Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove finality of lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Dodecanese Court of Appeal. The appellant failed to provide evidence proving the finality of the appealed decision, specifically lacking proof that the thirty-day period for filing a nullity objection had expired or that the appellant waived this right. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is inadmissible if the finality of the appealed decision is not proven by submitting service certificates or a court clerk's verification, as finality requires the expiration of the nullity objection period or a lawful waiver thereof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείουντος:Ο. Κ. του Σ.(ή Ο.-Γ. Μ. Τ. του Σ.) κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ρωμαίο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου:Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτη Κωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 12-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 16/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β' , 309 εδάφ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Επομένως, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη, η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο μέσο που άσκησε ή από το δικαίωμα προς άσκησή του, δεδομένου ότι από τότε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ. 17/2013).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της πληττόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 845/2018). Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1 185/2018).
Περαιτέρω, ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, για το κύρος όμως μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 98 περ.
β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας ερευνάται αυτεπάγγελτα, μπορεί δε να καλυφθεί με έγκριση (εκ των υστέρων) του διαδίκου που άσκησε την αναίρεση (ΑΠ Ολομ. 17/2013). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής. Με την 344/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου απορρίφθηκε η από 27-4-2010 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου,, ενώ έγινε δεκτή η συνεκδικασθείσα αντίθετη από 12-6-2009 αγωγή διεκδικητική της κυριότητας του ιδίου ακινήτου του ήδη αναιρεσιβλήτου, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 9-5-2012 έφεση του , επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην του, η 16/2017 (προσβαλλόμενη) απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την έφεση λόγω της ερημοδικίας του. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, που επιδόθηκε στον εκκαλούντα- αναιρεσείοντα στις 30-10-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική επιση μείωση του δικαστικού επιμελητή Ν.
Χ. στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τη σχετική εντολή για επίδοση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου στις 20-11-2017 (αρ. κατ. 32/20-11-2017). Και ναι μεν από την επίδοση της προσβαλλόμενης μέχρι την κατάθεση ως άνω της αίτησης αναίρεσης παρήλθε η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα εκκαλούντα-αναιρεσείοντα, πλην όμως δεν προσκομίζεται η σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου για το ότι δεν ασκήθηκε μέσα στην δεκαπενθήμερη προθεσμία ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής, για την απόδειξη της τελεσιδικίας , ενώ δεν αποδεικνύεται ούτε η ύπαρξη ρητής ή σιωπηράς έγκυρης παραίτησης του αναιρεσείοντος από το σχετικό δικαίωμά του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ούτε, άλλωστε, γίνεται επίκληση από τους παριστάμενους διαδίκους περί μη άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή παραίτησης από το δικαίωμα αυτό.
Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από1 4.11.2017 αίτηση του Ο. Κ. για αναίρεση της 16/2017 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ