Supreme Court allows appeal against death by electrocution, remanding case for retrial due to causal link established.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the first-degree court's judgment regarding a fatal electrocution. The court found that the deceased's attempt to push a friend from a metal pole to save him created a direct causal link to the friend's death, despite the deceased's own injuries. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge, while the appellants were ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 307 of the Penal Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The court established that a voluntary act of assistance to a friend in immediate danger of electrocution, even if resulting in the rescuer's death, does not sever the causal link between the rescuer's actions and the victim's death.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 769/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. (ον. N.) Ε.-Σ. (επ. E. S.) του Α. (A.), 2. Ζ. (ον. Z.) Χ. (επ. H.) του Ε.-Μ. (E.-B.), 3. Α. (ον. A.) Ε.-Σ. (επ. Ε. S.) του Ν. (N.), 4. Θ. (ον. T.) Ε.-Σ. (επ. S.) του Ν. (N.), 5. Μ. (ov. M.) Ε.-Σ. (επ. S.) του Ν. (N.), 6. Φ. (ον. F.) Ε.-Σ. (επ. S.) του Ν. (N.), 7. Ν. (ον. N.) Ε.-Σ. (επ. E.-S.) του Ν. (N.) και 8. Μ. (ον. M.) Ε.-Σ. (επ. E. S.) του Ν. (N.), όλων κατοίκων Ε.-Ν., Υγειονομικού Κέντρου Σ./Ε..-Ν.., Οι 2η, 3ος, 4η, 5η, 6η, 7η και 8ος ατομικά και ως κληρονόμοι του 1ου εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-2-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, είχε δε καταθέσει προτάσεις στις 2-11-2021 και υπόμνημα στις 26-11-2021.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Ε., κατοίκου Χ., 2) Γ. Π. του Χ., κατοίκου Κ. Δ. Π., 3) Ε. Ο. του Ν., κατοίκου Α. Ο. Α. Χ., και 4) Ν. Φ., κατοίκου Χ.. Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξία Ριτζάκη, η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 12-3-2021, οι 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021 ο 3ος είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Π., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις 27-10-2021, τις οποίες είχε υπογράψει και η επίσης πληρεξούσια δικηγόρος του Αντωνία Φουντουλάκη - Μανουσογιαννάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανιών και συνεκδικάσθηκε με την από 16-1-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου και την από 14-3-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2013 μη οριστική, 275/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2020 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ.
Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 372/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του Δικαστήριο.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1380/2023, ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018, 869/2017).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολιπόμενου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, ή η επίσπευση γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστήριο, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα ή τη γραμματεία του Δικαστήριο και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 372/22-11-2023 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστήριο, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως και στους τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους Ε. Ο. και Ν. Φ., αντίστοιχα, (βλ. το από 5-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου στον πληρεξούσιο δικηγόρο του τρίτου αναιρεσίβλητου Ν.
Π. και το από 19-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χ. Μ. Κ. στον ίδιο τον τέταρτο αναιρεσίβλητο) ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (27-2-2024), για την ανασυζήτηση της ένδικης από 3-1-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/9-4-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο στις 23-11-2021, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη -Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστήριο, ως Εισηγήτρια.
Κατά τη νέα αυτή δικάσιμο (27-2-2024) και κατά τη σειρά του οικείου πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης, οι ως άνω τρίτος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν την από το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Πλην όμως, ενόψει του ότι:
α) ο τρίτος αναιρεσίβλητος είχε εκπροσωπηθεί νομίμως κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Π., στον οποίο αυτός είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χ. Χ. Ι. Γ. συζύγου Ι. Μ., να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση τη υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στην αρχική και κάθε μετ' αναβολή δικάσιμο, και η παρούσα συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης, η συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ των αναιρεσειόντων και του τρίτου αναιρεσίβλητου θα γίνει αντιμωλία β) ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε την από το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση, ούτε κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα ούτε κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση.
Επομένως, η συζήτηση ως προς αυτόν θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρ. 62 εδ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006).
Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν θάνατο του διαδίκου επελθόντα μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 542/2021, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1681/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων Ν.
Ε. Σ. του Α. αποβίωσε στις 31 Μαρτίου 2017 (βλ. το με αριθμό 523/677/7-5-2017 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σ. - Τμήμα Οικογένειας-τηςΑιγύπτου,που προσκομίζεται από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες σε επίσημη μετάφραση από την Αιγυπτιακή στην Ελληνική γλώσσα), ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης από 3 Ιανουαρίου 2020 και με αριθμό ...
αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 2020. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αναφορικά με τον πρώτο των αναιρεσειόντων Ν. Ε. Σ. του Α., λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της.
Η εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου των λοιπών αναιρεσειόντων δήλωση κατά την αρχική συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στις 23 Νοεμβρίου 2021, (αφού προηγουμένως γνωστοποίησε στους αναιρεσίβλητους ότι ο πρώτος αναιρεσείων έχει αποβιώσει), ότι οι ίδιοι ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη (βλ.
τα από 23-11-2021 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστήριο), καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος ως άνω δικηγόρος κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση (27-2-2024) εκπροσώπησε τους παριστάμενους αναιρεσείοντες και υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του πρώτου (βλ. τα από 27-2-2024 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστήριο), δεν ασκούν έννομη επιρροή, ούτε καθιστούν έγκυρη την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη, λόγω του προηγηθέντος θανάτου του ως άνω διαδίκου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το Δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1554/2014, ΑΠ 162/1997), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νόμιμα από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του Δικαστήριο ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 45/2020).
Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 46/2022, ΑΠ 45/2020). Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του αρθρ. 553 παρ.1 περ. β ΚΠολΔ με τις διατάξεις των αρθρ. 74, 75 και 76 παρ.1 και 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για κάθε έναν από τους ομοδίκους και συνεπώς για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη, είναι αντίστοιχα ως προς τους ίδιους προσβλητή έκτοτε και με αίτηση αναίρεσης, δηλαδή παρόλο που δεν είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1554/2014, ΑΠ 2022/2006).
Το έννομο συμφέρον εξ άλλου του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ15/2001, ΑΠ1554/2014, ΑΠ162/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (και συνεπώς δυνάμενη να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας) υπ' αριθμ. 58/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατόπιν άσκησης, μεταξύ άλλων εφέσεων και της από 24-3-2016 με αριθμό κατάθ. ...
και αριθμό πρωτ. ... έφεσης, μεταξύ άλλων εναγόντων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και των ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων, απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση, ερήμην του τέταρτου εφεσίβλητου ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου Ν. Φ., κατά της υπ' αριθμ. 275/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χ. (και της συμπροσβληθείσας μη οριστικής υπ' αριθμ. 103/2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου) που είχε κάνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.
Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραπάνω υπ' αριθμ. 58/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης επιδόθηκε στον τέταρτο εφεσίβλητο ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο, που δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσείοντες, όπως δεν προκύπτει, ούτε και επίκληση γίνεται και για το εάν ο ανωτέρω τέταρτος εφεσίβλητος ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης όμοιας ανακοπής, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ένδικου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθίσταται έτσι απαράδεκτη ως προς αυτόν η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Συνεπώς, η τελευταία, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση, εφόσον ο παραπάνω αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στη δίκη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
Στο άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, καθώς και ότι αν η απόφαση είναι ως προς ένα μέρος οριστική, αίτηση αναίρεσης δεν επιτρέπεται ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, προσβλητές με αναίρεση είναι οι οριστικές αποφάσεις, δηλαδή, οι αποφάσεις εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης, απεκδύουσες έτσι το Δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (Ολ.ΑΠ 230/1983).
Συνεπώς, δεν είναι οριστική η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 950/2020), όπως η απόφαση, με την οποία η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1256/2022, ΑΠ 1310/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:
Η δέκατη τρίτη ενάγουσα ήδη έβδομη αναιρεσείουσα Ν. Ε. Σ. του Ν. (N. E. S. του N.) από κοινού με τους ήδη αναιρεσείοντες και άλλους, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, άσκησαν κατά των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων την από 20-6-2009 με αριθμ. καταθ. ... αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χ., με την οποία ζητούσαν να υποχρεθούν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους A.
E. S. του N. (τέκνου και αδελφού) κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα,που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που εκτίθενται στην αγωγή και οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτών. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 103/2013 μη οριστική απόφασή του, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, προκειμένου η δέκατη τρίτη ενάγουσα ήδη έβδομη αναιρεσείουσα Ν.
Ε. Σ. του Ν., καθώς και άλλοι ενάγοντες, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, να συμπληρώσει την ελλείπουσα κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο πληρεξουσιότητα προς τους δικηγόρους Γεώργιο Περράκη και Εμμανουήλ Χαλακατεβάκη, οι οποίοι παραστάθηκαν για λογαριασμό της, χωρίς την επίκληση και προσκομιδή σχετικού προς τούτο πληρεξουσίου μεταφρασμένου στην ελληνική γλώσσα, ενώ στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 275/2015 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς την πιο πάνω δέκατη τρίτη ενάγουσα ήδη έβδομη αναιρεσείουσα και τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων και συγκεκριμένα: Α) της από 24-3-2016 με αριθμό κατάθ. ... και αριθμό πρωτ. ... έφεσης, μεταξύ άλλων εναγόντων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και των ήδη αναιρεσειόντων, Β) της από 29-3-2016 με αριθμό καταθ.... και αριθμό πρωτ. ... έφεσης του τρίτου εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου και Γ) της από 27-3-2016 με αριθμό καταθ. ...
και αριθμό πρωτ. ... έφεσης των δύο πρώτων εναγόμενων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 58/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης (αναιρεσιβαλλόμενη). Το εν λόγω Εφετείο με την ως άνω απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απέρριψε κατ' ουσίαν την υπό στοχείο Α έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις υπό στοιχεία Β και Γ εφέσεις των αντιδίκων τους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 275/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χ.
και τη συμπροσβληθείσα υπ' αριθμ. 103/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστήριο, κράτησε και δίκασε την αγωγή, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, μεταξύ άλλων, και όσον αφορά τη δέκατη τρίτη ενάγουσα ήδη έβδομη αναιρεσείουσα και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, είναι, όσον αφορά την έβδομη αναιρεσείουσα απαράδεκτη και, εντεύθεν, απορριπτέα, διότι η απόφαση αυτή (αναιρεσιβαλλομένη) δεν είναι, όσον αφορά την εν λόγω αναιρεσείουσα οριστική, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και, συνακόλουθα, δεν είναι δεκτική προσβολής με αναίρεση.
Η εν λόγω αναιρεσείουσα δεν πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν προσηκόντως, διότι οι τελευταίοι δεν κατέθεσαν χωριστές προτάσεις και δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπισή της.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των 2ης, 3ου, 4ης, 5ης, 6ης και 8ου αναιρεσειόντων έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Κρήτης στις 24-1-2020 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 9-4-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά το μέρος που αφορά τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους και πρέπει ως προς αυτούς, που συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο με την παρούσα απόφαση ήδη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.
ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 534/2017, ΑΠ 255/2016, ΑΠ 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.Ν. 551/1915 (ΑΠ 723/2022, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 534/2017, ΑΠ80/2016).
Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016).
Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του Π.Δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού" (ΦΕΚ Α 260), καθώς και του Ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα".
Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 78 και 79 του Π.Δ.1073/1981 ορίζουν: Άρθρο 78. "Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυο ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγισις εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία ασχέτως τάσεώς των, β) Αι μεταφοραί, χειρονακτικαί ή μη σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κλπ [....] να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως, γ) εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα, μηχανήματα, γερανοί εκσκαφείς να λαμβάνονται, πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφου έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας.
Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων ασφαλείας αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού (μπούμας), η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών κ.α., δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωσις, διακοπή ρεύματος κ.λπ.) να πραγματοποιείται μόνον υπό ταύτης μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου [....]".
Άρθρο 79: "Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμοδία υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργον και του επιβλέποντος τούτο Μηχανικού.
Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμοδίας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων" (ΑΠ 1188/2018, ΑΠ 1154/2018, ΑΠ 196/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1.
Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομική ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3.
Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. 4. Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό [...]. 7.
Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης". Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω Νόμος προβλέπει: Στο άρθρο 3 για τις υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων, και του εργολάβου, ότι ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και να εφαρμόζει σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος.
Στο άρθρο 4 αναφορικά με τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου: Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι...
και στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2.
Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο αρθρ. 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4.
Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του αρθρ. 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου".
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του Δικαστήριο της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του Δικαστήριο της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1684/2022,ΑΠ1492/2022, ΑΠ 220/2021).
Κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 330 εδ. β' Α.Κ. αμέλεια είναι η παράλειψη καταβολής της προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε να επιδείξει. Για τον προσδιορισμό της αμέλειας το κριτήριο είναι αντικειμενικό και αφηρημένο στηριζόμενο στις δυνατότητες ενός μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου του κύκλου της συγκεκριμένης δραστηριότητας του δράστη.
Η απόκλιση της συμπεριφοράς του δράστη από το μέσο αυτό μέτρο συγκροτεί την έννοια της αμέλειας. Κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η αμέλεια είναι ο χρόνος κατά τον οποίον ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ο δράστης και όχι ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθαν τα αποτελέσματα. Για την συγκρότηση της αμέλειας δεν χρειάζεται η δυνατότητα πρόβλεψης από το δράστη στις λεπτομέρειες όλων των επιζήμιων συνεπειών του παράνομου αποτελέσματος.
Απ' αυτό όμως δεν προκύπτει ότι ο δράστης ευθύνεται και για τις πλέον απώτερες συνέπειες της πράξης του. Ο περιορισμός γίνεται μέσω της προσφορότητας της συνέπειας αυτής, κατά τη θεωρία της πρόσφορης συνάφειας. Με βάση τα προαναφερθέντα, η υποχρέωση προς αποζημίωση δεν εξαρτάται από το εάν η βλαπτική αμελής συμπεριφορά επέφερε τη βλάβη αμέσως ή αυτή επήλθε συνεπεία της συνδρομής και άλλων περιστατικών, εφόσον και τα περιστατικά αυτά κρινόμενα στο πλαίσιο της αιτιώδους συνάφειας οδηγούν αιτιωδώς στο βλαπτικό αποτέλεσμα (ΑΠ 2131/2014).
Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και σε περίπτωση βλάβης τρίτου προσώπου, το οποίο ζημιώθηκε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον η ζημία επήλθε κατά την προσπάθεια αυτοδιακινδύνευσης του τρίτου, για την άρση των συνεπειών από την αδικοπραξία του υπαίτιου, και εφόσον ο προκαλέσας το ατύχημα μπορούσε να προβλέψει κατά την συνήθη και ομαλή πορεία των πραγμάτων την παρεμβολή του τρίτου προσώπου για την σωτηρία κινδυνευόντων, οπότε το πταίσμα του αρχικού προκαλέσαντος το ατύχημα επεκτείνεται και στην προσβολή των εννόμων αγαθών του τρίτου προσώπου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 2131/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (Α.Π. 1546/2014).
Τέλος, κατά το άρθρο 922 Α.Κ. "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).
Για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 Α.Κ.
καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983 προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη.
Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 47/2020, ΑΠ218/2018, ΑΠ 1840/2011).
Συνακόλουθα, η θεμελίωση ευθύνης στο πρόσωπο του κυρίου του έργου-εργοδότη, ως προστήσαντος τον εργολάβο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επάγεται απαλλαγή του εργολάβου από ίδιο αυτού πταίσμα, για το οποίο αυτός παραμένει συνυπεύθυνος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστήριο κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ598/2019, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας όλα τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:" Οι α'και β'εναγόμενοι της κύριας αγωγής Ν. Π. και Γ. Π. [πρώτος και δεύτερος των αναιρεσίβλητων], τυγχάνουν συγκύριοι ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη Χ.
Χ., επί του οποίου το έτος 2017 αποφάσισαν να ανεγείρουν διώροφη οικοδομή με υπόγειο και πυλωτή. Για το σκοπό αυτό ανέθεσαν με προφορική σύμβαση στο γ' εναγόμενο [τρίτο αναιρεσίβλητο], πολιτικό μηχανικό Ε. Ο. την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τη σύνταξη και κατάθεση των απαραίτητων για την πληρότητα του φακέλου της άδειας εγγράφων, δηλαδή τη μελέτη του σχεδίου ασφάλειας και υγείας, καθώς και τη γενική επίβλεψη του έργου, το οποίο θα εκτελούσαν με αυτεπιστασία, δηλαδή με δική τους παρακολούθηση και επίβλεψη, προσλαμβάνοντας το εργατοτεχνικό προσωπικό που θα απασχολούνταν στην οικοδομή και καταβάλλοντας τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές του έργου στο ΙΚΑ [...].
Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης έργου, ο Ε. Ο.ς συνέταξε τα απαραίτητα έγγραφα μεταξύ των οποίων και το από 2.4.08 σχέδιο ασφάλειας και υγείας (ΣΑΥ) και τον υπό ιδία ημερομηνία φάκελο ασφάλειας υγείας (ΦΑΥ), τα οποία κατέθεσε στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, βάσει δε αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμό ... οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Χ..
Την κατασκευή του οπλισμένου σκυροδέματος, οι εργοδότες-α' και β' κυρίως εναγόμενοι-εφεσίβλητοι α' έφεσης, ανέθεσαν με προφορική σύμβαση στον εργολάβο Ν. Φ.-δ'εναγόμενο-εφεσίβλητο [τέταρτο αναιρεσίβλητο]. Πλησίον της νεοανεγειρόμενης οικοδομής, διερχόταν μικτή γραμμή διανομής της ΔΕΗ, δηλαδή ηλεκτροφόρα καλώδια χαμηλής και μέσης τάσης πάνω στους ίδιους στύλους, οι αποστάσεις δε ασφαλείας από αυτό, σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΔΕΗ, ορίζονταν σε λιγότερο από 1,25 μ.
οριζόντια και 2,50 μ. κατακόρυφα για το δίκτυο χαμηλής τάσης και σε λιγότερο από 2,50 μ. οριζόντια και 3 μ. κάθετα για το δίκτυο μέσης τάσης [...]. Συγκεκριμένα, το δίκτυο χαμηλής τάσης απείχε οριζόντια 1,30 μ. από το ακραίο σημείο της πλάκας της οικοδομής, η προβολή του πλησιέστερου αγωγού μέσης τάσης επί της πλάκας της οικοδομής βρισκόταν εντός αυτής και κατά 0,20 μ.
από το ακραίο τμήμα της πλάκας, ο πλησιέστερος αγωγός μέσης τάσης βρισκόταν σε οριζόντια απόσταση 0,88 μ. από τα κατακόρυφα σίδερα των υποστηλωμάτων της οικοδομής και απείχε καθ' ύψος από την πλάκα (οροφή) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου 2,50 μ. στη βόρεια πλευρά και 4,20 μ. στη νότια πλευρά. Επομένως, τηρούνταν οι προβλεπόμενες ελάχιστες αποστάσεις ασφάλειας από το δίκτυο χαμηλής τάσης, όχι όμως και από το δίκτυο μέσης τάσης και, επομένως, η ανέγερση της οικοδομής γινόταν χωρίς να είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς ασφάλειας της ΔΕΗ [...].
Περί τα μέσα Ιουλίου 2008, είχε ολοκληρωθεί η τοποθέτηση της πλάκας (οροφής) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και η κατασκευή του σκελετού με οπλισμένο σκυρόδεμα και είχαν ξεκινήσει οι εργασίες στον ξυλότυπο του δεύτερου πάνω από το ισόγειο και τελευταίου ορόφου της οικοδομής. Τότε ο δ' εναγόμενος-εργολάβος, ανέθεσε με προφορική σύμβαση έργου στον υπεργολάβο τεχνίτη σιδερά M.
L. την τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού στα υποστηλώματα (κολώνες και κολωνοτοιχείο) του δεύτερου ορόφου, που θα γινόταν στις 21.7.2008, ο οποίος, σε εκτέλεση αυτού του έργου, προσέλαβε ως εργάτες τους αιγύπτιους υπηκόους M. A. του G. και της I. και A. E. S. του N.. A. και της Z.. Πράγματι, στις 8.00 π.μ. της συγκεκριμένης ημέρας ξεκίνησαν οι εργασίες.
Στις 11.00 π.μ. ο M. A., ο οποίος είχε αναλάβει την τοποθέτηση σιδήρων στα δυτικά υποστηλώματα, ανασήκωσε σε ύψος 40 εκ. περίπου μία σιδερένια βέργα, μήκους 4,30 μ., από την οριζόντια θέση, προκειμένου να τη δέσει με μία κατακόρυφη βέργα, έχοντας πλάτη στα διερχόμενα, από τη 2η πάροδο Σ. ηλεκτρικά καλώδια της ΔΕΗ. Εξ αιτίας, όμως, της μικρής απόστασης μεταξύ του δικτύου της ΔΕΗ και του δεύτερου ορόφου της οικοδομής, η σιδερένια βέργα ήρθε σε επαφή με το ηλεκτροφόρο καλώδιο μέσης τάσης της ΔΕΗ, με συνέπεια το ηλεκτρικό ρεύμα να διοχετευθεί μέσω της ράβδου στο σώμα του ως άνω εργάτη, το οποίο ανεφλέγη, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου από ηλεκτροπληξία.
Ο A. E. S., οποίος εργαζόταν επίσης την ίδια ώρα στο δεύτερο όροφο της οικοδομής μόλις αντιλήφθηκε ότι ο ομοεθνής και στενός του φίλος M. A. βρισκόταν σε κατάσταση κινδύνου προσέτρεξε να τον βοηθήσει και, αντιδρώντας ακαριαία, τον έσπρωξε, προκειμένου να τον απομακρύνει από τη σιδερένια βέργα, αγγίζοντας με ακάλυπτα χέρια το γυμνό κορμί του M.
A., με συνέπεια το ηλεκτρικό ρεύμα, που διαπερνούσε ήδη το σώμα του τελευταίου, να διοχετευθεί και στο δικό του σώμα και να τραυματιστεί και αυτός θανάσιμα, λόγω ηλεκτροπληξίας. Τα γεγονότα δε αυτά δεν αμφισβητούνται από καμία διάδικη πλευρά. Ο θάνατος του πρώτου εργάτη M. A., οφείλεται στη μη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού, τα οποία συνίσταντο στην ειδοποίηση της ΔΕΗ, στην κατασκευή προστατευτικού σανιδώματος έμπροσθεν των καλωδίων και διακοπή της ηλεκτροδότησης, η παράλειψη των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Αντίθετα, όσον αφορά στον A. E. S., υιό των 7ου και 8ης, αδερφό του 9ου, 10ης, 11ης, 12ης και 14ου [ενν. των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων], ο θάνατος αυτού δε συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε υπαιτιότητα των εναγομένων - εφεσιβλήτων. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η αυθόρμητη κίνηση του θανόντος δεν έγινε στα πλαίσια εκτέλεσης των εργασιακών καθηκόντων του, όπως του πρώτου, καθόσον, μόνη αιτία του δεύτερου θανάτου, αποτελεί η μη ενδεδειγμένη επιλογή του θανόντος να βοηθήσει τον φίλο του M.
A., τον οποίο ακούμπησε με γυμνά χέρια στο γυμνό του κορμό, ενώ ο τελευταίος είχε ήδη προσβληθεί από το ηλεκτρικό ρεύμα και τα πόδια του ήδη καιγόταν και παρόλο που οι συνάδερφοι του προέτρεπαν τον A. E. S. να μη πλησιάσει προς το μέρος του πρώτου θανόντος (βλ. τις από 30.7.08 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των D.
C. και A. A. ενώπιον του ΑΤ Χ.). Επομένως, παύει εν προκειμένω ο αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της μη λήψης των ως άνω μέτρων ασφαλείας και του θανατηφόρου αποτελέσματος του A. E. S., προκλήθηκε εξαιτίας της μη ενδεδειγμένης αυτόβουλης ενέργειάς του, ορμώμενης από συναισθήματα φιλίας, αγάπης και αυταπάρνησης, να πλησιάσει το φίλο του M.
A., ενώ ο τελευταίος είχε ήδη αποβιώσει [...]. Επομένως, αποκλειστικά υπαίτιος για το θάνατό του, τυγχάνει ο ίδιος ο θανών A. E. και η αγωγή, ως προς τους συγγενείς αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με τη θεμελίωση ευθύνης των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων κυρίων του έργου (1ος, 2ος) και επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού (3ος) στην πρόκληση του προπεριγραφέντος θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 330 εδ.
β, 914,932 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε ορθά, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης παράλειψης των ως άνω εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων να λάβουν, κατά την εκτέλεση του ένδικου έργου, τα πιο πάνω μέτρα ασφαλείας, όπως, λόγω της ιδιότητας του καθενός, ήταν υποχρεωμένοι από τις προαναφερθείσες διατάξεις και του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων A.
E. S.. Ειδικότερα με τα πραγματικά περιστατικά που, αναιρετικά ανέλεγκτα, δέχθηκε το Εφετείο, η υπαίτια παράλειψη των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων, συνιστάμενη στη μη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού στο δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο της οικοδομής και συγκεκριμένα η μη ειδοποίηση της ΔΕΗ, η μη κατασκευή προστατευτικού σανιδώματος των καλωδίων και η μη διακοπή της ηλεκτροδότησης, στην οποία οφείλεται ο θάνατος του πρώτου εργάτη M.
A., τελεί σε αιτιώδη συνάφεια και με το θάνατο του A. E. S., γιατί είναι γεγονός καθευατό ικανό και μπορούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επέφερε, δηλαδή το θάνατο όχι μόνον εκείνου που κρατώντας στα χέρια του σιδερένια βέργα θα την έφερνε σε επαφή με το ηλεκτροφόρο καλώδιο μέσης τάσης της ΔΕΗ αλλά και εκείνου, όπως ο θανών A.
E. S., ο οποίος κινούμενος από ηθική υποχρέωση, και εκδήλωση κοινωνικής αλληλεγγύης προς κινδυνεύοντα συνάνθρωπο και μάλιστα φίλο, συμμορφούμενος προς την επιταγή του νόμου (άρθρο 307 ΠΚ), προσπαθεί να τον σπρώξει, προκειμένου να τον απομακρύνει από τη σιδερένια βέργα, αγγίζοντας με ακάλυπτα χέρια το γυμνό κορμί του, με συνέπεια το ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνούσε ήδη το σώμα του τελευταίου, να διοχετευθεί και στο δικό του σώμα και να τραυματιστεί και αυτός θανάσιμα, λόγω ηλεκτροπληξίας.
Η τυχόν μη ενδεδειγμένη και εκτός του πλαισίου εκτέλεσης των εργασιακών του καθηκόντων αυθόρμητη κίνηση του θανόντος, προκειμένου να βοηθήσει το φίλο του που κινδύνευε να τον ακουμπήσει με γυμνά χέρια στο γυμνό κορμί του, ενώ αυτός είχε ήδη προσβληθεί από το ηλεκτρικό ρεύμα, δεν αποτελεί διακοπτικό του αιτιώδους συνδέσμου περιστατικό.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα ίδια και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος βάσιμου πρώτου λόγου αναίρεσης για ευθεία παράβαση των πιο πάνω διατάξεων, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση και, των δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης, (ο τέταρτος λόγος αναίρεσης αφορά αποκλειστικά την έβδομη αναιρεσείουσα, ως προς την οποία η αναίρεση έχει ήδη απορριφθεί), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 8ο αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι 1ος, 2ος και 3ος αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ης, 3ης, 4ης, 5ης,6ης και 8ου αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν προσηκόντως και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2020 με αριθμό κατάθεσης 3/24-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/9-4-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, καθό μέρος στρέφεται κατά του 4ου αναιρεσίβλητου Ν. Φ., κατοίκου Χ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν ως προς τους 1ο και 7η αναιρεσείοντες.
ΑΝΑΙΡΕΙ την ως άνω απόφαση, μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων (2ης, 3ης, 4ης, 5ης, 6ης και 8ου) και των 1ου, 2ου και 3ου των αναιρεσίβλητων. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους 1ο, 2ο και 3ο αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ης, 3ης, 4ης, 5ης, 6ης και 8ου αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ