Supreme Court dismisses appeal due to plaintiff's failure to prove liability of third defendant and missing insurance agency records.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding maritime employment disputes. The plaintiff failed to clearly identify the third defendant as the owner of the specific vessel where he worked and omitted crucial proof of his employment agency registration. Consequently, the court found the appeal arguments based on these omissions to be unfounded and rejected them in their entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 524, 535, 536, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the liability of a specific third party or provide mandatory procedural evidence required for the recognition of insurance rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 769/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)... "... S.A." που εδρεύει ή είναι εγκαταστημένη στον …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2)εταιρίας ... ΙΝΚ "... INC" που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)εταιρίας ... ΙΝΚ "... INC" που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 4)Μ. Φ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Σιούφα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3377/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2012 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων (ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων), ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 132/2016, 32/2016), υπό την έννοια δε της διάταξης αυτής "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 41/2016, 1033/2014).
Επομένως, η παραδοχή από το εφετείο ανυπάρκτου λόγου έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, αλλά και γενικότερα η υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (η επανάκριση δηλ. κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης), αποτελούν πλημμέλειες που θεμελιώνουν τον αναιρετικό αυτόν λόγο (ΑΠ 1344/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ.522, 524, 535§1 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν ασκηθέντες πρόσθετους λόγους), στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή (ένσταση κλπ.) την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο εξουσία σε σχέση με τη νομική βασιμότητα, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής, ζητήματα που αποτελούν αναγκαίο προαπαιτούμενο για την κρίση ως προς την βασιμότητα των παραπόνων που προβάλλονται με την έφεση (και γι’ αυτό αυτεπάγγελτα εξεταζόμενα), και μπορεί, μέσα στα όρια της έφεσης, αν ο εκκαλών παραπονείται για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής του, να την απορρίψει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου) και μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως μη νόμιμη ή αόριστη, χωρίς να εκδίδεται, έτσι, απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα (αφού η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη γι’ αυτόν από την εκκληθείσα, ΑΠ 258/2015) και χωρίς το εφετείο να υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1344/2015, πρβλ.ΑΠ 224/2016, ΑΠ 356/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§ΚΠολΔ) προκύπτει ότι: (1) Ο ήδη αναιρεσείων με την ένδικη από 24-12-2008 (με αριθ. κατ. .../2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησε το μεν να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, και τώρα αναιρεσίβλητοι, οφείλουν να του καταβάλουν, κάθε ένας εις ολόκληρον, το ποσό των 2.479,77€, το δε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, επίσης κάθε ένας εις ολόκληρον, το ποσό των 12.000€, για οφειλόμενες στο NAT εισφορές από την εργασία του ως αρχιθαλαμηπόλου στα εκεί αναφερόμενα τουριστικά πλοία υπό σημαία ...
κλπ., καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά τους, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα (2) Με την 3377/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου η αγωγή αυτή απορρίφθηκε εξ ολόκληρου ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ένστασης παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι (3) Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση παραπονούμενος για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής του και το Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη 730/2012 απόφαση του κρίνοντας, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή για τον λόγο αυτόν.
Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ και επομένως ο περί του αντιθέτου με αριθ.1 λόγος αναίρεσης κατά το α’ σκέλος του από την ως άνω διάταξη είναι αβάσιμος και απορριπτέος. II. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 837/2015). Με την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ ελέγχεται η κρίση ως προς τη νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 837/2015, 614/2015) (Β) Από τις διατάξεις των άρθ.83, 84§§1 και 8, 85, 88, 89 και 90 του ΠΔ 913/1978 "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου διατάξεων" (εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.23 ν.792/1978, όπως η §7 του άρθ.88 προστέθηκε με το άρθ.28§3 ν. 1085/1980) προκύπτει ότι οι πλοιοκτήτες έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν στο NAT (στην ασφάλιση του οποίου, που περιλαμβάνει την χορήγηση σύνταξης ή εφάπαξ αποζημίωσης, υπάγονται υποχρεωτικά οι Έλληνες ναυτικοί που ανήκουν σε συγκροτημένο πλήρωμα ελληνικού πλοίου, άρθ.2§§2 και 3, 3§1 του ίδιου ΠΔ 913/1978) τις αναλογούσες στις αποδοχές των ναυτικών εργοδοτικές εισφορές, μαζί με τις αντίστοιχες εργατικές που παρακρατούν από τους μισθούς των πληρωμάτων με τον σκοπό αυτόν της απόδοσης τους στο NAT (καθώς και τις εξομοιούμενες προς όλες αυτές εισφορές προς άλλα ταμεία κλπ.), οι οποίες (εργοδοτικές και εργατικές εισφορές) αποτελούν πόρους του NAT (άρθ.83, 84§§1 και 8, 86§3), για την καταβολή δε αυτών ευθύνονται αλληλεγγύως όλοι οι κατά καιρούς πλοιοκτήτες, εφοπλιστές κλπ., καθώς και οι διευθυντές, διαχειριστές και ενγένει εκπρόσωποι πάσης φύσεως εταιρειών ή επιχειρήσεων εκμεταλλευομένων τα πλοία και εις ολόκληρον έκαστος (άρθ.86§6).
Τα ποσά των εργοδοτικών εισφορών δεν είναι καταβλητέα στον ασφαλισμένο ναυτικό, αλλά ανήκουν, όπως προαναφέρθηκε, στο NAT, υπέρ του οποίου και παρακρατούνται και για τον λόγο αυτόν ο ναυτικός δεν έχει άμεση αξίωση για τις εισφορές αυτές, οι οποίες, όμως, δεν παύουν ν’ αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο ναυτικό.
Γι’ αυτό σε περίπτωση μη ασφάλισης του από τον εργοδότη και συνακόλουθα μη καταβολής στο NAT των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών και απώλειας της απολαβής αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του α.ν.86/1967 (άρθ.86§του ως άνω ΠΔ 913/1978), ο δε ναυτικός για να απολαύσει το όφελος των εισφορών αυτών θα πρέπει να τις καταβάλει ο ίδιος, με δικά του χρήματα, προσαυξημένες κατά 7% (να προβεί δηλ.
σε εξαγορά χρόνου ναυτικής υπηρεσίας, άρθ.37§13 του ίδιου ΠΔ, όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το άρθ.1§2 ν. 1711/1987), ή να εργασθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο (αφού διαφορετικά ο χρόνος εργασίας του δεν υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης). Επομένως, οι εισφορές αυτές, με την παραπάνω μορφή, αποτελούν ζημία (άρθ.914 ΑΚ) για το ναυτικό, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο (ΑΠ 675/2012).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται αναλογικά και σε περίπτωση συμβεβλημένου, σύμφωνα με το άρθ.3στ του ως άνω ΠΔ 913/1978 (που προστέθηκε με το άρθ.10 ν. 1085/1980), με το NAT πλοίου με αλλοδαπή σημαία, το πλήρωμα του οποίου παρέμεινε τελικά ανασφάλιστο από υπαιτιότητα του εργοδότη, πλοιοκτήτη ή διαχειριστή, αφού οι ναυτικοί, μέλη τέτοιου πληρώματος, που επιθυμούν να εξαγοράσουν την υπηρεσία τους σ’ αυτό, προκειμένου να υπολογισθεί ως χρόνος ασφάλισης (συντάξιμος χρόνος) στο NAT και στα άλλα ασφαλιστικά ταμεία, υποχρεούνται, κατά τα προαναφερθέντα, να καταβάλουν οι ίδιοι (πέραν των εργατικών εισφορών που σε κάθε περίπτωση βαρύνουν αυτούς και σε περίπτωση νόμιμης ασφάλισης τους θα παρακρατούνταν από τις αποδοχές τους) τις προβλεπόμενες εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες αποτελούν και την αποκαταστατέα ζημία τους από την μη ασφάλισή τους (πρβλ.
ΑΠ 675/2012). Συγκεκριμένα, κατά το άρθ.3στ§7 του ίδιου ΠΔ υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στο NAT και στα άλλα ασφαλιστικά ταμεία η υπηρεσία Ελλήνων ναυτικών που διανύεται σε πλοία με ξένη σημαία, έστω και αν αυτά δεν έχουν συμβληθεί με το NAT, άρα και όταν έχουν συμβληθεί, υπό την προϋπόθεση, αδιακρίτως και στις δύο περιπτώσεις, ότι ναυτολογήθηκαν διά του Γραφείου Εύρεσης Ναυτικής Εργασίας (ΓΈΝΕ) ή της προξενικής αρχής και ότι κατέβαλαν τις εισφορές, κατά τα οριζόμενα στο προαναφερθέν άρθ.37, δηλ.
τις εισφορές που ισχύουν για συμβεβλημένα πλοία επαυξημένες κατά 7%. Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη από 24-12-2008 (και με αριθ.κατ. .../2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ο τώρα αναιρεσείων εξέθετε, ότι σε εκτέλεση συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατάρτισε στον Πειραιά την 26-7-2003 και την 13-7-2004 με την 1η εναγομένη, εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο 4ος, ενεργούσα ως αντιπρόσωπο της 2ης εναγομένης, εταιρείας που εδρεύει στις ..., πλοιοκτήτριας των με σημαία ...
τουριστικών πλοίων ..., ναυτολογήθηκε και εργάσθηκε στα ως άνω πλοία ως αρχιθαλαμηπόλος μέχρι την 19-1-2004 και 1-2-2005, αντίστοιχα, όταν απολύθηκε λόγω λήξης των συμβάσεων του, με όρους, συμφωνίες και αμοιβές που διέπονταν αποκλειστικά από την ελληνική νομοθεσία και τις ελληνικές ΣΣΝΕ, ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία 2η εναγομένη είχε υπογράψει με το NAT συμβάσεις ασφάλισης για τα ως άνω πλοία της, ειδικότερα δε (α) για το χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του στο πλοίο ...
ίσχυε μεταξύ αυτών η από 30-5-2003 σύμβαση ασφάλισης με ημερομηνία λήξης την 2-4-2004 (β) για το χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του στο πλοίο ... ίσχυαν μεταξύ της 2ης εναγομένης και του NAT οι συμβάσεις ασφάλισης (αα) από 22-12-2003 λήγουσα την 11-10-2004 και (ββ) από 22-12-2004 με ημερομηνία λήξης την 11-10-2005, ότι οι εναγόμενοι παράνομα και υπαίτια δεν τον ασφάλισαν στο NAT και δεν κατέβαλαν τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί οικονομικά κατά το συνολικό ποσό των 9.479,77€ (που αποτελεί τα ασφάλιστρα που όφειλαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτιθέμενα), αφού δεν προσμετράται στα συντάξιμα χρόνια το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής του και θα χρειασθεί να καταβάλει ο ίδιος τις ασφαλιστικές εισφορές στο NAT για την εξαγορά της υπηρεσίας του, ενώ από την παράνομη αυτή συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται σε 5.000€, ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται έναντι αυτού αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος και δη η 1η ως αντιπρόσωπος των πλοιοκτητριών στην Ελλάδα, ο 4ος ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και οι 2η και 3η ως πλοιοκτήτριες των πλοίων, στα οποία εργάσθηκε, με βάση δε τα περιστατικά αυτά, και μετά από μερική μετατροπή του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε (α) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν (κάθε ένας εις ολόκληρον) το ποσό των 2.479,77€ και (β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν (κάθε ένας εις ολόκληρον) το ποσό των 12.0006 (συνολικό ποσό 14.479,776), ως αποζημίωση για τις ασφαλιστικές εισφορές που θα πρέπει να καταβάλει στο NAT για την εξαγορά της παραπάνω υπηρεσίας του και ως χρηματική ικανοποίηση (ποσού 5.0006) για την ηθική βλάβη του κλπ., άλλως να του επιδικασθούν τα ποσά αυτά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή ήταν πράγματι αόριστη, όπως ορθά έκρινε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μη διαλαμβάνουσα τα κατ’ άρθ.216§1 ΚΠολΔ απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, αφού (α) δεν περιέχονται σ’ αυτήν με σαφήνεια και επάρκεια περιστατικά θεμελιωτικά της ευθύνης της 3ης εναγομένης εταιρείας και δη εις ολόκληρον με τους λοιπούς, καθόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ως προς την εναγομένη αυτήν, ενώ κατ’ επανάληψη αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι πλοιοκτήτρια και των δύο πλοίων, στα οποία εργάσθηκε ο ενάγων (...), είναι η 2η εναγομένη, η αοριστία δε αυτή δεν θεραπεύεται ούτε από την μνεία ότι οι 2η και 3η εναγόμενες εταιρείες ευθύνονται "αλληλέγγυα και εις ολόκληρον....ως πλοιοκτήτριες εταιρείες των πλοίων", στα οποία εργάσθηκε ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται τίνος πλοίου είναι πλοιοκτήτρια η 3η εναγομένη (β) δεν αναφέρεται σ’ αυτήν η ναυτολόγηση του ενάγοντος μέσω του Γραφείου Εύρεσης Ναυτικής Εργασίας ή της Προξενικής Αρχής, η οποία αποτελεί προϋπόθεση αναγνώρισης ως χρόνου ασφάλισης της υπηρεσίας Ελλήνων ναυτικών σε πλοία με ξένη σημαία σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα δηλ.
από το εάν τα πλοία αυτά είναι συμβεβλημένα με το NAT, το στοιχείο δε αυτό ήταν απαραίτητο, καθόσον ο ενάγων την ένδικη αξίωση αποζημίωσής του (λόγω μη καταβολής των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών) πειράται να θεμελιώσει ακριβώς στην δυνατότητα ασφαλιστικής εξαγοράς του χρόνου θαλάσσιας υπηρεσίας του στα παραπάνω πλοία με ξένη σημαία.
Επομένως είναι αβάσιμοι και γι’ αυτό απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης 1ος κατά το β’ σκέλος του, 2ος και 3ος, αληθώς από τον αριθ. 14 του άρθ.559 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, συμψηφισθούν, όμως, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 730/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ