Supreme Court dismisses appeal where lower court properly considered and rejected appellant's claim of voluntary alienation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Thessaloniki Court of First Instance decision regarding inheritance disputes. The appellant argued the lower court erred by failing to consider a claim of voluntary alienation of property, but the court found the lower court had actually examined and rejected this argument. The court ruled that since the lower court considered the claim and dismissed it as baseless, the appeal lacked merit under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8, letter 8b of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the court of first instance has taken into account the appellant's claim and rejected it for any reason, whether formal or substantive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τομπαΐδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. συζ. Χ. Υ., θυγ. Π. Π. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Γ. Π. και της Ε. Π. και 2. Ζ. ή Ζ. συζ. Γ. Φ., το γένος Σ. ή Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τζαβέλλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 31-8-2010 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και με τις από 2-2-2005 προτάσεις-ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/ΤΜ/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1625/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αιμιλίας Λίτινα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, η αρχικώς πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Π. Π., απεβίωσε στις 8/10/2007 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την θυγατέρα της Σ. συζ. Χ. Υ. και τον υιό της Γ. Π., κατά το 1/2 από τον καθένα. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 21.2.2008 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την αδελφή του Σ. συζ. Χ. Υ.. Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1.10.2008 με την περί γνωστοποιήσεως του θανάτου των ανωτέρω δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, καταχωρηθείσα στα πρακτικά της δίκης της εν λόγω δικασίμου, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης κατά το άρθρο 287 ΚΠολΔ. Ήδη και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1 εδ. β, 292 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος, της δευτέρας αναιρεσιβλήτου Ζ. ή Ζ. συζύγου Γ. Φ., και της Σ. συζ. Χ. Υ., ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής πρώτης αναιρεσιβλήτου Ε. χήρας Π. Π. και του αποβιώσαντος Γ. Π..
II. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871 και 1872 αρ. 2 ΑΚ προκύπτει, ότι ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή κατά του κατακρατούντος pro herede αντικείμενα της κληρονομιάς δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση των κληρονομιαίων, ανεξαρτήτως του χρόνου που επελήφθη της νομής, μετά δηλαδή την αυτοδικαίως διά του θανάτου του κληρονομουμένου γενομένη επαγωγή της εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονομιάς ή μετά από αυτή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1879 ΑΚ, εφόσον δεν έχει παραγραφεί η περί κλήρου αγωγή, ο νομέας της κληρονομιάς δεν μπορεί να επικαλεσθεί κατά του κληρονόμου την χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) πράγματος που νέμεται ως ανήκον στην κληρονομιά κατ'αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος. Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται αναστολή ή διακοπή της κτητικής παραγραφής, σκοπείται όμως η διατήρηση του πλεονεκτήματος που εξασφαλίζει στον αληθή κληρονόμο ο μακρός χρόνος παραγραφής της περί κλήρου αξιώσεως, διότι, σύμφωνα με αυτήν, η τυχόν κτηθείσα κυριότητα του νομέως επί κληρονομιαίων πραγμάτων, δεν είναι αντιτάξιμη κατά του κληρονόμου, μέχρι την απόσβεση της περί κλήρου αξιώσεως, ούτε ως μέσο αμύνης κατά της περί κλήρου αγωγής του κληρονόμου, ούτε με επιθετική πράξη του νομέως, ήτοι εμπράγματη αγωγή κυριότητος του κατεχομένου κληρονομιαίου πράγματος.
Η περί κλήρου δε αγωγή υπόκειται στην συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, με αφετηρία την κατάληψη έστω και μερικών από τα κληρονομιαία πράγματα, επέρχεται δε διακοπή της, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, με την άσκηση της περί κλήρου αγωγής και επέκεινα με κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αφορώσα την αγωγή αυτήν.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 980 έως 984 και 994 ΑΚ, προκύπτει, ότι, εάν ο συγκύριος, συνεπώς, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και ο συγκληρονόμος, κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι το κατέχει και για τους λοιπούς συγκυρίους ή τους συγκληρονόμους και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν τους γνωστοποιήσει ότι νέμεται μεγαλύτερο μέρος από την μερίδα του ή ολόκληρο ως κύριος (Ολ.ΑΠ 485/82).
Η γνώση των λοιπών συγκυρίων ή συγκληρονόμων δεν απαιτείται να γίνει με ορισμένο τρόπο. Τοιαύτη γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί, μη ευρισκόμενοι στην κατοχή του κοινού συννομείς, εξεδήλωσαν καθοιονδήποτε τρόπο την βούληση να μην είναι νομείς (συννομείς), πράγμα το οποίο συμβαίνει και επί εκούσιας αποξενώσεως από το επίκοινο.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ συνάγεται, ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία. Και κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, η οποία, κατά το άρθρο 983 του Κωδικός, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο με διάνοια κυρίου δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Σ. ή Σ. Π., κάτοικος εν ζωή ..., ήταν πατέρας των διαδίκων και απεβίωσε στη Βέροια, στις 23-12-1970, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, τη σύζυγο του Α.
Π., τις δύο ενάγουσες θυγατέρες του και τον εναγόμενο υιό του. Ο παραπάνω κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος νομέας και κάτοχος των εξής ακινήτων: 1) ενός οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 224,36 τ.μ. που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. 20 οικοδομικό τετράγωνο της πόλης της ..., στη συνοικία "Τσερμέν", επί της οδού ..., το οποίο συνορεύει με την οδό ..., με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ά.
Λ., με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ν. Π., με οικόπεδο αγνώστων ιδιοκτητών και με δίοδο, όπως αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο του συμβ/φου Βέροιας Δημ. Τζίμα, τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ. Π., με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Α. Εντός του οικοπέδου υπάρχει διώροφη οικία, εμβαδού κάθε ορόφου 46,50 τ.μ., δεύτερη διώροφη οικία, εμβαδού κάθε ορόφου 46,50 τ.μ. 2) ποσοστού 1/2 ενός οικοπεδικού τμήματος εμβαδού 61,97 τ.μ., που χρησιμοποιείται ως κοινή δίοδος, όπως αυτό σημειώνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα υπό στοιχεία Ν-Μ-Λ-Κ-Π-Ο-Ξ-Ν και συνορεύει με την οδό ..., με οικόπεδο ιδιοκτησίας Α.
Τ., με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ν. Π. και με το άνω περιγραφόμενο υπό αριθμ. (1) οικόπεδο, 3) ενός αγρού έκτασης 5 στρεμμάτων, κείμενου στη θέση "Ρειζ", της κτηματικής περιοχής αγροκτήματος Οινόης, 4) ενός αγρού έκτασης 2 στρεμμάτων, κείμενου στη θέση Βρύσης, της ίδιας ως άνω κτηματικής περιοχής, 5) ενός αγρού έκτασης 2 στρεμμάτων, κείμενου στη θέση Βρύσης, της ίδιας ως άνω, κτηματικής περιοχής, 6) ενός αγρού έκτασης 2 στρεμμάτων και επτακοσίων πενήντα μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 418, κείμενου στην κτηματική περιοχή Οινόης, 7) ενός αγρού έκτασης 7 στρεμμάτων και εκατόν πενήντα πέντε μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 351, κείμενου στην ίδια ως άνω κτηματική περιοχή, 8) ενός αγρού έκτασης 12 στρεμμάτων και πεντακοσίων μέτρων, κείμενου στην ίδια ως άνω κτηματική περιοχή, 9) ενός αγρού έκτασης επτακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στην θέση "Κιοζ-Τεπέ" στην ίδια ως άνω κτηματική περιοχή, 10) ενός αγρού έκτασης πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 146, κείμενου στη θέση "Αμπέλια-Κιοζ-Τεπέ", στην ίδια ως άνω κτηματική περιοχή, 11) ενός αγρού έκτασης 1 στρέμματος και εκατόν σαράντα μέτρων, κείμενου στη "Αμπέλια-Κιοζ-Τεπέ", στην ίδια ως άνω κτηματική περιοχή, 12) ενός αγρού έκτασης πεντακοσίων εξήντα δύο τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στη θέση "Ρειζ", της κτηματικής περιοχής αγροκτήματος Οινόης, 13) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης 2 στρεμμάτων και εκατό μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 382, κειμένου στην κτηματική περιοχή αγροκτήματος Οινόης, 14) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης 5 στρεμμάτων και οκτακοσίων μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 651, κείμενου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος Οινόης, 15) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης 1 στρέμματος και πεντακοσίων μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 901, κειμένου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος Οινόης, 16) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης 9 στρεμμάτων και πεντακοσίων μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 952, κείμενου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος Οινόης, 17) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης επτακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 52 κειμένου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος Οινόης και 18) ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού έκτασης εξακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων, με αριθμό τεμαχίου 147, κειμένου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος Οινόης.
Τα ακίνητα υπό στοιχεία 1 και 2 περιήλθαν στην κατοχή του δικαιοπαρόχου των διαδίκων από αγορά με το υπ αριθμ. .../1937 συμβόλαιο του άλλοτε συμβ/φου Βέροιας Αντωνίου Σαρρηκωστή και την υπ' αριθμ. 4159/1937 διορθωτική πράξη του ιδίου ως άνω συμ/φου νομίμως μεταγεγραμμένων. Τα ακίνητα υπό στοιχεία 3,4 και 5 ακίνητα περιήλθαν στην κατοχή του δικαιοπαρόχου των διαδίκων από αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1933 συμβολαίου του άλλοτε συμβ/φου Κοζάνης Χαρισίου Πράσσου, νομίμως μεταγεγραμμένου, τα υπό στοιχεία 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 ακίνητα περιήλθαν στην κατοχή του δικαιοπαρόχου των διαδίκων από αγροτική αποκατάσταση δυνάμει του με αριθμό 5341/1974 τίτλου κυριότητας της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας Κοζάνης, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενώ τα υπό στοιχ. 13, 14, 15, 16, 17 και 18 ακίνητα περιήλθαν στην κατοχή του δικαιοπαρόχου των διαδίκων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1974 τίτλου κυριότητας της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας Κοζάνης.
Στην κυριότητα των παραπάνω ακινήτων υπεισήλθαν μετά το θάνατο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους οι. διάδικοι (τέκνα του) και η ήδη αποβιώσασα σύζυγος του, μητέρα των διαδίκων, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αποδέχτηκαν δεν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, ο μεν εναγόμενος και η ανωτέρω μητέρα των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. .../1983 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμ/φου Βέροιας Αναστασίας Σπανίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δε ενάγουσες με την υπ' αριθ. .../2004 δήλωση αποδοχής ενώπιον της Συμ/φου Βέροιας Όλγας Γιαμά, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα.
Η μητέρα των διαδίκων Α. Π. απεβίωσε στις 25-4-1995 και εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον εναγόμενο στο δικό της κληρονομικό μερίδιο, οπότε αυτός έγινε κύριος ποσοστού 2/4 εξ αδιαιρέτου στα ακίνητα που προαναφέρθηκαν. Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες δεν διεκδίκησαν τα μερίδια τους μετά το θάνατο του πατέρα τους, επειδή ζούσε η μητέρα τους, που απεβίωσε το έτος 1995, που διέμενε μαζί με τον εναγόμενο στη διώροφη οικία που είχε κτισθεί από τον πατέρα τους, εξ άλλου η δεύτερη ενάγουσα διαμένει στη ...
των Η.Π.Α. και η πρώτη στην ... του Νομού Πέλλας. Ποτέ όμως δεν εξεδήλωσαν πρόθεση να αποποιηθούν υπέρ του εναγομένου-αντενάγοντος το κληρονομικό τους μερίδιο στα ακίνητα που έχουν προαναφερθεί, άλλωστε ο τελευταίος με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της αγωγής και της ανταγωγής συνομολόγησε το κληρονομικό δικαίωμα των εναγουσών στα αγροτικά ακίνητα της κληρονομιάς, αμφισβήτησε όμως αυτό, ως προς το οικόπεδο και τα εντός αυτού κτίσματα, που βρίσκεται εντός της πόλεως της ... .
Ούτε προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, ότι ο εναγόμενος - αντενάγων, γνωστοποίησε στις ενάγουσες την πρόθεση να αντιποιηθεί το κληρονομικό τους δικαίωμα στο ακίνητο αυτό μετά το θάνατο του πατέρα τους. Αυτό άρχισε να διαφαίνεται μετά το θάνατο της μητέρας τους το έτος 1995, η οποία με την υπ' αριθμ. .../1983 δημόσια διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1797/1995 πρακτικό του Μον/μελους Πρωτοδικείου Βέροιας, τον εγκατέστησε κληρονόμο της στο μερίδιο της στα επίδικα ακίνητα, ενώ αν ο εναγόμενος είχε ήδη εκδηλώσει πρόθεση να τα κατέχει και να τα νέμεται εξ ολοκλήρου, κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε.
Συνεπώς το κληρονομικό δικαίωμα των εναγουσών που ανέρχεται σε ποσοστό 4/16 εξ αδαιρέτου για την κάθε μία στα επίδικα ακίνητα, δεν έχει υποπέσει σε εικοσαετή παραγραφή, ούτε ο εναγόμενος -αντενάγων έχει καταστεί κύριος των κληρονομικών τους μεριδίων με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν αποδείχτηκε ότι από το θάνατο του πατέρα τους, τους γνωστοποίησε την πρόθεση του να κατέχει και να νέμεται εξ ολοκλήρου τα κληρονομιαία ακίνητα.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα έχουν προαναφερθεί, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να απορριφθεί ως αβάσιμη η ανταγωγή, να αναγνωριστεί ότι οι ενάγουσες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρονομούμενου πατέρα τους Σ. Π., που απεβίωσε στη ... στις 23-12-1970 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία στα κληρονομιαία ακίνητα".
Ακολούθως, το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής της υπό των εναγουσών ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 127/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την περί κλήρου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας αυτές (ενάγουσες) συγκληρονόμους επί των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστό 4/16 τη καθεμία, διατάσσοντας την προς αυτές απόδοση τους κατά το ποσοστό αυτό και απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη α) την υπό του αναιρεσείοντος εναγομένου προταθείσα ένσταση της εικοσαετούς παραγραφής της περί κλήρου αγωγής, καθώς και την ένσταση της εικοσαετούς κτητικής παραγραφής, όσον αφορά στο υπ' αριθμ. 1 της αγωγής ακίνητο (οικόπεδο, εμβαδού 224.36 τ.μ.
μετά της επ' αυτού ανεγερθείσης οικοδομής) καθώς και β) την υπ' αυτού ασκηθείσα ανταγωγή, διώκουσα την αναγνώριση" της κυριότητος του επί του ιδίου ακινήτου, ερειδομένης επί της εκτάκτου χρησικτησίας. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα θεμελιωτικά της περί κλήρου αγωγής των αναιρεσιβλήτων περιστατικά και ειδικότερα, α) η εξ αίματος συγγενική αυτών σχέση με τον αποβιώσαντα στις 23/12/1970, κοινό δικαιοπάροχο όλων των διαδίκων, Σ.
Π., επί της οποίας ερείδεται το επίδικο κληρονομικό δικαίωμα, β) η υπ'αυτού νομή και κατοχή των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων κατά τον χρόνο του θανάτου του και γ) η κατακράτηση αυτών υπό του αναιρεσείοντος εναγομένου pro herede. Περαιτέρω πληρότητα αιτιολογιών εμπεριέχει η προσβαλλολομένη απόφαση και ως προς την αποφατική κρίση περί της ουσιαστικής βασιμότητος της υπό του αναιρεσείοντος εναγομένου ασκηθείσης ανταγωγής και των υπ' αυτού προταθεισών ενστάσεων, α) ιδίας κυριότητος, ερειδομένης επί της εκτάκτου χρησικτησίας, και β) της εικοσαετούς παραγραφής της περί κλήρου αγωγής, αφορωσών στο υπ' αριθμ. 1 της αγωγής άνω ακίνητο, του Εφετείου δεχομένου, ότι, κατά το έτος 1995, μετά τον θάνατο της μητέρας των διαδίκων Α.
συζύγου Σ. Π., επισυμβάντος στις 25/4/1995, ο εναγόμενος εγνωστοποίησε στις εναγόμενες αναιρεσιβλητες την εναντία βούληση του να το εξουσιάζει εξ' ολοκλήρου ως ιδικό του, οπότε, κατά τις παραδοχές αυτές, μέχρι τότε, από του χρόνου επαγωγής της κληρονομίας του άνω κοινού δικαιοπαρόχου (23/12/1970 που αυτός απεβίωσε) και της εντεύθεν κτήσεως της νομής, οι αναιρεσίβλητες ήσαν συννομείς και συγκάτοχοι επί του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εκάστη, αντιπροσωπευόμενες στην άσκηση των επί μέρους διακατοχικών πράξεων από τον αναιρεσείοντα συγκληρονόμο, καθώς και ότι μετά το έτος αυτό της αντιποιήσεως της νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής (12/2/2004), ο διαδραμών χρόνος αποκλειστικής νομής και κατοχής επί του ιδίου ακινήτου, δεν επαρκούσε για την συμπλήρωση της εικοσαετούς κτητικής και αποσβεστικής παραγραφής.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας, όσον αφορά την κατάφαση για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την αποφατική κρίση για την βασιμότητα της ανταγωγής και των άνω προταθεισων ενστάσεων, και η παράθεση των επί μέρους διακατοχικών πράξεων που άσκησαν οι ενάγουσες αναιρεσίβλητες επί του ιδίου ως άνω ακινήτου, αφού το κληρονομικό τους δικαίωμα επ' αυτού και η ασκούμενη αξίωση προς απόδοση της κληρονομίας ερείδονται αποκλειστικώς στα προμνημονευθέ-ντα υπό στοιχ.
α', β' και γ' στοιχεία, όχι όμως και στην άσκηση διακατοχικών πράξεων, οι οποίες άλλωστε ενυπάρχουν σε εκείνες που άσκησε ο εναγόμενος αναιρεσείων, κοινωνός, επ' ονόματι και για λογαριασμό τους. Επομένως, οι διά του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, προβαλλόμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των μνησθεισών ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Η διά του ιδίου (πρώτου) λόγου αναιρέσεως , κατά το δεύτερο μέρος, προβαλλόμενη αιτίαση, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη ότι η αντιποίηση της νομής από τον αναιρεσείοντα έλαβε χώρα κατά το έτος 1995, μετά τον θάνατο της μητέρας του, και όχι από του έτους 1970, που απεβίωσε ο άνω κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων, ενόψει της παραδοχής ότι αυτός διέμενε με την μητέρα του στην ανωτέρω οικία, ως πλήττουσα, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
Περαιτέρω, η διά του ιδίου, κατά το τρίτο μέρος, λόγου αναιρέσεως, προβαλλόμενη αιτίαση, όπως εκτιμάται, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, ενώ στις παραδοχές του Εφετείου, όσον αφορά στο ουσιώδες ζήτημα της αντιποιήσεως της νομής από τον αναιρεσείοντα, αναφέρεται ότι αυτή (αντιποίηση) εχώρησε στο ιδανικό κληρονομικό μερίδιο κατά το 1/4 της αποβιωσάσης μητέρας των διαδίκων Α.
συζύγου Σ. Π., ενώ έννομη σημασία στην επίδικη διαφορά έχει το εάν και πότε η εν λόγω αντιποίηση έγινε από τον αναιρεσειοντα ως προς το κληρονομικό μερίδιο των εναγουσών, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, ως ερειδομένη επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της αποφάσεως, το Εφετείο, έκρινε καταφατικώς περί της γενομένης αντιποιήσεως της νομής από του έτους 1995 του ιδανικού κληρονομικού μεριδίου των εναγουσών και όχι της μητέρας των, που δεν ήταν διάδικος στην διά της άνω αγωγής ανοιγείσα δίκη, μνημονευομένη στις αιτιολογίες διηγηματικώς στα πλαίσια της γενικοτέρας επιχειρηματολογίας της αποφάσεως προς υποδήλωση του χρόνου αντιποιήσεως του επιδίκου κληρονομικού μεριδίου των εναγουσων.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1879 ΑΚ. γιατί το Εφετείο, καίτοι εδέχθη την "εκούσια αποξένωση" των εναγουσων από της νομής των επιδίκων ήδη από του χρόνου του θανάτου του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, δηλαδή πριν από το έτος 1995, οπότε , κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, δεν ήταν αναγκαία η γνωστοποίηση της αντιποιήσεως της νομής από αυτόν, στην συνέχεια απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις και την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμους.
Η αιτίαση όμως αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι στις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταφάσκεται ουσιαστική κρίση περί εκούσιας αποξενώσεως των αναιρεσιβλήτων από της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων, τοιαύτη δε κατάφαση δεν εμπεριέχει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα η υπό των τελευταίων αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα τους πολύ μεταγενέστερα από τον θάνατο αυτού.
III. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ. 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ. 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ. 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της ανταγωγής του αναιρεσείοντος και των άνω ενστάσεων ισχυρισμό ότι οι ενάγουσες είχαν αποξενωθεί εκουσίως από την νομή στα κληρονομιαία ακίνητα μετά τον θάνατο του πατέρα τους κατά το έτος 1970. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο διά της παραδοχής ότι "ποτέ οι ενάγουσες δεν εξεδήλωσαν πρόθεση να αποποιηθούν το κληρονομικό τους μερίδιο στα ακίνητα που έχουν προαναφερθεί". Επομένως, η ανωτέρω αιτίαση (άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ), είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Ιουνίου 2007 αίτηση του Φ. Π. για αναίρεση της 1625/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ