Supreme Court allows appeal against labor court dismissal ruling due to alleged abuse of management rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision dismissing a union leader's contract termination. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding the alleged abuse of management rights but noted the union leader lacked independent legal representation. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 68, 669, 675A, 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court's reasoning is deemed sufficient regarding the abuse of management rights, even if the appellant lacked independent counsel, remitting the case for retrial with a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 769/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 20η Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δευτεροβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευτυχίου - Δημητρίου Καλαμίδα και Σοφίας Μαϊλιάνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Βασιλακάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 7-9-2016 δήλωσή του (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος: Τριτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτυχίου - Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.
Με την αγωγή συνεκδικάσθηκε η πρόσθετη παρέμβαση του και πάλιν προσθέτως παρεμβαίνοντος.
Επ’ αυτών εκδόθηκαν η 46/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και η 118/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-2-2015 αίτησή του και τους από 11-7-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή του μοναδικού πρόσθετου λόγου αυτής.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία κατά το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικα εφαρμόζεται και επί αιτήσεως αναιρέσεως (όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από τη σιωπηρή κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο άρθρο 1 του ν.4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση (ΑΠ 960/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου άσκησε την από 19-7-2016 πρόσθετη παρέμβασή της η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "...), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών της, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, αλλά και της ιδίας, η οποία είναι υπόχρεη στη μισθοδοσία των εργαζομένων των μελών της, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος.
Συνεπώς, η πρόσθετη παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω συνεκδικαζόμενη με την αίτηση (ΚΠολΔ 31 παρ.1).
2. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το προέχον ζήτημα που τίθεται με την ένδικη αγωγή είναι η ακυρότητα της από 30-4-2008 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας η οποία συνέδεε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ιδιωτικό φύλακα θήρας, με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον σωματείο (...), ως γενομένης κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του τελευταίου.
Σε συνάρτηση προς αυτό, βρίσκονται τα έτερα δύο κεφάλαια της ένδικης αγωγής, ήτοι α) η απαίτηση αφ’ ενός αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τη διενέργεια της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ως συνέπειας της ακυρότητας και αφ’ ετέρου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ως συνέπειας των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία και της προσβολής η οποία εξ αυτών επήλθε στην προσωπικότητα του ενάγοντος και β) ο δικαστικός εξαναγκασμός του εναγομένου σε πραγματική απασχόληση του ενάγοντος λόγω της υπερημερίας του, ως συνέπειας και πάλιν της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη αμετακλήτως ότι το υπό (α) κεφάλαιο της αγωγής είχε καταστεί αόριστο μετά την ενώπιον εκείνου δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος περί μερικής τροπής του αρχικού, καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό για το πέραν του ποσού των 12.000 ευρώ μέρος, χωρίς παράλληλα να διευκρινισθεί ποιο τμήμα του ποσού αυτού αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας και ποιο σε χρηματική ικανοποίηση.
Κατόπιν αυτού απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό ως απαράδεκτη. Καθίσταται προφανές όμως ότι η εν λόγω αοριστία και το εξ αυτής απαράδεκτο δεν συνδέεται προς τα έτερα κεφάλαια της αγωγής, των οποίων η νομική βασιμότητα ερείδεται επί διαφορετικών προϋποθέσεων. Κατά συνέπεια το εφετείο που μετά την εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως προέβη στην ουσιαστική έρευνα της ένδικης αγωγής ως προς τα εν λόγω λοιπά κεφάλαια, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτών ως δήθεν αορίστων.
Επομένως ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Στο άρθρο 656 εδ. α’ ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-03-2013) και, σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου (διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α’ 92/2013), καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα (ΟλΑΠ 9/2011), επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφ’ όσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά, τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας της καταγγελίας (έτσι η μειοψηφία στην ΟλΑΠ 9/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο, το εφετείο δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα του πρώτου να διαταχθεί η εκ νέου πρόσληψη και πραγματική απασχόληση αυτού από το δεύτερο με απειλή χρηματικής ποινής, χωρίς την επίκληση και απόδειξη πρόσθετων πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η άρνηση του εναγομένου να αποδέχεται στο μέλλον τις προσφερόμενες εκ μέρους του ενάγοντος υπηρεσίες γίνεται κάτω από περιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που θέτει η ΑΚ 281 ή συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του ή τον ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή προσβάλλουν το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και στη συμμετοχή του στην οικονομική ζωή.
Τέτοια περιστατικά πράγματι, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 656 εδ. α’ ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και στην παρούσα εκκρεμή κατά την έναρξη της ισχύος της υπόθεση, δεν ήταν αναγκαία. Επομένως, αν και χωρίς ειδική αναφορά στην τροποποίηση και την αναδρομικότητα της ισχύος της, το εφετείο ορθώς εφάρμοσε την ισχύουσα διάταξη και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή άλλως αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 904/2012).
Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ.
ΑΠ 184/2015, σκέψη αρ.3). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ’ όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 904/2012, πρβλ. ΑΠ 255/2006 για σύμβαση ορισμένου χρόνου).
5. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον σωματείο (...), του οποίου η δραστηριότητα, ως δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, προβλέπεται από το Δασικό Κώδικα (άρθρο 266 παρ.5 του ν.δ. 86/1969, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 177/1975) και εκτείνεται στην περιοχή της Μακεδονίας και Θράκης, την 21-3-2001, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 267 παρ.3 του ν.δ. 86/1969), είχε προσλάβει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ιδιωτικό φύλακα θήρας, στην περιοχή του Δασαρχείου ....
Ότι βασική υποχρέωση του ενάγοντος ήταν να έχει συνεχή φυσική παρουσία στους τόπους που προσφέρονται για κυνήγι εντός της ως άνω περιοχής, να ελέγχει τη συνδρομή των κατά νόμο προϋποθέσεων άσκησης θήρας και να καταμηνύει αρμοδίως τους τυχόν παραβάτες. Ότι, για την εκ μέρους του εναγομένου εποπτεία ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, ο ενάγων είχε την πρόσθετη υποχρέωση να τηρεί λεπτομερές ημερολόγιο των ενεργειών του, επί εντύπου, το οποίο του είχε χορηγήσει το εναγόμενο.
Ότι η σύμβαση εργασίας ανανεώθηκε κατ’ επανάληψη με τους ίδιους όρους, γι’ αυτό και ύστερα από αγωγή 55 ιδιωτικών φυλάκων θήρας, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, οι οποίοι πληρούσαν τις ίδιες προϋποθέσεις, αναγνωρίσθηκε, δικαστικώς, ότι έφερε εξ αρχής το χαρακτήρα συμβάσεως αορίστου χρόνου. Ότι, με έγγραφη πρόσκληση, το εναγόμενο κάλεσε τον ενάγοντα να εμφανισθεί την 13-03-2008 ενώπιον του διοικητικού του συμβουλίου, προκειμένου να δώσει εξηγήσεις σχετικά με το ότι ενώ, αρχικά, είχε συντάξει δελτίο ελέγχου, στο οποίο ανέφερε ότι την 19-01-2008 είχε καταλάβει τον Κ.
Α. να θηρεύει παρανόμως λαγό, στη συνέχεια, παρέλειψε να υποβάλει μήνυση για το εν λόγω συμβάν και, όταν του ζητήθηκε από την αρμόδια υπάλληλο, τηλεφωνικώς, η αιτία, απάντησε ότι δεν επρόκειτο για θήρα λαγού, αλλά μπεκάτσας. Ότι ο ενάγων εμφανίσθηκε και παρέσχε τις εξηγήσεις, ισχυριζόμενος ότι είχε γίνει λάθος κατά τη σύνταξη του δελτίου ελέγχου και ότι ο Κ.
Α., κατά τον ως άνω χρόνο, θήρευε, πράγματι, μπεκάτσα, της οποίας το κυνήγι επιτρεπόταν. Ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού του, επικαλέσθηκε τη σχετική καταγραφή στο ημερολόγιο, το οποίο του είχε χορηγήσει το Δασαρχείο ... και στο οποίο είχε αναγράψει ότι επρόκειτο για θήρα μπεκάτσας. Ότι μετά τις εξηγήσεις, το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου [που, προφανώς, δεν πείσθηκε από αυτές] αποφάσισε ομόφωνα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία διενεργήθηκε την 30-04-2008 και αποδόθηκε όχι μόνο α) στην παράλειψη του ενάγοντος να καταμηνύσει τον Κ.
Α., αλλά και στο ότι β) σταμάτησε από τον Ιανουάριο 2008 να συμπληρώνει το προσήκον ημερολόγιο ενεργειών, ενώ κατά το προηγούμενο έτος 2007 το συμπλήρωνε συνοπτικώς, γ) παρέλειψε να ενημερώσει, εγκαίρως, το εναγόμενο ή την πληρεξούσια δικηγόρο αυτού ως προς τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ποινικής υποθέσεως, στην οποία γνώριζε ότι έπρεπε να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής, γεγονός για το οποίο ακολούθησε αυστηρή παρατήρηση με το από 04-07-2007 έγγραφο του εναγομένου, δ) είχε προκαλέσει καταγγελίες σε βάρος του, για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους ελεγχόμενους κυνηγούς και ε) παρέλειψε την προς το εναγόμενο αποστολή επικυρωμένων αντιγράφων των μηνύσεων, που κατέθετε αρμοδίως, γεγονός για το οποίο αυτό τον είχε καλέσει προς συμμόρφωση με την από 15-11-2007 εξώδικη δήλωση.
Ότι όλες οι αιτιάσεις του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος, πλην της αναφερομένης υπό στοιχείο (β), ήτοι της διακοπής τήρησης του ημερολογίου, δεν είναι βάσιμες. Ότι, ειδικότερα, (α) η αναγραφή περί λαγού στο δελτίο ελέγχου οφειλόταν σε προφανή παραδρομή, οπότε δεν υπήρχε λόγος καταμήνυσης του Κ. Α., (γ) η παρακολούθηση της διαδικαστικής πορείας της ποινικής υποθέσεως αποτελούσε έργο της πληρεξούσιας δικηγόρου του εναγομένου και όχι του ενάγοντος, (δ) οι καταγγελίες είχαν γίνει από πρόσωπα, που είχαν ελεγχθεί και καταμηνυθεί από τον ενάγοντα και (ε) για τη χορήγηση αντιγράφου των υποβαλλομένων μηνύσεων είχαν αρνηθεί τη σύμπραξη οι αρμόδιες δασικές αρχές, οι οποίες διατηρούσαν νομικές επιφυλάξεις που δεν είχαν αρθεί μέχρι τη διενέργεια της καταγγελίας.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι για την παράλειψη τηρήσεως λεπτομερούς ημερολογίου ενεργειών, που ήταν η μόνη παραβίαση των υπηρεσιακών υποχρεώσεων του ενάγοντος για της οποίας τη βασιμότητα είχε πεισθεί, θα αρκούσε η επιβολή μιας ήπιας πειθαρχικής ποινής, χωρίς να είναι αναγκαία η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Ότι με τον τρόπο αυτό, η συνέπεια, που επιβλήθηκε στον ενάγοντα, δεν ήταν ανάλογη προς το παράπτωμα, το οποίο, πράγματι, είχε διαπράξει. Ότι το εναγόμενο, αντιθέτως, ήθελε να εκδικηθεί τον ενάγοντα για το ότι είχε διεκδικήσει δικαστικώς το χαρακτηρισμό της σύμβασής του ως αορίστου χρόνου και, γενικότερα, για το ότι ήταν ενεργό μέλος του συνδικαλιστικού σωματείου των ιδιωτικών φυλάκων θήρας, δια μέσου του οποίου επιδιωκόταν η [κατά την άποψη των εργαζομένων] βελτίωση θεσμικών ζητημάτων.
Ότι, εξ αυτού του λόγου, η ενέργεια του εναγομένου να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας υπερέβαινε, προφανώς, την εκ μέρους του καλόπιστη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και ήταν απαγορευμένη. Γι’ αυτό και εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας.
6. Κατά τη γνώμη, η οποία επικράτησε σ’ αυτό το δικαστήριο, με τις παραδοχές, που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη και με την υπαγωγική κρίση, που ακολούθησε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπή αιτιολογία και με τον τρόπο αυτό παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις, που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι υπήρξε παραβίαση της συμβατικής υποχρέωσης του ενάγοντος να τηρεί λεπτομερές ημερολόγιο των ενεργειών του, προκειμένου να καθίσταται εφικτή η επ’ αυτού εποπτεία του εναγομένου ως προς την προσήκουσα άσκηση των καθηκόντων του, έκρινε ότι η παραβίαση αυτή θα μπορούσε να κολασθεί με την επιβολή ήπιας πειθαρχικής ποινής και ότι δεν ήταν ανάλογη προς αυτήν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Παρέλειψε, όμως, να διευκρινίσει αν στο πλαίσιο λειτουργίας του εναγομένου προβλεπόταν πειθαρχική διαδικασία, την οποία αυτό μπορούσε και όφειλε να επιλέξει, αντί της καταγγελίας. Και στην πραγματικότητα, πέραν του ότι οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας εξομοιώνονται ως προς τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, πλην της αντιμισθίας, με τους δημόσιους θηροφύλακες και του ότι, συνεπεία αυτού, αποκτά επ’ αυτών δυνατότητα πειθαρχικού ελέγχου ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (άρθρο 117 του Υπαλληλικού Κώδικα, αναλογικώς εφαρμοζόμενο, βλ.
γνμδ ΝΣΚ 688/2002), δεν προβλέπεται στο πλαίσιο των κυνηγετικών οργανώσεων, γενικώς, η λειτουργία κάποιας πειθαρχικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, εάν κλονισθεί η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ιδιωτικού φύλακα θήρας και κυνηγετικής οργανώσεως, ο μόνος τρόπος αντίδρασης της τελευταίας είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (πρβλ.
ΑΠ 360/2009). Και παραπέρα, το Εφετείο δέχθηκε ότι είχε προηγηθεί μια σειρά από περιστατικά (οι από 01-03-2006, 17-03-2006 και 28-12-2007 καταγγελίες κυνηγών σε βάρος του ενάγοντος, η από 04-07-2007 αυστηρή παρατήρηση εκ μέρους του εναγομένου, η από 15-11-2007 εξώδικη διαμαρτυρία του εναγομένου και η από 05-03-2008 έγγραφη πρόσκληση προς τον ενάγοντα για την παροχή εξηγήσεων), τα οποία, ακόμη και αν μεμονωμένα επιδέχονταν αντίλογο ως προς τη βασιμότητα των αιτίων που τα είχαν προκαλέσει [έτσι έκρινε, ανελέγκτως, το Εφετείο], έδειχναν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη λειτουργία της συμβάσεως εργασίας.
Παρά ταύτα, το Εφετείο απέδωσε την καταγγελία σε διάθεση τους εναγομένου να εκδικηθεί τον ενάγοντα για τη συνδικαλιστική του δραστηριότητα, χωρίς να απαντήσει στο εύλογο ερώτημα γιατί στοχοποίησε μόνο [ή σχεδόν μόνο] τον ενάγοντα και γιατί ο τελευταίος δεν βρήκε συμπαράσταση στον προκείμενο δικαστικό αγώνα εκ μέρους του συνδικαλιστικού του φορέα, υπέρ του οποίου υποτίθεται ότι είχε ενεργήσει [χωρίς να εμπίπτει στην κατηγορία των προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών και χωρίς, πάντως, να γίνεται αναφορά σε κάποια έντονη δράση, που θα μπορούσε να έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα το εναγόμενο, για να δικαιολογεί την επιλεκτικά κακή διάθεσή του απέναντι στον ενάγοντα].
Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφησε, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνονται με γενικό τρόπο οι ελλείψεις αυτές, όπως, ως προς τους συλλογισμούς που δημιουργούν, συμπληρώνονται από τον εισηγητή (ΚΠολΔ 562 παρ.4) και με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
7. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον μόνο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού, αφού παραθέτει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ερμηνεία των εφαρμοστέων ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων, εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, από όλους τους (πέντε) λόγους για τους οποίους κατήγγειλα την μεταξύ εμού και του ενάγοντος σύμβαση εργασίας, οι οποίοι (λόγοι) αναφέρονται αναλυτικώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την πλημμελή άσκηση των συμβατικών καθηκόντων του αντιδίκου-ενάγοντος και την μη προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων αυτού, ο οποίος, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, προσλήφθηκε από εμένα ως θηροφύλακας την 21-3-2001.
Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η πλημμέλεια του αντιδίκου στην άσκηση των συμβατικών του καθηκόντων και η μη προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, έγκειται στο ότι αυτός από την πρόσληψή του (2001) μέχρι το έτος 2007 συμπλήρωνε επιγραμματικώς (ατελώς) το ημερολόγιο ενεργειών, που του είχα χορηγήσει, ενώ από τον Ιανουάριο του 2008 σταμάτησε αυθαιρέτως να συμπληρώνει το εν λόγω ημερολόγιο, χωρίς να με ενημερώσει.
Όπως τόνισα στις εφετειακές προτάσεις μου (σελ. 73-75 αυτών), απαντώντας στον πέμπτο λόγο της εφέσεως του αντιδίκου, η τήρηση του ημερολογίου αυτού είναι ουσιώδης διότι - λαμβανομένου υπόψη του ότι η έδρα μας είναι στην πόλη της Θεσσαλονίκης - μόνο μέσω αυτού μπορώ να ασκώ εποπτεία επί του έργου των θηροφυλάκων (όπως ο αντίδικος που εκτελούσε υπηρεσία στην ύπαιθρο στο Νομό ...) οι οποίοι εκτελούν υπηρεσία στην ύπαιθρο της Μακεδονίας και της Θράκης και συγκεκριμένα μόνο μέσω αυτού (ημερολογίου) μπορώ να εξάγω συμπεράσματα αναφορικά με τις περιοχές στις οποίες κινούνται οι θηροφύλακες, στους ελέγχους που διενεργούν και τις μηνύσεις που υποβάλλουν.
Άλλωστε, το Εφετείο στις παραδοχές του αναφέρει ότι ο αντίδικος, κατά τον όρο 1Δ της μεταξύ μας σύμβασης εργασίας, ήταν υποχρεωμένος να τηρεί λεπτομερές ημερολόγιο ενεργειών, το οποίο ελεγχόταν από εμένα. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε την άνω πλημμελή άσκηση των συμβατικών καθηκόντων του αντιδίκου-ενάγοντος και την μη προσήκουσα από αυτόν εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αφού κατά τις παραδοχές αυτός από την πρόσληψή του (2001) μέχρι το 2007 συμπλήρωνε επιγραμματικά (ατελώς) το ημερολόγιο ενεργειών που του είχα χορηγήσει και από τον Ιανουάριο του 2008 σταμάτησε να το συμπληρώνει ενώ, κατά την μεταξύ μας σύμβαση (αριθ. 1Δ όρος αυτής), ήταν υποχρεωμένος να τηρεί το ημερολόγιο αυτό, έπρεπε να δεχθεί περαιτέρω ότι αυτή η πλημμελής εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων και η μη προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος συνιστά νόμιμο και σοβαρό λόγο που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία εντεύθεν δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 του Α.Κ.
και δεν είναι καταχρηστική. Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η απόλυση του αντιδίκου-ενάγοντος ήταν καταχρηστική και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281 του ΑΚ, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 5 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974) ενώ δεν έπρεπε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών αυτών διατάξεων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και για τον παραδεκτό και βάσιμο αυτό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πρέπει να αναιρεθεί".
Ο λόγος αυτός έπρεπε κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι σ’ αυτόν αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ενώ οι λοιπές περιεχόμενες σ’ αυτόν αιτιάσεις είναι επίσης απαράδεκτες διότι αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Εξάλλου στο λόγο αυτό ούτε καθ’ υπόνοιαν περιέχονται αιτιάσεις για πλημμελή αιτιολογία και συνακόλουθα έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες σε κάθε περίπτωση θα ήσαν αβάσιμες. Τούτο διότι το εφετείο δέχθηκε αφενός μεν ότι τα παραπτώματα που αποδόθηκαν από το εναγόμενο στον ενάγοντα ήταν όλα αναληθή, πλην της μη λεπτομερούς τηρήσεως του ημερολογίου ενεργειών που του είχε χορηγήσει το εναγόμενο, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με τη λήψη ηπιότερων μέτρων, όπως με την επιβολή ανάλογης πειθαρχικής ποινής, αφετέρου δε ότι η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας έγινε στην πραγματικότητα λόγω της συνδικαλιστικής δράσεως του ενάγοντος και λόγω της ασκήσεως εκ μέρους του τελευταίου αγωγής κατά του εναγομένου με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με αυτό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και από την οποία δεν δέχθηκε να παραιτηθεί παρά το γεγονός ότι οι μισοί περίπου από τους συνενάγοντες συναδέλφους του είχαν παραιτηθεί κατόπιν πιέσεων των εκπροσώπων του εναγομένου.
Κατέληξε δε κατά λέξη ως εξής: "Η απόλυση του ενάγοντος είναι παράνομη και έγινε κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, αφού βασίσθηκε σε επίπλαστες και κατ’ επίφαση αιτιολογίες που δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, αλλά απέρρεαν από διάθεση εκδικήσεως προς το πρόσωπο του ενάγοντος και εκφοβισμού των υπολοίπων θηροφυλάκων για να τους αποτρέψει από την άσκηση κάθε νόμιμης συνδικαλιστικής δραστηριότητας, και υπερβαίνει προδήλως τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού".
Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εναγομένου για καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτών να διευκρινίζεται σ’ αυτές:
α) αν στο πλαίσιο λειτουργίας του εναγομένου προβλεπόταν πειθαρχική διαδικασία, την οποία αυτό μπορούσε και όφειλε να επιλέξει αντί της καταγγελίας, β) γιατί το εναγόμενο στοχοποίησε μόνο (ή σχεδόν μόνο) τον ενάγοντα και γ) γιατί ο ενάγων δεν βρήκε συμπαράσταση στον προκείμενο δικαστικό αγώνα εκ μέρους του συνδικαλιστικού του φορέα.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, λόγω και της μειοψηφίας, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 118/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων το σύνολο των δικαστικών εξόδων της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ