Supreme Court dismisses appeal against final judgment where deceased party's heirs must be named as defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal a final judgment regarding a joint bank account dispute. The appellant attempted to challenge the lower court's decision despite the original plaintiff having died before the judgment became final. The court ruled that the appeal must be directed against the deceased's universal heirs, who are the only valid passive parties in such proceedings. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it was not properly addressed to the correct legal successors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35 of the Code of Civil Procedure; Article 558 of the Code of Civil Procedure: In the event of a party's death after a final judgment is rendered, the appeal must be directed against the universal heirs, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Α. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πανανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Η. Α. του Β., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης την 6-5-2016 Κ. χήρας Β. Α. το γένος Ε. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2012 αγωγή της αρχικής διαδίκου Κ. χήρας Β. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21-7-2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 170/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-7-2016 αιτήσεως του Ε. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 463/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τον ήδη καθού η κλήση Η. Α. και απέρριψε την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων- προσώπου μη διαδίκου στην παρούσα δίκη - Ν. Α.. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 13-9-2019 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ`, 556, 558 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που, κατ` άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, οι οποίοι και μόνο νομιμοποιούνται παθητικά στην αναιρετική δίκη, διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 170/2019, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 178/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Κ. χήρα Β. Α. άσκησε κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ε. Α. την από 13-6-2012 αγωγή, αφορώσα διαφορά συνδικαιούχων κοινού τραπεζικού λογαριασμού, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 51/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.
Κατόπιν άσκησης έφεσης από την ενάγουσα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 463/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία εξαφανίστηκε η πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο εναγόμενος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, την οποία λόγω του ήδη επελθόντος (μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου) θανάτου της αρχικώς ενάγουσας, απηύθυνε κατά 1) του Η.
Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτής και 2) της Ν. Α., ως ειδικής διαδόχου της ίδιας ως άνω αρχικώς ενάγουσας. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 170/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω του ότι δεν προέκυπταν οι νόμιμοι κληρονόμοι της θανούσας αρχικώς ενάγουσας, ενώ απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση καθό μέρος στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Ήδη, με την από 13-9-2019 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, η αρχικώς ενάγουσα Κ. χήρα Β. Α. απεβίωσε στις 6-5-2016, δηλαδή πριν από την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (βλ.
το από 20-7-2016 απόσπασμα της …/1/2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Τρικκαίων), και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα δύο τέκνα αυτής, ήτοι τον Η. Α. και τον Ε. Α., αναιρεσίβλητο και αναιρεσείοντα, αντίστοιχα, των οποίων η ιδιότητα αυτή προκύπτει από α) το 36881/20-7-2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Τρικκαίων, β) τα υπ' αριθμ. 347/1-2-2021 και 41707/26-8-2019 πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης των Ειρηνοδικείων Τρικάλων και Αθηνών, αντίστοιχα, και γ) το υπ' αριθμ. 346/1-2-2011 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Τρικάλων.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτώς ασκήθηκε μόνον κατά του αναιρεσιβλήτου, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας, καθόσον στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, έτερου συγκληρονόμου αυτής, έχει επέλθει σύγχυση και άρα απόσβεση της αντίστοιχης απαίτησής του, αφού συμπίπτει στο πρόσωπο αυτού η ιδιότητα του ενάγοντος, λόγω της επελθούσας κληρονομικής διαδοχής, και η ιδιότητα του εναγομένου, όπως εξ αρχής αυτός ενάγεται (άρθρα 1710 εδάφ.
β', 1813 και 1820 ΑΚ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, 2 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου, αφενός, και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης), αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από ένα των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου.
Σε περίπτωση που αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαιτήσεως του κάθε δικαιούχου έναντι της τράπεζας, ενώ ο συνδικαιούχος που δεν έκανε την ανάληψη έχει δικαίωμα αναγωγής κατά εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού, εξαίρεση, της οποίας το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1545/2008, ΑΠ 1001/2012).
Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων-καταθέτης, στρεφόμενος αναγωγικά κατά του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο.
Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλυτέρου ποσοστού. Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας, μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος (ΑΠ 1764/2017, ΑΠ 1782/2007, ΑΠ 1505/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (AΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα - ενάγουσα (η οποία, κατά τα ανωτέρω, απεβίωσε και στη θέση της έχει υπεισέλθει ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της ο ήδη αναιρεσίβλητος) και ο μετέπειτα αποβιώσας στις 26-10-2006 σύζυγός της Β.
Α., είχαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στο υποκατάστημα... της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, τουλάχιστον από το έτος 1997, με αριθμό..., στον οποίο αποταμίευαν χρήματα, κυρίως από τις συντάξεις του ΟΓΑ, που λάμβαναν αμφότεροι από το έτος 1998 και από εισοδήματα που είχαν από γεωργικές καλλιέργειες και επιδοτήσεις.
Ειδικότερα, η σύνταξη που λάμβανε η ενάγουσα ανέρχονταν για το έτος 1998 σε 700.000 δραχμές ετησίως, ενώ του συζύγου της Β. Α. σε 518.000 δραχμές ετησίως. Το έτος 1998 ο Β. Α., γεωργός, συνταξιοδοτήθηκε από ΟΓΑ, στην πραγματικότητα, όμως, εργάζονταν, ως γεωργός, στα κτήματα, μαζί με τον υιό του, Η. Α. (αναιρεσίβλητο), στον οποίο είχε παραχωρήσει αυτά και λάμβανε μέρος των εισοδημάτων από αυτά, αλλά και των επιδοτήσεων.
Αυτός είναι και ο λόγος που το ύψος του λογαριασμού κατά τα έτη 1997 - 1999, έφθασε μέχρι το ποσό των 10.727.890 δραχμών. Στις 31.1.2000, ο Β. Α., με τη σύμφωνη γνώμη και συναίνεση της συζύγου του ενάγουσας, συνδικαιούχου του λογαριασμού, αιτήθηκε και έγινε δεκτή από την Αγροτική Τράπεζα η είσοδος του εναγομένου - υιού τους (ήδη αναιρεσείοντος), ως συνδικαιούχου, στον κοινό λογαριασμό τους, ως δωρεά για το γεγονός ότι έμεναν μαζί του, τους φρόντιζε και είχαν άριστες σχέσεις μαζί του.
Έκτοτε, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας των γονέων του, ο εναγόμενος πραγματοποιούσε όλες τις συναλλαγές από τον προαναφερόμενο λογαριασμό, καταθέτοντας και αναλαμβάνοντας διάφορα χρηματικά ποσά για τις ανάγκες των γονέων του. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρονται παραπάνω..., υπάρχει εν προκειμένω νόμιμο μαχητό τεκμήριο, ότι εκαστος των τριών συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, συμμετέχει κατά ποσοστό 1/3 στη χρηματική κατάθεση του κοινού αυτού λογαριασμού.
Ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε αυτό το τεκμήριο δια της αποδείξεως ότι στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό εισάγονταν χρήματα προερχόμενα μόνον από δικά του εισοδήματα. Ο σχετικός ισχυρισμός του, που πρόβαλε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε. Ούτε, όμως και η ενάγουσα που αιτείται με την αγωγή της, μεγαλύτερο ποσοστό, απέδειξε την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ αυτής και των λοιπών συνδικαιούχων, που της παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού.
Μετά το θάνατο του Β. Α., στις 26.10.2006, οι σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου - υιού της, διαταράχθηκαν. Η ενάγουσα ζητούσε επίμονα από τον εναγόμενο να της παραδώσει το βιβλιάριο της ΑΤΕ, στην οποία διατηρούσαν τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, προκειμένου να διαπιστώσει την κίνησή του, αλλά και για να κάνει αναλήψεις χρημάτων, δια μέσου του άλλου υιού της Η.
με την οποία είχαν [τον οποίο είχε] πλέον πολύ καλές σχέσεις, για να καλύψει τρέχουσες ανάγκες της, αφού ο εναγόμενος - υιός της λόγω της ανωτέρω διατάραξης των σχέσεών τους, έπαυσε να της δίδει χρήματα από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό. Ο εναγόμενος με διάφορες προφάσεις αρνιόταν την παράδοση του ανωτέρω βιβλιαρίου.
Έτσι η ενάγουσα αναγκάστηκε με αίτησή της προς την ΑΤΕ, τον Απρίλιο του 2008, να ζητήσει τη χορήγηση αντιγράφων του συνόλου των κινήσεων του εν λόγω λογαριασμού, τουλάχιστον για μία δεκαετία. Πράγματι, η ΑΤΕ, τον Απρίλιο του 2008 χορήγησε στην ενάγουσα αντίγραφα του ανωτέρω λογαριασμού για το χρονικό διάστημα από 21.5.1997 έως 15.2.2007.
Από την κίνηση του λογαριασμού αυτού, προκύπτει ότι ο εναγόμενος προέβη, μεταξύ των άλλων και σε δυο αναλήψεις σημαντικών χρηματικών ποσών, ήτοι μία στις 26.2.2004, δηλαδή πριν το θάνατο του πατέρα του και συνδικαιούχου του λογαριασμού Β. Α., ποσού 27.000 ευρώ και μία στις 15.2.2007, δηλαδή μετά το θάνατο του πατέρα του Β.
Α., ποσού 8.873,30 ευρώ. Το σύνολο των δυο αυτών ποσών (35.873,30 ευρώ) αποτελεί και την επίδικη αξίωση της ενάγουσας. Όμως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη και στο σκεπτικό, από το πρώτο αναληφθέν από τον εναγόμενο ποσό των 27.000 ευρώ, η ενάγουσα δικαιούται ποσοστό 1/3, αφού κατά το ανωτέρω ποσό αυτή ήταν συνδικαιούχος, κατά το χρόνο της ανάληψης.
Από το δεύτερο ποσό των 8.873,30 ευρώ, όμως, αυτή δικαιούται το 1/2, διότι μετά το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της, στις 26.10.2006, η κατάθεση και ο εκ ταύτης λογαριασμός, περιήλθε αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντας συνδικαιούχους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, σε συνδυασμό με τον όρο της συμβάσεως καταθέσεως κατά τον οποίο "άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Συνεπώς, εφόσον συνδικαιούχοι του ανωτέρω λογαριασμού, κατά το χρόνο της δεύτερης ανάληψης του ποσού των 8.873,30 ευρώ, ήταν αυτή και ο εναγόμενος - υιός της, έκαστος εξ αυτών δικαιούται το ήμισυ του ποσού αυτού... Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει από τον εναγόμενο το 1/3 του ποσού των 27.000 ευρώ, ήτοι ποσό 9.000 ευρώ και το 1/2 του ποσού των 8.873,30 ευρώ ήτοι ποσό 4.436,30 ευρώ.
Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αλλά κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα 13.436,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση του ποσού αυτού. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι όλα τα χρήματα που ήταν κατατιθεμένα στον εν λόγω λογαριασμό ήταν του εναγομένου και για το λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Εκτίμησε, συνεπώς, εσφαλμένα τις αποδείξεις...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αρχικώς ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή της και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αρχικώς ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 13.436,65 ευρώ νομιμοτόκως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, 2 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αρχικώς ενάγουσα, ως συνδικαιούχος του ένδικου τραπεζικού λογαριασμού, δικαιούται ποσοστό 1/3 και 1/2, αντίστοιχα, από τα αναληφθέντα από τον αναιρεσείοντα, συνδικαιούχο επίσης του ανωτέρω λογαριασμού, ποσά των 27.000 και 8.873,30 ευρώ, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ακόλουθες παραδοχές:
α) ότι με τη συναίνεση των δύο αρχικών συνδικαιούχων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού (αρχικώς ενάγουσας και του συζύγου της) κατέστη συνδικαιούχος αυτού και ο αναιρεσείων (εναγόμενος), β) ότι ο τελευταίος προέβη σε ανάληψη από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό ποσού 27.000 ευρώ πριν αποβιώσει ο τρίτος συνδικαιούχος πατέρας του και ποσού 8.873,30 ευρώ μετά το θάνατο αυτού, γ) ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό εισάγονταν χρήματα προερχόμενα μόνον από δικά του εισοδήματα, αλλά ούτε και η επικληθείσα από την αρχικώς ενάγουσα εσωτερική σχέση μεταξύ αυτής και των λοιπών συνδικαιούχων, βάσει της οποίας αξίωσε ολόκληρο το αναληφθέν από τον αναιρεσίβλητο ποσό του κοινού λογαριασμού και δ) ότι, ενόψει αυτού, δηλαδή της μη αποδείξεως διαφορετικής συμφωνίας, η αρχικώς ενάγουσα είχε δικαίωμα αναγωγής έναντι του αναλαβόντος τα πιο πάνω ποσά αναιρεσείοντος προς καταβολή σ' αυτή του αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων, σε εκάστη ανάληψη, ποσοστού.
Η παραπάνω δε συνεπτυγμένη αλλά επαρκής αιτιολογία, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δικής του κυριότητας επί των χρημάτων του κοινού λογαριασμού, δεν συνιστά, κατά τη μείζονα σκέψη, ανεπάρκεια αιτιολογιών. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας (που δεν προσδιορίζεται) των σχετικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις προβαλλόμενες με αυτόν λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος αφού με αυτές, υπό την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προβληθέντα και νομίμως επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό του ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού ήταν της αποκλειστικής του κυριότητας.
Όμως, από το ανωτέρω αναλυτικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσίαν τον ως άνω ισχυρισμό, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι στον επίμαχο κοινό λογαριασμό κατατίθεντο χρήματα προερχόμενα μόνον από εισοδήματα του αναιρεσείοντος και ότι, συνεπώς, ο τελευταίος δεν ανέτρεψε το νόμιμο μαχητό τεκμήριο περί συμμετοχής όλων των (εκάστοτε) δικαιούχων στη συγκεκριμένη χρηματική κατάθεση.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000). Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/17, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 244/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος, μετά τη συνταξιοδότησή του, είχε πόρους από αγροτικά εισοδήματα και επιδοτήσεις, καίτοι ο σχετικός ισχυρισμός της αρχικώς ενάγουσας αντικρούστηκε από τον αναιρεσείοντα εγγράφως, με την προσκομιδή αντιγράφων των φορολογικών δηλώσεων του αποβιώσαντος πατέρα του, στις οποίες δεν εμφανίζονται τέτοια εισοδήματα, ενόψει του ότι είχε μεταβιβάσει την αγροτική του περιουσία στον αναιρεσίβλητο.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά παραδοχή πραγμάτων, αλλά απάντηση στην αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσείων και, παράλληλα επιχείρημα της αρχικώς ενάγουσας και του δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την προσκομισθείσα και επικληθείσα από την αρχικώς ενάγουσα ένορκη βεβαίωση, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την ανωτέρω κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτός επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τα χρήματα του λογαριασμού ήταν της αποκλειστικής του κυριότητας και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των φορολογικών δηλώσεων του αναιρεσείοντος από το έτος 2000 και εντεύθεν, τις φορολογικές δηλώσεις των γονέων αυτού και το συμβόλαιο πώλησης, από τον πατέρα του, του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου το έτος 1993.
Ωστόσο, από την προαναφερόμενη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, ιδιαίτερα, από τις παραδοχές της απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες ο πατέρας του αναιρεσείοντος και μετά τη συνταξιοδότησή του εξακολούθησε να εργάζεται ως γεωργός, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 194/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ' αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ειδικότερα, προβάλλεται με τον ανωτέρω λόγο η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι "το ύψος του λογαριασμού κατά τα έτη 1997-1999 έφθασε μέχρι το ποσό των 10.727.890 δραχμών" παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από την αρχικώς ενάγουσα κίνησης του ένδικου κοινού λογαριασμού, καθόσον ανέγνωσε το συγκεκριμένο ποσό ως υπόλοιπο αυτού, καίτοι στον παραπάνω λογαριασμό εμφανίζονται μόνον οι χρεοπιστώσεις και όχι το υπόλοιπο, καθόσον, ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, "στη σελίδα 7 της κίνησης...
στην 6η γραμμή της εκτύπωσης της κίνησης, με ημερομηνία 30-12-1999 αναγράφεται το ποσό των 10.727.890 δραχμών, το οποίο εκλήφθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη, ως υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία αυτή. Πλην, όμως, το ποσό αυτό δεν αποτελούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία αυτή, αλλά μια μεμονωμένη κίνηση".
Επίσης, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι ανέγνωσε εσφαλμένα το ίδιο ως άνω έγγραφο και όσον αφορά την ανάληψη από αυτόν του ένδικου ποσού των 27.000 ευρώ, αφού αυτό προερχόταν από προηγούμενη δική του κατάθεση.
Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από το επιτρεπτώς εκτιμώμενο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως άνω έγγραφο, καθώς και από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το εν λόγω έγγραφο, αλλά εκτιμώντας και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι πιο πάνω δύο επίμαχες καταχωρίσεις των 10.727.890 δραχμών και 27.000 ευρώ, έκρινε αφενός μεν ότι κατά τα έτη 1997-1999 το ύψος του λογαριασμού, στον οποίο οι γονείς του αναιρεσείοντος αποταμίευαν χρήματα, κυρίως από τις συντάξεις του ΟΓΑ και από εισοδήματα από γεωργικές καλλιέργειες και επιδοτήσεις, ανήλθε μέχρι το ανωτέρω ποσό των 10.727.890 δραχμών, αφετέρου δε ότι τα χρήματα, εν γένει, του κοινού λογαριασμού δεν προέρχονταν αποκλειστικά από εισοδήματα του αναιρεσείοντος.
Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Πέραν των ανωτέρω, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν μόρφωσε την κρίση του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, αλλά συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη μη απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αποκλειστικής κυριότητας αυτού στα χρήματα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού.
Επομένως, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2016 αίτηση του Ε. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 463/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ