιων διοικητικών οργάνων του κράτους, νόμιμα μεταγεγραμμένες, μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα και νομή εδαφική έκταση, προβλεπόμενη στο Π.Δ. 29/5-9/6/1979 ως εντασσόμενη στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο και ανερχόμενη σε 2.040 στρέμματα περίπου, από τον αληθή κύριο και νομέα αυτής (ήτοι το ΤΕΘΑ, ν.π.δ.δ.) στον ενάγοντα και ότι ο εναγόμενος προσέβαλε με διατάραξη την κυριότητα και νομή του ενάγοντος πάνω στην προαναφερόμενη έκταση και με την οποία αγωγή ζητήθηκε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας και νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, β)της αναφερόμενης στην αγωγή καθ' υποφορά και προσβαλλόμενης για την κατάλυση της αγωγής ένστασης, που βάση είχε το ότι ο ενάγων, που είχε γίνει κύριος και νομέας του επιδίκου και γειτονικών αυτού εδαφικών εκτάσεων, απώλεσε (σύμφωνα με τα άρθρα 7 Ν.Δ.

της 17.7/16.8.1923 και 1 Ν.Δ. 690/1948) την κυριότητα και νομή επί του επιδίκου με το που προέβη σε δήλωση βούλησης για επίσπευση της ένταξης του επιδίκου στο ρυμοτομικό σχέδιο της τότε Κοινότητας και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, όπως αυτή η δήλωση βούλησης εκφράστηκε και με την 47362/1978 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικαίωμά του για αποζημίωση εξαιτίας της απώλειας της κυριότητας της νομής του επί του επιδίκου από την ένταξη τούτου στο ρυμοτομικό σχέδιο, και γ) της αναφερόμενης στην αγωγή καθ' υποφορά και προβαλλόμενης για την κατάλυση της ένστασης αντένστασης, που βάση είχε το ότι με την προμνημονευόμενη συμβολαιογραφική πράξη ο ενάγων επιφύλαξε για τον εαυτό του την κυριότητα και νομή επί του επιδίκου σε περίπτωση ακύρωσης του οικείου Π.Δ.

για την ένταξη του επιδίκου στο ρυμοτομικό σχέδιο ή σε περίπτωση ματαίωσης της εν λόγω ένταξης, καθώς και το ότι πράγματι το υπό συζήτηση Π.Δ. ήτοι το Π.Δ. 29/5-9/6/1979 ακυρώθηκε με την 3754/1981 απόφαση του ΣτΕ

ΙΙ). Στη συνέχεια (το ίδιο δικαστήριο) απέρριψε την αντένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχθηκε την ένσταση και, γι' αυτό, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 21.6.1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, κατ' ορθή εκτίμησή της, με αυτήν ιστορήθηκε ότι με πράξεις των αρμόδιων διοικητικών οργάνων του Κράτους, νόμιμα μεταγραμμένες, μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα και νομή εδαφική έκταση, προβλεπόμενη στο Π.Δ. 29/5-9/6/1979 ως εντασσόμενη στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο και ανερχόμενη σε 1.645 στρέμματα, από τον αληθή κύριο και νομέα αυτής, ήτοι το ΤΕΘΑ, ν.π.δ.δ., στον ενάγοντα και ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής αμφισβητούσε την κυριότητα και νομή του ενάγοντος επί της ως άνω έκτασης και έτσι θεμελίωνε το έννομο συμφέρον του ενάγοντος να επιδιώξει τη δικαστική αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων του, ζητήθηκε δε με τη αγωγή να αναγνωριστεί η κυριότητα και νομή του ενάγοντος επί του επιδίκου, το οποίο και αποτελούσε μέρος του επιδίκου που αναφερόταν στην προηγούμενη αγωγή, αναφέρθηκε δε με την αγωγή καθ' υποφορά η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση περί απώλειας της κυριότητας και νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου, η οποία ένσταση ταυτιζόταν με την ένσταση που αναφερόταν στην προηγούμενη αγωγή, όπως επίσης αναφέρθηκαν με την αγωγή καθ' υποφορά δύο αντενστάσεις για την κατάλυση της ένστασης, οι οποίες κοινή μεν κατά ένα μέρος βάση είχαν το ότι το επίδικο αείποτε αποτελούσε δασική έκταση, ξεχωριστή δε, κατά το υπόλοιπο μέρος, βάση είχαν η μεν πρώτη το ότι η του ενάγοντος δήλωση βούλησης για επίσπευση της ένταξης του επιδίκου στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ήταν άκυρη, διότι επέφερε την ανεπίτρεπτη από τα άρθρα 24 και 117 Σ, και μάλιστα, επί κυρώσει ακυρότητας μεταβολή του προορισμού και της χρήσης του επιδίκου, με τη μετατροπή τούτου από δασική έκταση σε κοινής χρήσεως πράγματα, όπως δρόμους, πλατείες κλπ., η δε δεύτερη το ότι η ίδια του ενάγοντος δήλωση βούλησης ήταν άκυρη, διότι επέφερε την κατ' αρχήν ανεπίτρεπτη από το άρθρο 60 του Ν.Δ. 86/1989 "περί Δασικού Κώδικος" και μάλιστα επί κυρώσει ακυρότητας κατάτμηση του επιδίκου, με τη μετατροπή τούτου από ενιαία δασική έκταση σε περισσότερα του ενός κοινής χρήσεως πράγματα, όπως δρόμους, πλατείες κλπ.

Ενόψει του ότι το από την προαναφερόμενη 5706/1988 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών δεδικασμένο καλύπτει τόσον αυτήν την επόμενη αγωγή, αφού το περιεχόμενο αυτής και το περιεχόμενο της προηγούμενης αγωγής αφορούν στα ίδια πρόσωπα των διαδίκων με την ίδια ιδιότητα ενάγοντος και εναγομένου, αντίστοιχα, στα ίδια υπό κρίση δικαιώματα, ήτοι εκείνα της κυριότητας και της νομής στο ίδιο επίδικο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, όσο και στην ένσταση που αναφέρεται καθ' υποφορά σ' αυτήν την αγωγή, αφού η εν λόγω ένσταση προτάθηκε στην προηγούμενη δίκη, όσο και τις δύο αντενστάσεις που αναφέρονται καθ' υποφορά σ' αυτήν την αγωγή, αφού οι εν λόγω αντενστάσεις ναι μεν δεν προτάθηκαν στην προηγούμενη δίκη, μπορούσαν όμως να προταθούν σε εκείνη και δεν ανήκουν στις αντενστάσεις που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με κύρια αγωγή και δη τέτοια καταψηφιστική ή διαπλαστική, ανεξάρτητη δε από τη δικαιολογητική σχέση που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη, με συνέπεια να είναι αυτή η επόμενη αγωγή, καθ' όλο το περιεχόμενό της, απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Όπως προκύπτει δε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα αυτήν την αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου και κατά το υπόλοιπο μέρος, που αφορά στις δύο αντενστάσεις ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αλλιώς ως μη νόμιμη. Ενόψει του ότι το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης κρίνεται, βάσει όλων των προεκτιθεμένων, ως εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ως ορθό, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία, κατ' ορθή εκτίμησή της, με το μοναδικό λόγο της, από τον αριθ. 16 περ.

α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του ότι εκείνο με τηγ αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ύστερα από εσφαλμένη εκτίμηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, ελεγχόμενη από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε μετά παραβίαση του νόμου, την ύπαρξη από την προμνημονευόμενη 5706/1988 τελεσίδικη πρωτοδικειακή απόφαση δεδικασμένο πάνω στην προαναφερόμενη από 21.6.1999 αγωγή, ενώ, κατόπιν ορθής εκτίμησης των ανωτέρω εγγράφων και σύμφωνα με το νόμο δεν υπήρχε από την ως άνω απόφαση τέτοιο δεδικασμένο πάνω σ'αυτήν την αγωγή, εκλαμβανόμενης καθόλου το περιεχόμενό της.

Σημειωτέον, τέλος, ότι δεν τίθεται θέμα αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης μόνο ως προς το εσφαλμένο αιτιολογικό της, αφού δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι υπάρχει, ούτε άλλωστε υπάρχει, έννομο συμφέρον αυτού του διαδίκου για τέτοιου είδους αναίρεση, όπως σχετικά προβλέπεται επίσης από το ίδιο άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικονομίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση του νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος (Α.Ο.Ο.Α.)" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6750/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ τριακοσίων τριάντα (330,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ