Legislator Case Law & Legislation
769/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court considered all evidence despite specific emphasis on one document.

Case Number 769/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Messina Resort Hotel against the Second Instance Court of Kalamata. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific evidence, yet the court found that the appellate court had indeed considered all submitted documents and expert reports in its final decision. The court ruled that the appellant's claims were baseless because the lower court explicitly stated it would evaluate all legally submitted evidence collectively, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 495 para. 4 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court, despite specific emphasis on one piece of evidence, has considered all legally submitted documents and evidence in its final decision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lower court review evidence evaluation collective assessment inadmissible appeal legal reasoning court discretion

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 769 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MESSINA RESORT HOTEL Ανώνυμος Ξενοδοχειακή - Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο MESSINA RESORT HOTEL S.A (πρώην "…"), που εδρεύει στο ... του Δήμου …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φυλακτόγλου 2. Δ. Ρ. του Κ., και 3.Ε. συζ. Δ. Ρ., το γένος Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γκουτίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2000 αγωγή αποζημίωσης της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και β) την από 20-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MESSINA RESORT HOTEL Ανώνυμος Ξενοδοχειακή - Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 69/2012 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όταν η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες, από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 437/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της από 12.1.2010 έφεσης της αναιρεσείουσας και της από 2.3.2010 έφεσης των δύο τελευταίων από τους αναιρεσιβλήτους κατά της οριστικής απόφασης 42/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία επιδικάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 469.376,39 ευρώ, ως υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της από τη σύμβαση έργου μεταξύ αυτής, ως εργολάβου, και της αναιρεσείουσας, ως εργοδότριας, για την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο ...

… την οποία (σύμβαση) κατήγγειλε η τελευταία, και ακόμη αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των 162.232,29 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, α) απορρίφθηκε η πρώτη έφεση, ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική σε βάρος της αναιρεσείουσας διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων για καταβολή στην ίδια του ποσού των 226.323, 30 ευρώ και β) έγινε δεκτή η δεύτερη έφεση μόνο ως προς την τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους και απορρίφθηκε, ως προς αυτή, η αγωγή της αναιρεσείουσας.

Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, τις αιτιάσεις, α) ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 700 και 361 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι η εκ μέρους της ίδιας καταγγελία της επίμαχης σύμβασης έργου ενεργεί για το μέλλον και δεν συνεπάγεται στέρηση της οφειλόμενης στην ενάγουσα εργολάβο και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εργολαβικής αμοιβής, μολονότι εγκύρως συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ, απαλλαγή της ίδιας, ως εργοδότριας, από την υποχρέωση καταβολής του υπόλοιπου της εργολαβικής αμοιβής σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης και κήρυξης έκπτωτου του εργολάβου και β), δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της (ένσταση) ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών απαλλαγή της ίδιας, από την υποχρέωση καταβολής στην εργολάβο πρώτη αναιρεσίβλητη του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους αυτής, ως εργοδότριας, της σύμβασης, όχι μόνο λόγω μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης του έργου, αλλά και λόγω της ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων κατ έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης για την επιδίκαση του υπολοίπου της εργολαβικής της αμοιβής, τα εξής: Μετά την από 8.12.1998 προφορική συμφωνία, επακολούθησε η από 21.7.1999 έγγραφη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε στην … μεταξύ της ως άνω εργοδότριας εταιρίας και της εργολήπτριας εταιρίας με την επωνυμία …, η οποία ανέλαβε την εκτέλεση μέρους των εργασιών του όλου έργου (γενικές εκσκαφές, εκσκαφές θεμελίωσης, εργασίες οπλισμένου και άοπλου σκυροδέματος, εργασίες οπτοπλινθοδομών, εργασίες επιχρισμάτων, εργασίες μονώσεων και εργασίες κατασκευής στεγών) αντί αμοιβής, που καθορίστηκε βάσει μονάδων εργασίας...Η εργολήπτρια ανέλαβε την υποχρέωση να εγκατασταθεί στο οικόπεδο της εργοδότριας και να κάνει έναρξη των εργασιών μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την υπογραφή του συμφωνητικού, ενώ έπρεπε να παραδώσει το έργο εντός προθεσμίας 5 μηνών από την εγκατάσταση της...Συμφωνήθηκε ακόμη ότι σε περίπτωση κατά την οποία η εργολήπτρια υπερβεί την παραπάνω προθεσμία παράδοσης του έργου πέραν του ενός μηνός ή επιδείξει προφανή αδυναμία "στην έντεχνη και εμπρόθεσμη εκτέλεση των εργασιών, τότε η εργοδότρια θα μπορεί, με μονομερή δήλωση της, κοινοποιούμενη στη εργολήπτρια με δικαστικό επιμελητή α) να την κηρύξει έκπτωτη από το δικαίωμα να συνεχίσει το έργο, β) να παρακρατήσει το τυχόν υπόλοιπο της οφειλής της και γ) να αναζητήσει κάθε άλλη θετική ή αποθετική ζημία που της προκάλεσε η καθυστέρηση...Να σημειωθεί ότι, προτού ασκηθούν οι ένδικες αγωγές, η εργοδότρια εταιρία, με την από 22.3.2000 εξώδικη δήλωση της που επιδόθηκε αυθημερόν στην εργολήπτρια εταιρία, κήρυξε έκπτωτη την τελευταία, ισχυριζόμενη ότι αυτή (εργολήπτρια) δεν τήρησε από υπαιτιότητα της τη συμβατική προθεσμία αποπεράτωσης του έργου.

Επιπλέον της γνωστοποιούσε την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, ύψους 24.750.000 δρχ., ενώ επιφυλάχθηκε για τις κακοτεχνίες του έργου. Δηλαδή η εργοδότρια άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας, το οποίο ενεργεί για το μέλλον (700 ΑΚ).

Συνεπώς ο ισχυρισμός, που περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο της έφεσης ότι η εργολήπτρια έχει απολέσει το δικαίωμα να διεκδικήσει τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ένα από τα επίμαχα θέματα, στα οποία επικεντρώνεται η διαμάχη των διαδίκων, αποτελεί βέβαια και το αν συμφωνήθηκε προφορικά η παράταση της συμβατικής προθεσμίας αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου, που έληξε στις 2.12.1999.

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τον όγκο και των πρόσθετων εργασιών και ενόψει του ότι τα αρχικά χρονικά όρια για την εκτέλεση του έργου ήταν ιδιαιτέρως πιεστικά, λόγω και του προκαθορισμένου προγράμματος εργασιών και χρόνου από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το Νοέμβριο του 1999 οι εκπρόσωποι της εργοδότριας και της εργολήπτριας Δ.

Π. και Κ. Φ. αντίστοιχα, συμφώνησαν προφορικά στο χώρο του εργοταξίου να παραταθεί η προθεσμία αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου μέχρι και τις 31.3.2000...Kατ' ακολουθίαν όλων αυτών ο ισχυρισμός της εργοδότριας ότι η εργολήπτρια απώλεσε το δικαίωμα να διεκδικήσει το τυχόν υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της, γιατί υπερέβη την προθεσμία παράδοσης του έργου πέρα από ένα μήνα είναι ουσιαστικά αβάσιμος...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, όπως με σαφήνεια συνάγεται, έκρινε ότι συμφωνήθηκε εγκύρως (στο πλαίσιο του άρθρου 361 ΑΚ και του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου/700 ΑΚ), μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, να απαλλάσσεται η εργοδότρια από την υποχρέωση καταβολής του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής, σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους της, της σύμβασης έργου και κήρυξης έκπτωτου του εργολάβου λόγω υπέρβασης της προθεσμίας παράδοσης του-έργου ή λόγω προφανούς αδυναμίας έντεχνης εκτέλεσης των εργασιών και ότι στις 22.3.2000 η εργοδότρια με εξώδικη δήλωση της κήρυξε έκπτωτη την εργολήπτρια, λόγω μη τήρησης από υπαιτιότητα της τελευταίας της συμβατικής προθεσμίας αποπεράτωσης του έργου, δηλαδή λόγω συνδρομής κατά τους ισχυρισμούς της μόνο της πρώτης συμφωνημένης περίπτωσης της μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου και όχι και της δεύτερης περίπτωσης της προφανούς αδυναμίας έντεχνης εκτέλεσης των εργασιών, στη συνέχεια δε απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης εργοδότριας για απώλεια του δικαιώματος της ενάγουσας εργολήπτριας στο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της, με την αιτιολογία ότι συμφωνήθηκε η παράταση της συμβατικής προθεσμίας αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου μέχρι τις 2.12.1999.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έλαβε υπόψη, όπως γίνεται φανερό, τον ισχυρισμό (ένσταση) της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για σύναψη με την ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη συμφωνίας απαλλαγής της πρώτης από την υποχρέωση καταβολής στη δεύτερη του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης έργου, τόσο λόγω υπέρβασης της προθεσμίας παράδοσης του έργου όσο και λόγω προφανούς αδυναμίας έντεχνης εκτέλεσης των εργασιών, τον οποίο στη συνέχεια απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του. Περαιτέρω, το Εφετείο, ως, προς το ζήτημα της υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριας προς καταβολή προς την ενάγουσα εργολήπτρια του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής της τελευταίας, μετά την εκ μέρους της πρώτης καταγγελία της επίμαχης σύμβασης έργου, διέλαβε την επάλληλη αιτιολογία ότι παρατάθηκε μέχρι τις 2.12.1999 η συμβατική προθεσμία αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου και συνεπώς η τελευταία δεν είχε υπερβεί την προθεσμία παράδοσης του έργου αιτία (υπέρβαση προθεσμίας) για την οποία και έλαβε χώρα η καταγγελία.

Η επάλληλη αυτή αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και το διατακτικό της απόφασης αναφορικά με την επιδίκαση στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής της. Συνακόλουθα είναι αλυσιτελής ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, για παραβίαση των άρθρων 700 και 361 ΑΚ, "λόγω της παραδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η καταγγελία της επίμαχης σύμβασης έργου ενεργεί για το μέλλον και δεν συνεπάγεται στέρηση της οφειλόμενης στην ενάγουσα εργολάβο αμοιβής, κατά παραγνώριση του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ και της πιο πάνω σχετικής συμφωνίας των μερών".

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.

β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για τη θεμελίωση της δεύτερης περίπτωσης από τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Αν όμως το δικαστήριο στήριξε το πόρισμα του κυρίως ή αυτοτελώς σε άλλα αποδεικτικά μέσα και επαλλήλως ή επικουρικά σε κάποια αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν νομίμως, ο λόγος αναίρεσης για λήψη ανεπιτρέπτως υπόψη των τελευταίων αυτών αποδεικτικών μέσων είναι αλυσιτελής. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από την τρίτη περίπτωση του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Με τους τρεις τελευταίους λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ' α) διότι δεν έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο τρία έγγραφα, που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε ανταποδεικτικά προς απόδειξη της αβασιμότητας του ισχυρισμού της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους προφορικά παράταση της αρχικής προθεσμίας εκτέλεσης του έργου (δεύτερος λόγος), β) διότι έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από την ενάγουσα χωρίς νόμιμη επίκληση τέσσερα μνημονευόμενα τιμολόγια για την απόδειξη των εκτελεσθεισών εκ μέρους, της εργασιών και του γύψους της εργολαβικής αμοιβής της (τρίτος λόγος) και γ) διότι δεν έλαβε υπόψη τον πίνακα του επιβλέποντος μηχανικού Α.

Α. και τα τιμολόγια που αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ύψους των δαπανών που η ίδια πραγματοποίησε για την αποκατάσταση των πραγματικών ελαττωμάτων και των ελλείψεων του έργου και τις οποίες αξίωσε με την από 20.11.1000 αγωγή της (τέταρτος λόγος). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται ότι "λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ενώπιον του εισηγητή δικαστή και περιέχονται στην υπ' αριθ. 12//2008 εισηγητική έκθεση, η από 24.7.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την υπ' αριθ. 28/2001 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας και ή οποία εκτιμάται ελευθέρως και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα (μεταξύ των οποίων και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ), με εξαίρεση την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα εταιρία ξενόγλωσση επιστολή του Νοσοκομείου Βοστώνης, που δεν λαμβάνεται υπόψη γιατί προσκομίζεται χωρίς επίσημη μετάφραση", και στην οποία διευκρινίζεται ότι "η ειδική μνεία στο σκεπτικό της απόφασης ενός συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου προς υποστήριξη ορισμένων περιστατικών ή γεγονότων γίνεται υπό την έννοια της έμφασης απλώς αυτού και όχι υπό την έννοια της στήριξης της κρίσης του Δικαστηρίου επί μόνου του στοιχείου που τονίστηκε και ότι το Δικαστήριο μολονότι δεν θα μνημονεύει ειδικώς και δεν θα αξιολογεί χωριστά, εν τούτοις θα λάβει υπόψη του και θα συνεκτιμήσει όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις", προκύπτει, σε συνδυασμό και με όλο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω αναφερόμενα υπό τα στοιχεία α' και γ έγγραφα.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω από τις αναφορές στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι "για τις εργασίες που διατυπώνει παράπονα η εκκαλούσα (εναγομένη-αναιρεσείουσα), εκδόθηκαν από την εργολήπτρια τα υπ' αριθ. 84/20.7.1999, 86/11.9.1999, 93/5.11.1999 και 95/26.11.1999 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία εξοφλήθηκαν, χωρίς να αμφισβητηθούν οι εργασίες αυτές από την εργοδότρια και ότι πέραν όμως αυτών, οι εν λόγω εργασίες μνημονεύονται, εκτός των άλλων, και στην 1η Έκθεση Κεντρικού Οργάνου Έλεγχου του ΥΠ.ΕΘ.Ο (Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων - Τμήμα Παρακολούθησης και Ελέγχου), που συνέταξε στις 25.10.2000 τριμελής επιτροπή μετά από αυτοψία που πραγματοποίησε από 15.3.2000 έως 17.3.2000", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε αυτοτελώς και με επάρκεια το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τις εκτελεσθείσες εργασίες εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, από τις οποίες και καθορίζεται το ύψος της εργολαβικής της αμοιβής, στην τελευταία αυτή έκθεση.

Επομένως είναι αλυσιτελής ο πιο πάνω τρίτος λόγος αναίρεσης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου, 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.9.2012 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 69/2012 του Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ