Legislator Case Law & Legislation
769/2010 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to appellate court's failure to justify salary calculation and bonus entitlement.

Case Number 769/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding back pay and bonus entitlements. The appellate court failed to provide specific reasoning on whether the employee was eligible for the agreed annual bonus or how to calculate the corresponding salary for unpaid work. Consequently, the court found the lower court's decision legally flawed and remanded the case for a new trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 KPolD; Art. 580 para. 3 KPolD: An appeal based on a violation of the duty to provide specific reasoning is admissible if the lower court fails to justify key factual determinations, necessitating a remand for retrial.

Keywords

AI generated
duty of specific reasoning remand for retrial salary calculation error bonus entitlement dispute appellate court defect labor law back pay Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 5 para. 3 lit. a' of Law 3198/1955
Art. 1 and 3 of Law 2112/1920
Art. 5 of Law 3198/1955
Art. 669 of the Civil Code
Art. 559 para. 19 KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD
Art. 106 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 769 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα του ύψους των συνολικών τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος, κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, από τον οποίο προσδιορίζεται και το ύψος των οφειλόμενων μισθών υπερημερίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν ο αναιρεσείων δικαιούται ή όχι τη συμφωνηθείσα και σαφώς προσδιοριζομένη στην αγωγή πρόσθετη παροχή του (ετήσιο bonus) και κατ΄ επέκταση αν πρέπει και κατά ποιο ποσό να συνυπολογισθεί αυτή για τον καθορισμό του ύψους των μισθών υπερημερίας.

Αριθμός 769/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2270/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6476/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης στο σύνολό του και ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και 2) να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερο μέρος του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955,η καταγγελία της "άριστου χρόνου εργασιακής συβάσεως(που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920,2 και 5 του ν. 3198/1955 και 669 του ΑΚ) θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως, είναι άκυρη η καταγγελία αν ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απολύσεως, που σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 2 του ν.2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν.3198/1955 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 656 παρ. 1 του ΑΚ, αν ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το μηνιαίο μισθό του καθώς και τις τάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές τις οποίες κατέβαλλε σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα κατά μήνα κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας του και τις οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του.

Προϋποτίθεται, ότι οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα παρέπεται δε, ότι αναγκαίο περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής του μισθωτού, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η αναφορά του ύψους του νόμιμου ή συμβατικού μισθού καθώς και των τυχόν λοιπών πρόσθετων παροχών μισθολογικού χαρακτήρα.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2190/1920,5 παρ. 1 του Ν.3198/1955 και 1 της 95/1949 διεθνούς σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου",που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή πάνω από τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας του.

Με την αποδοχή της πιο πάνω παροχής καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της, ως μισθού, οπότε η παροχή αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός επιφύλαξε ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως της, ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, οι οποίες έπαυσαν να υπάρχουν.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για να κριθεί αν συντρέχουν οι όροι της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή αν δεν συντρέχουν, οπότε αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:Στις ... ο αναιρεσείων συνήψε με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης "Η ΙΟΝΙΚΗ-Α.Ε.Γ.Α" έγγραφη σύμβαση, επιγραφομένη ως σύμβαση έργου, με την οποία προσελήφθη από αυτήν ως Διευθυντής Δικτύου Πωλήσεων κλάδου Ασφαλίσεων Ζωής.

Ειδικότερα, στα καθήκοντα του περιλαμβανόταν η εκπαίδευση ασφαλιστικών συνεργατών και η διεύθυνση της υπηρεσίας οργάνωσης ελευθέρων πωλήσεων για τους κλάδους ζωής και κεφαλαιοποιήσεως στην Αθήνα και την επαρχία. Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε οκταετής και η αμοιβή του στο ποσό των 4.800.000 δραχμών ετησίως, καταβλητέο σε δώδεκα μηνιαίες δόσεις.

Το Δεκέμβριο του 1996,η εταιρία "Η ΙΟΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." συγχωνεύθηκε από την ασφαλιστική εταιρία "ΜΕΤROLΙFΕ Α.Ε.Γ.Α" και στις ..., ο αναιρεσείων κατάρτισε με την τελευταία την από ... σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσελήφθη από αυτή για το χρονικό διάστημα από 1.3.1998 μέχρι 31.12.2000,με τη δυνατότητα παράτασης μέχρι 31.12.2003.Με τη σύμβαση αυτή του ανατέθηκαν καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων και ειδικότερα ανέλαβε την ευθύνη προωθήσεως των πωλήσεων όλων των κλάδων ασφάλισης.

Οι αποδοχές του ορίσθηκαν στο ποσό των 850.000 δραχμών μηνιαίως. Εν συνεχεία, στις ..., ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία του ανατέθηκαν τα ίδια καθήκοντα, αντί μηνιαίου μισθού 1.200.000 δραχμών. Επιπλέον του χορηγήθηκε πιστωτική κάρτα της Εμπορικής Τράπεζας για δαπάνες μέχρι 150.000 δρχ.

το μήνα,^00.000 δρχ. για έξοδα παραστάσεως και δημοσίων σχέσεων, μηνιαίως, καθώς και πρόσθετη αμοιβή (Βοnus), με βάση το ύψος της νέας πρωτοετούς παραγωγής της εταιρίας, οριζόμενο εκάστοτε από τον Πρόεδρο της εταιρίας. Τον Ιούλιο του 2002,η άνω εταιρία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ασφαλιστική εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", από τη συγχώνευση δε αυτή προέκυψε η αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε".Η τελευταία, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.ΕΛ.Ε.Ζ." υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της άνω εταιρίας, η οποία και αυτή είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της εταιρίας "ΙΟΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.".Στις ...,ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη έγγραφη σύμβαση, επιγραφομένη ως "σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών".Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε διετής, τα καθήκοντα του ήσαν παρεμφερή με αυτά των προηγουμένων συμβάσεων και ως αμοιβή του συμφωνήθηκε το ποσό των 4.400 ευρώ μηνιαίως, επί 14,5 φορές ετησίως.

Του χορηγήθηκαν, επίσης, εταιρική κάρτα για δαπάνες μέχρι 730 ευρώ, το μήνα και επί πλέον 760 ευρώ, μηνιαίως, ως έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, συμφωνήθηκε δε, ότι θα δικαιούται ετήσιο bonus,υπολογιζόμενο ημερολογιακώς, για κάθε χρόνο και ανερχόμενο σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency και μόνον σε περίπτωση που τα πιο πάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν, κατ' έτος, το ποσό των 5,2 εκατομ.

ευρώ. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι 1)η έννομη σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη και τις δικαιοπαρόχους αυτής, ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,2)η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στον αναιρεσείοντα την από 15.11.2004 έγγραφη δήλωση της, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση από την 30.11.2004,δίχως να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και 3) η καταγγελία αυτή, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είναι άκυρη (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955) και η αναιρεσίβλητη, που αρνείτο να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσειόντος, περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1.12.2004 έως 30.10.2005 μισθούς υπερημερίας.

Τέλος δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά τον χρόνο της απόλυσης του, ελάμβανε μηνιαίο μισθό 4.400 ευρώ, πλέον 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και 760 ευρώ για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, και ότι άλλες τακτικές παροχές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντά που να συνυπολογίζονται στον μηνιαίο μισθό του (bonus) δεν αποδείχθηκαν.

Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές το Εφετείο, δι έλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα του ύψους των συνολικών τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος, κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, από το οποίο προσδιορίζεται και το ύψος των οφειλόμενων μισθών υπερημερίας.

Ειδικότερα, ενώ υπάρχει η παραδοχή της απόφασης ότι στις 5.5.2003 ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη έγγραφη σύμβαση, διάρκειας δύο ετών, με την οποία ως αμοιβή του συμφωνήθηκε το ποσό των 4.400 ευρώ μηνιαίως, του χορηγήθηκαν εταιρική κάρτα για δαπάνες μέχρι 730 ευρώ, το μήνα και επί πλέον 760 ευρώ, μηνιαίως, ως έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως και ακόμη συμφωνήθηκε, ότι θα δικαιούται ετήσιο bonus, υπολογιζόμενο ημερολογιακώς, για κάθε χρόνο και ανερχόμενο σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Αgency και μόνον σε περίπτωση που τα πιο πάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν, κατ' έτος, το ποσό των 5,2 ευρώ, όμως το εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά τον χρόνο της απόλυσης του, ελάμβανε μηνιαίο μισθό 4.400 ευρώ, πλέον 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και 760 ευρώ για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, συνολικά δε 5.890 ευρώ, μηνιαίως και ότι άλλες τακτικές παροχές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, που να συνυπολογίζονται στον μηνιαίο μισθό του (bonus) δεν αποδείχθηκαν, δίχως μάλιστα να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτή αν κατά το έτος της απόλυσης του, με την παροχή της εργασίας του, εισπράχθηκαν ασφάλιστρα από πρωτοετή ατομικά ασφαλιστήρια ζωής και προσθηκών του δικτύου Αgency και το συνολικό ύψος αυτών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν ο αναίρεσε ίων δικαιούται ή όχι τη συμφωνηθείσα και σαφώς προσδιοριζόμενη στην αγωγή πρόσθετη παροχή του(ετήσιο bonus) και κατ' επέκταση αν πρέπει και κατά ποιο ποσό να συνυπολογισθεί αυτή για τον καθορισμό του ύψους των μισθών υπερημερίας.

Να σημειωθεί ότι για τη μη επιδίκαση της παροχής αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, υπέβαλε συγκεκριμένο λόγο εφέσεως. Έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθότητας του πορίσματος της από τον Άρειο Πάγο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η σχετική από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπεί να αναιρεθεί, εν μέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας, και μάλιστα στο μηνιαίο και συνολικό ύψος αυτών, ως προς το οποίο και μόνο πλήττεται με την αναίρεση, σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου(άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την 6476/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Κα ι

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ