Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment based on good faith acquisition under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment confirming the plaintiffs' ownership of land acquired through good faith possession. The court found the lower court's reasoning sufficient to establish the plaintiffs' good faith belief that the state did not own the property, supported by the state's own lack of objection for decades. Consequently, the appeal was rejected as the lower court properly applied the specific rules on good faith acquisition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a final judgment establishing ownership via good faith acquisition is valid if the lower court explicitly details the factual circumstances proving the possessor's good faith belief, thereby relieving the opposing party of the burden to prove bad faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 769/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. Α. του Σ. και Κ., 2) Κ. Μ. Μ. Ο. του Μ. και Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-9-2012 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Μουλιανιτάκη ανέγνωσε την από 3-1-2022 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27-03-2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 31/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 27-03-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 31/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου19, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ' αρ. 3437/23-02-2021 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης, Ι. Δ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου του, αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με βάση το Ν. 4335/2016, στον Μουσταφά Χατζή Χαφούζ, δικηγόρο, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.
Η ιδιότητα του ως άνω αντικλήτου πληρεξουσίου δικηγόρου προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη σελίδα 1 αυτής). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών (ΑΠ 358/2020).
Α.1) Στο άρθρο 4 παρ.1 του ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των ν.2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: <<1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003), αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. H διάταξη της περίπτωσης β'εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ......... Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.>>.
Επίσης, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.
Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν κατά τον κρίσιμο χρόνο γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοούσε τούτο από βαριά αμέλεια, χωρίς ωστόσο να απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής και η επίκληση της συνδρομής του στοιχείου αυτού στο πρόσωπο των εναγόντων, αφού το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του(ΑΠ525/2020,ΑΠ786/2012).Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν.
Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.
Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τμ, εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, μέχρι την 19.3.2003:
α) για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης ή β) για τριάντα έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, εφόσον, δηλαδή, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ.
α' και β,' και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή, πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 782/2020, 647/2020). 2) Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται, στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε. Δεδομένου δε ότι ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται όταν, σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, οι παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα δικαίου, παρέπεται, ότι, όταν προβάλλεται λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι προσάπτονται πράγματι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν από τις εκτιθέμενες παραδοχές της αποφάσεως, λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητάς τους, δεν καθίσταται μεν βέβαιη η παραβίαση, αλλά δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έγινε ή όχι παραβίαση ορισμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1271/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με τις ένδικες: α) αίτηση διόρθωσης εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής των αιτούντων ήδη αναιρεσιβλήτων και β) κύρια παρέμβαση για διόρθωση της ίδιας εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής του κυρίως παρεμβαίνοντος ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με το αριθμ. .../3-7-1952 συμβόλαιο αγοράς του άλλοτε συμβολαιογράφου Κομοτηνής Παναγιώτη Κυριακόπουλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής (τόμος 63 και αριθμός289), περιήλθε, μεταξύ άλλων, στην κυριότητα του πατέρα του πρώτου των αιτούντων και συζύγου της δεύτερης εξ αυτών, Σ.
Μ. Α. Ο., λόγω αγοράς από τη Ζ. χήρα Β. Μ. Ο., ένας αγρός, 20 στρεμμάτων, και, κατά νεώτερη καταμέτρηση 18.276,81 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση <<...>> της κτηματικής περιοχής Αρωγής Κομοτηνής και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, Δ. Φ., βορειοδυτικά με αγροτικό δρόμο, ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησίες Κ.
Ι. Α. Μ., νοτιοανατολικά με δρόμο οικισμού Αρωγής, νότια με ιδιοκτησίες Σ. Μ., Α. Σ., Σ. Φ. και Μ. Σ., δυτικά με ιδιοκτησία Μούσι Σαμπριέ και με δρόμο οικισμού Αρωγής. Επί του ακινήτου υφίσταται πεπαλαιωμένο κτίσμα, χωρίς σκεπή, εμβαδού 67,36 τ.μ.. Την 1-12-1989, απεβίωσε χωρίς αφήσει διαθήκη, ο Σ. Μ. Α. Ο. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του Κ. (δεύτερη εφεσίβλητη-αιτούσα-καθ' ης η κύρια παρέμβαση) κατά ποσοστό 25% και από τα δύο τέκνα του κατά ποσοστό 37,5% έκαστος, ήτοι τον υιό του Α. (πρώτο εφεσίβλητο - αιτούντα - καθ' ου η κύρια παρέμβαση και τη θυγατέρα του Α..
Οι ως άνω κληρονόμοι δυνάμει της αριθ..../12-7-1991 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Ειρήνης Πουλάκη - Μιχέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής (τόμος ... και αριθμός…) αποδέχθηκαν την κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους και κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου κατά ανωτέρω ιδανικά μερίδια.
Κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της κτηματικής περιοχής του Δημοτικού Διαμερίσματος Αρωγής του πρώην Δήμου Αιγείρου και ήδη Δήμου Κομοτηνής, το παραπάνω αγροτεμάχιο καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κομοτηνής ως δύο ξεχωριστά ακίνητα, εμβαδού 17.710 τ.μ. το πρώτο που έλαβε ΚΑΕΚ .../0/0 και 596 τ.μ.
το δεύτερο, που έλαβε ΚΑΕΚ .../0/0. Οι εφεσίβλητοι -αιτούντες - καθ' ων η κύρια παρέμβαση υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις ιδιοκτησίας και εμφαίνονται καταχωρημένοι ως συγκύριοι στο κτηματολογικό φύλλο, που αφορά στο πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα, ενώ το δεύτερο του μικρότερου εμβαδού (επίδικο) φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη κατά ποσοστό 100%.
Το ως άνω ακίνητο δεν αποτελούσε στο παρελθόν τμήμα του υφιστάμενου αγροτικού-κοινοτικού δρόμου, με τον οποίο συνορεύει στο βόρειο τμήμα της, αφού ο ως άνω αγροτικός-κοινοτικός δρόμοι καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο ως ιδιαίτερο γεωτεμάχιο, εμβαδού 785 τ.μ. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο συμπεριλήφθηκε στην απαλλοτρίωση της περιοχής για την εκτέλεση του έργου "Βελτίωση καμπύλης Αρωγής", περιερχόμενο έτσι στην κυριότητα του εκκαλούντος-κυρίου παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου ως "χέρσο κοινό".
Το επίδικο ακίνητο έφερε χαρακτήρα "δημόσιας γαίας" και δη λειμώνα και ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οθωμανικού νόμου της Ραμαζάν "περί γαιών", οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ.4 του
N. 147/1914, πλην όμως καταλύθηκε το ως άνω δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 τουΝ.3127/2003, διότι αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο από το έτος 1952 είχε το χαρακτήρα αγρού και καλλιεργούνταν (με βαμβάκι και σιτηρά) συνεχώς και αδιαλείπτως από τους αιτούντες (οι οποίοι το εκμίσθωναν σε τρίτους, εισπράττοντας τα μισθώματα) και τον δικαιοπάροχο πατέρα και σύζυγό τους αντίστοιχα, ώστε οι τελευταίοι νέμονταν το επίδικο με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, επί σειρά ετών αδιατάρακτα, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, ούτε και το Ελληνικό Δημόσιο.
Τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές επιρρωνύει ο εξετασθείς πρωτόδικα μάρτυρας της Κτηματικής Υπηρεσίας ο οποίος κατέθεσε ότι το συγκεκριμένο τμήμα δεν αποτελεί δημόσιο καταγεγραμμένο τμήμα του Ελληνικού δημοσίου και ότι η παλαιά λιβαδική έκταση πιθανόν να καλλιεργήθηκε στη συνέχεια, ενώ ουδέν ανέφερε για οποιαδήποτε όχληση στην άσκηση της νομής των αιτούντων και του δικαιοπαρόχου τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα (50) ετών, ήτοι από το έτος 1952 μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003.
Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 (βλ. επισημείωση επί του από 20-4-2010 τοπογραφικού διαγράμματος του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Δ. Φ.) και οι αιτούντες νέμονταν αδιαταράκτως το ακίνητο αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος τουΝ.3127/2003, ήτοι μέχρι την 19-03-2003 : α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (αγορά) από τον δικαιοπάροχο τους, αφού ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945 και κατά την κτήση της νομής ήταν καλής πίστεως και β) επί τριάντα έτη κατά την κτήση της νομής του ακινήτου ήταν καλής πίστεως, δηλαδή συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ, διότι είχαν την πεποίθηση, χωρίς να τους βαρύνει προς τούτο βαριά αμέλεια, της πεποιθήσεώς τους αυτής υφισταμένης κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής αυτού, ότι αποκτούσαν την κυριότητα (έκαστος από αυτούς κατά το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητάς) του ακινήτου, καθόσον θεωρούσαν τον δικαιοπάροχο τους, ο οποίος πράγματι νεμόταν το ακίνητο με τον πιο πάνω νόμιμο τίτλο,
αναμφίβολα κύριο αυτού. Κατά συνέπεια, οι αιτούντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με την ειδική έκτακτη χρησικτησία του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 και, είναι απορριπτέος ο νέος - ορθά απορριφθείς-ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ώστε, η περί του αντιθέτου προβαλλόμενη αιτίαση, με το μοναδικό λόγο της άνω έφεσής του είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθώς, κατ'αποτέλεσμα, αν και με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση. Συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη>>.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε: Ότι το επίδικο αγροτικό ακίνητο εμβαδού 596 τ.μ., με ΚΑΕΚ .../0/0, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Αρωγής - Κομοτηνής, εντός των ορίων του οικισμού Αρωγής του Δήμου Κομοτηνής, προϋφισταμένου του έτους 1923. Ότι τούτο νεμόταν με καλή πίστη, αρχικά, ο άμεσος δικαιοπάροχος των αιτούντων - καθ' ων η κύρια παρέμβαση ήδη αναιρεσιβλήτων Σ.
Μ. Α. Ο., σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου, από το έτος 1952 έως το έτος 1989, που απεβίωσε, στον οποίο είχε περιέλθει, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, αγροτικής εκτάσεως 18.275,81 τ.μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../3-7-1952 πωλητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Κομοτηνής Παναγιώτη Κυριακόπουλου,και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του ανωτέρω, οι αναιρεσίβλητοι,ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας με αριθμό .../12-7-1991 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Ειρήνης Πουλάκη, άπαντες δε ασκούσαν σ'αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως τις αναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής (καλλιέργεια με βαμβάκι και σιτηρά), έως τις 19/03/2003, έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών, χωρίς να διαταραχθούν στη νομή του (αδιαταράκτως) υπό την έννοια της θετικής πράξεως, από το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, την ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ασκηθείσα ενώπιον του, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ένδικη αίτηση διόρθωσης εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής των ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη κύρια παρέμβαση για διόρθωση της ίδιας εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή της ερειδόμενης στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν.3127/2003 ειδικής - ιδιάζουσας χρησικτησίας, καταλυτικής της κυρίας παρεμβάσεως ένστασης, που είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι.
Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 3127/2003 και 974,1042 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους με πρωτότυπο τρόπο, με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου του δικαιοπαρόχου τους, οι οποίοι νεμήθηκαν τούτο, διαδοχικά, καλόπιστα και αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ετών, από το έτος 1952 έως τις 17/03/2003 (έναρξη ισχύος του ν.3127/2003).
Ενόψει τούτων, ο περί του αντιθέτου μοναδικός αναιρετικός λόγος, που υπάγεται, κατ'εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του και κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 1α'του ίδιου άρθρου, που επικαλείται το αναιρεσείον, ΑΠ 841/2017, 762/2015, 1325/2013), με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη αρκείται στη γενική και αόριστη αναφορά της συνδρομής της καλής πίστεως στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε η δικανική του αυτή κρίση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τούτο δε διότι η προσβαλλομένη διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η καλή πίστη, ως στοιχείο της ερειδόμενης στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν.3127/2003 ειδικής - ιδιάζουσας χρησικτησίας, η ειλικρινής, δηλαδή, πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, την οποία (καλή πίστη) δέχεται το δικαστήριο, ως υπάρχουσα στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Σ.
Μ. Α. Ο., καθόλο τον προαναφερθέντα χρόνο νομής, τέτοια δε περιστατικά είναι και η έναντι των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου τους συμπεριφορά του ίδιου του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν είχε αντιδράσει ποτέ στην μακρόχρονη εμφανή νομή τους και την εκμετάλλευση από τους τελευταίους του μείζονος αγροτικού ακινήτου μέχρι το έτος 2012, οπότε, για πρώτη φορά, αμφισβήτησε την κυριότητά των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου τους, με την άσκηση της ένδικης κυρίας παρεμβάσεως, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα και ότι ως τέτοιο ανήκει στην κυριότητά του (ΑΠ 2246/2014).
Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως των αναιρεσιβλήτων ή και του δικαιοπαρόχου τους, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του (ΑΠ 525/2020).
Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-03-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 31/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ