Supreme Court quashes lower court decision for failing to consider evidence regarding alleged lawyer fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court of Athens' decision because it failed to consider specific documentary evidence submitted by the appellant. The appellant, a company, alleged that the deceased husband of the respondent lawyer had received regular monthly fees from the company for drafting documents, which would not have occurred if he were an employee. The court found that while the lower court claimed to have considered all documents, there remained doubts about whether the specific evidence regarding the alleged fees was actually examined and weighed alongside other proof. Consequently, the case was remanded to the same court for further trial with a different judge, and the respondent was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court of first instance failed to consider evidence adduced by the parties, and the existence of doubt regarding such consideration is sufficient grounds for quashing the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Διορθώνει την παρούσα με την με αριθ. 1450/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η Γραμματέας
Αριθμός 769/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καραμητσάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 3551/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 4-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο σύζυγος της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης] Κ. Κ. του Κ., δικηγόρος Αθηνών που απεβίωσε στις 5-7-2008, από το έτος 1971 και μέχρι το χρόνο θανάτου του παρείχε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος στην εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρεία, η οποία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της χώρας, η οποία ελέγχεται μετοχικά και διοικητικά από την οικογένεια Τ.
Γ.. Ειδικότερα η εναγομένη λειτουργεί μεταξύ άλλων αλυσίδα ξενοδοχειακών μονάδων στην ... υπό την επωνυμία "...", οι οποίες είναι πλήρως ανακαινισμένες, εξοπλισμένες με τις σύγχρονες ανέσεις, με σταθερή εγχώρια και διεθνή πελατεία. Ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από το 1971 και μέχρι το θάνατό του απασχολήθηκε στην εναγομένη, παρέχοντας τις νομικές υπηρεσίες του σε αυτήν με πάγια περιοδική αμοιβή, χειριζόμενος τις νομικές υποθέσεις της εναγομένης εταιρίας πάντα προς όφελος της τελευταίας, ενώ συμμετείχε και ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης μέχρι το θάνατό του...
γεγονός που καταδεικνύει και την ιδιαίτερη σχέση και εμπιστοσύνη που υπήρχε μεταξύ του αποβιώσαντος και της οικογενείας Τ. Γ.... Μάλιστα ο αποβιώσας εγκατέλειψε το οικογενειακό δικηγορικό γραφείο των θείων του και στέγαζε την επαγγελματική του έδρα στα εκάστοτε γραφεία της εναγομένης στην Αθήνα. Το γεγονός ότι ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας συνδεόταν με την εναγομένη με πάγια έμμισθη εντολή αποδεικνύεται και από το ότι τον Οκτώβριο του 2008 και μετά το θάνατο του συζύγου της, η εναγομένη εταιρία κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 2.500 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων...
Εξ άλλου το ότι ο αποβιώσας εξέδιδε για τα χρήματα που εισέπραττε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών δεν έρχεται σε αντίθεση με το ότι αυτός (αποβιώσας) συνδεόταν με την εναγομένη με πάγια έμμισθη εντολή αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν ανήγγειλε την έμμισθη εντολή στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών έχει επιπτώσεις στην εγκυρότητα της ενδίκου συμβάσεώς του, αφού η μη αναγγελία (κατάθεση) της συμβάσεως, δεν συνεπάγεται ακυρότητα αυτής αλλά επισύρει πειθαρχικές ποινές...
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας απασχολείτο στην εναγομένη με πάγια περιοδική αμοιβή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών και συνεπώς η ενάγουσα σύζυγός του δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 94 παρ. 2, 3 του ν.δ. 3026/1954. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η μηνιαία καθαρή αμοιβή του αποβιώσαντος κατά το χρόνο του θανάτου του ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ και η αντίστοιχη μικτή αμοιβή του στο ποσό των 6.250 ευρώ (5.000 ευρώ, πλέον παρακράτηση φόρου 20%), το οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό ανέρχεται στα 187.500 ευρώ.
Εξ άλλου ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ένδικη σύμβαση ήταν αυτοδικαίως άκυρη διότι ο αποβιώσας κατείχε παράλληλα και άλλες έμισθες θέσεις (άρθρο 63 παρ. 10 του κωδ. δικηγόρων) δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα στοιχείο, ενώ το γεγονός ότι μπορεί να συνεργαζόταν με τα Ε.Λ.ΤΑ., το Υπουργείο Παιδείας, τον Ο.Σ.Κ.
κ.λπ. νομικά πρόσωπα χωρίς έμμισθη εντολή δεν καθιστά την εν λόγω σύμβαση άκυρη". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση του άρθρου 94 παρ. 2 και 3 του κώδικα περί δικηγόρων το ποσό των 187.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της οχλήσεώς της από την ενάγουσα (24-6-2010).
Ήδη με το μόνο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και τα εξής έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής: 1) τη 1561/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2) την 848/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, από τις οποίες προκύπτει ότι στις σχετικές δίκες την εναγομένη εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Δ.
Ζ. και Ο. Κ. αντίστοιχα και όχι ο σύζυγος της ενάγουσας, όπως θα συνέβαινε αν ήταν έμμισθος δικηγόρος της εναγομένης, 3) τη .../2003 συμβολαιογραφική πράξη ιδρύσεως της εταιρείας με την επωνυμία "..." συμφερόντων της οικογένειας Γ. που ανήκε στον όμιλο εταιρειών της εναγομένης, κατά τη σύνταξη της οποίας παραστάθηκε ο σύζυγος της ενάγουσας και έλαβε τη νόμιμη αμοιβή, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν ήταν έμμισθος δικηγόρος της εναγομένης, 4) τη .../2003 πράξη της συμβολαιογράφου Δ.
Α. που αφορούσε την πώληση ακινήτων των αναφερόμενων μελών της οικογένειας Γ., στη σύνταξη της οποίας παραστάθηκε ο σύζυγος της ενάγουσας και έλαβε τη νόμιμη αμοιβή, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν ήταν έμμισθος δικηγόρος της εναγομένης, 5) τη .../23-7-1980 συμβολαιογραφική πράξη με την οποία συστάθηκε ανώνυμη εταιρεία με τη συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών ανηκουσών στον όμιλο εταιρειών της οικογένειας Γ.
και 6) τη .../31-12-1984 συμβολαιογραφική πράξη που αφορά τη συγχώνευση εταιρειών του ίδιου ομίλου, στην οποία παραστάθηκαν οι δικηγόροι Θ. Κ. και Μ. Α. αντίστοιχα και όχι ο σύζυγος της ενάγουσας, όπως θα συνέβαινε αν ήταν έμμισθος δικηγόρος της εναγομένης, 7) την .../1994 συμβολαιογραφική πράξη που περιέχει το ιδρυτικό καταστατικό της εταιρείας του ομίλου με την επωνυμία "...
Εταιρεία", 8) την .../1995 συμβολαιογραφική πράξη που περιέχει το καταστατικό της εταιρείας του ομίλου με την επωνυμία "...", 9) τη .../1998 συμβολαιογραφική πράξη που αναφέρεται στη σύσταση της εταιρείας του ομίλου με την επωνυμία "..." και 10) την .../1998 συμβολαιογραφική πράξη που αναφέρεται στην ίδρυση της εταιρείας του ομίλου με την επωνυμία "...", κατά τη σύνταξη των οποίων παρέστη ο σύζυγος της ενάγουσας και έλαβε τη νόμιμη αμοιβή, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν ήταν έμμισθος δικηγόρος της εναγομένης.
Από δε τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης και παρά τη γενική βεβαίωση του εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως επί του ουσιώδους ζητήματος ότι ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας αμειβόταν από την εναγομένη με πάγια μηνιαία αντιμισθία, το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγομένη, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερθέντα, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες για το αν τα ανωτέρω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις.
Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως κατά το προαναφερθέν μέρος του είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του μόνου λόγου αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3551/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ