Legislator Case Law & Legislation
769/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract interpretation, citing inadmissibility and lack of constitutional issues.

Case Number 769/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the fifth defendant and dismissed it against the remaining parties. The appellants argued the lower court erred in interpreting the insurance contract's exclusion for drunk driving, while the insurers contended the contract was valid and the appeal lacked merit. The court rejected the appeal because the appellants waived the claim against one defendant and the remaining grounds were deemed inadmissible or unsupported by the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299, 561, 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may declare an appeal inadmissible if the appellant waives the claim against a specific defendant or if the appeal lacks substantive grounds and violates procedural rules.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility insurance contract interpretation drunk driving exclusion waiver of claim judicial costs allocation constitutional review scope civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299, 561, 573 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 769 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 769/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης ως προς την 5η αναιρεσίβλητη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... 2. ..... , 3. ..... , 4. ....., 5. Ψ1 6. Ψ2, 7. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 8. ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΖΕΝΕΡΑΛΙ ΕΛΛΑΣ ΑΕΑΖ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή, το 7ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, η 8η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιάσωνα Δουμπή και Χαρούλα Απαλαγάκη και οι λοιποί (3η, 5η και 6ος) δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 26629/2000, 29018/2000, 30745/2000, 6353/2001, 28910/2001 και 28911/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6062/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 3ης, 5ης και 6ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, οι αναιρεσείοντες στην από 28-9-2004 αίτηση νομότυπα, πριν από την έναρξη της συζήτησης, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτό κατά της 1144/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη Ψ1. Συνεπώς, σύμφωνα με τα άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 ΚΠολΔικ., θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε το δικόγραφο τούτο και η δίκη που ανοίχτηκε με αυτό πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ...., ..... και ...., ....και .....εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ........ αποδεικνύεται, ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 18-10-2006 κλήσης των αναιρεσειόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρίτη και έκτο αναιρεσίβλητους ..... και Ψ2. Ομως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 7, 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι ο ασφαλιστής δεν μπορεί κατά το νόμο να αντιτάξει κατά του παθόντος τρίτου, ότι το ατύχημα έχει συμβεί σε χρόνο που ο οδηγός του τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλόμενου ότι στην περίπτωση αυτή δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου του και να αξιώσει απ'αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Για την πληρότητα μίας τέτοιας αγωγής του ασφαλιστή απαιτείται να διαλαμβάνονται σ'αυτή οι συνθήκες του ατυχήματος, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη για το ατύχημα στο πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου (π.χ. ΑΚ 914, 922, άρθρ. 2 επ. ν. ΓπΝ/1911), τη ζημία του τρίτου και τα τυχόν καταβληθέντα από τον ασφαλιστή στον τρίτο χρηματικά ποσά (αναφορά του λόγου και της αιτίας καταβολής αναλυτικά).

Πρέπει επίσης να αναφέρεται επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός για απαλλαγή του ασφαλιστή όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης κατά νόμιμο τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επισκοπούμενες παραδεκτά (άρθρο 561 ΚΠολΔικ) δύο όμοιες από 22-8-2001 (με αρ.

κατ. 28910 και 28911) παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Τζενεράλι Ελλάς ΑΕΑΖ", αναφέρονται σ'αυτές με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία (άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ.). Ειδικότερα, σε σχέση με το περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης και του σχετικού για την απαλλαγή της όρου που αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες, αναφέρονται τα ακόλουθα:

Κατά το χρόνο του ατυχήματος (30-10-1999) το ζημιογόνο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ...., που οδηγούσε μεθυσμένη (περιεκτικότητα αίματος σε οινόπνευμα 0,79‰) η πρώτη αναιρεσείουσα, προστηθείσα στην οδήγηση από τον πατέρα της δεύτερο αναιρεσείοντα και ιδιοκτήτη του, ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα (αναγωγικά) πιο πάνω ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με το ....

ασφαλιστήριο συμβόλαιό της με το δεύτερο αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη. Με το άρθρο 4 § 8 του συμβολαίου αυτού, οι όροι ασφάλισης που επισυνάπτονται αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συμβολαίου και είναι δεσμευτικοί για τους δύο εναγόμενους (αναιρεσείοντες), καθώς αυτοί τους παρέλαβαν μαζί με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τους γνώριζαν και δεν απέστειλαν δήλωση εναντίωσης του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2496/1997.

Ορίζεται έτσι ρητά, ότι δεν καλύπτονται και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενούνται ή οφείλονται ή προέρχονται από οδηγό του ασφαλισμένου οχήματος που είναι κάτω από την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του Κ.Ο.Κ. Με το άρθρο 7 § 1 του ίδιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίζεται ρητά ότι η σύμβαση ασφάλισης μεταξύ των μερών αυτών διέπεται υποχρεωτικά από την ισχύουσα νομοθεσία και μάλιστα τις διατάξεις του ν.δ. 400/70, του ν. 489/76, της Υ.Α.

Κ4/585/78/ΦΕΚ 795, που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 του ν. 489/76 και του ν. 2496/97, καθώς και όλους τους γενικούς και ειδικούς όρους και προϋποθέσεις που συνιστούν το παρόν ασφαλιστήριο. Στο άρθρο 42 παρ. 1 εδ. α του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), που ισχύει από 24-5-1999, ορίζεται ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό που βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, θεωρείται δε ότι ο οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l), στο δε άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/78 Υ.Α.

ορίζεται, ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που κάνει οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. Πέρα απ'αυτά η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία επικαλέστηκε με τις παρεμπίπτουσες αγωγές της και πραγματικά περιστατικά δηλωτικά, ότι πράγματι η πρώτη αναιρεσείουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε μεθυσμένη.

Συγκεκριμένα στις παρεμπίπτουσες αυτές αγωγές αναφέρεται και ότι η οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου στις 30-10-1999, ώρα 04.05΄ μεταμεσονύκτια, μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης εκινείτο στην οδό ..... με την υπερβολική ταχύτητα άνω των 80 χιλ/ώρα, δεν ήλεγξε καθόλου την κίνηση στη διασταύρωση της οδού αυτής με τη ....

και παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη της πορείας της, με αποτέλεσμα το θανατηφόρο ατύχημα. Με βάση αυτά η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε αναγωγικά, να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι), σε περίπτωση που γινόταν δεκτές οι συνεκδικασθείσες δύο κύριες από 27-6-2000 και 11-7-2000 αγωγές αντίστοιχα των Ψ2 (τραυματισθέντος στο αυτοκινητικό αυτό ατύχημα) και .....

κ.λ.π. (συγγενών του Ζ1 που σκοτώθηκε στο ατύχημα), να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό καταδικαζόταν να πληρώσει στους κυρίως ενάγοντες (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα), κατά παραδοχή των κύριων αγωγών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της καταβολής μέχρι την εξόφληση. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα οι παρεμπίπτουσες αγωγές ήταν ορισμένες και νόμιμες, όπως σωστά έκρινε η προσβαλλομένη, που επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη 6062/2002 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στηριζόμενες στα άρθρα 2, 6 παρ. 1, 2 και 6, 11 παρ. 1 του ΠΔ 237/1986 (ν. 489/1976), 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), 189, 192 ΕμΝ, 340, 345α, 361, 487, 488, 927 εδ.

α του ΑΚ, 69 παρ. 1ε και 2γ, 176, 283, 285α Κ.Πολ.Δικ. Σύμφωνα με αυτά το δικαστήριο της ουσίας δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει τις παρεμπίπτουσες αγωγές ορισμένες και νόμιμες, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ. (για νομική αοριστία αγωγών) και όχι βέβαια από το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δικ.

που δεν εισάγει νέο ειδικό λόγο αναίρεσης, ούτε υπάρχει αοριστία στα δικόγραφα των αγωγών αυτών, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία τους, ώστε να ελεγχθεί αυτή από τα εδάφια 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Συνακόλουθα το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

και πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται, από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν.

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει απ'αυτή έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης.

Αν παρά την άμεση ή έμμεση αυτή πίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων παραβιάζει με τη μη εφαρμογή τους εκείνους τους κανόνες που καθιερώνουν οι πιο πάνω διατάξεις του αστικού κώδικα.

Ακόμη, η αναλογικότητα, ως γενική αρχή του δικαίου, απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 25 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1, 8 § 2, 9 § 2 και 10 § 2 της ΕΣΔΑ, διέπει την όλη δημόσια δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση. Όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήρια της, δηλαδή να είναι α) πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) αναλογικά με τη στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης απ' αυτά βλάβης (Ολ.

Α.Π. 44/2005). Η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο, επομένως πρέπει να τηρείται από το νομοθέτη. Οι δικαστές μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλά, αν η αρχή αυτή τηρήθηκε και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος.

Δεν εφαρμόζεται απευθείας από τα δικαστήρια, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις, όπου υπάρχει συμβατικό θεμέλιο από το οποίο απορρέουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις και η αναλογία των παροχών κρίνεται από τις κοινές διατάξεις του αστικού κώδικα, ιδίως εκείνες των άρθρων 179 και 281 ΑΚ, δεν έλκεται σε εφαρμογή η αρχή αυτή της αναλογικότητας.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος, άρα, δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης την 30-10-1999 και περί ώρα 04.50΄, η Χ1, ηλικίας περίπου 25 ετών, οδηγούσε το ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του (πατέρα της) Χ2, εργοστασίου κατασκευής Mercedes, τύπου Ε200, με αριθμό κυκλοφορίας ....., που ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "Τζενεράλι AEAZ".

Επέστρεφε στο σπίτι της, ύστερα από διασκέδαση, όπου είχε καταναλώσει οινοπνευματώδες ποτό, διότι κατά την αιματολογική εξέταση διαπιστώθηκε περιεκτικότητα αλκοόλης 0,79 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος. Έβαινε στην οδό ..... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλεως (.....) και ως συνεπιβάτη είχε τη (φίλη της) .....

Πλησιάζοντας στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ... (ήδη ...), υποχρεώθηκε να ανακόψει την ταχύτητά της, διότι ένα κόκκινο αυτοκίνητο (αγνώστων λοιπών στοιχείων), που προπορευόταν, πραγματοποίησε αναστροφή, δηλαδή πρώτο εκείνο μείωσε την ταχύτητά του στο ελάχιστο, μπήκε στη διασταύρωση με μέτωπο προς .....

στάδιο και αμέσως μετέβαλε πορεία επί της αυτής οδού, αντιθέτως με μέτωπο προς παραλία. Η Χ1, λοιπόν, για να αποφύγει το κόκκινο αυτοκίνητο, του οποίου η στιγμιαία βραδυπορία εμπόδισε τη δική της κίνηση, αφ ενός ανέκοψε την ταχύτητα του δικού της αυτοκινήτου και αφετέρου έκανε ελαφρό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να παρακάμψει το κόκκινο αυτοκίνητο και να διασχίσει τη διασταύρωση.

Στη διασταύρωση αυτή, που έχει μεγάλο εύρος διότι και οι δύο δρόμοι έχουν μεγάλο πλάτος, η προτεραιότητα διελεύσεως των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι τότε λειτουργούσαν κανονικά. Ενώ, λοιπόν, κατά την προσέγγιση της Χ1 στη διασταύρωση, ο σηματοδότης που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ....

με κατεύθυνση προς .... στάδιο είχε πράσινη ένδειξη, μέσα στο χρονικό διάστημα που καταναλώθηκε με τη βραδυπορία του κόκκινου αυτοκινήτου και την προσπάθεια της Χ1 να το αποφύγει, ο ίδιος, σηματοδότης έδειξε αρχικώς πορτοκαλί και κατόπιν κόκκινο φως. Έτσι, το αυτοκίνητο της Χ1 βρέθηκε μέσα στη διασταύρωση (λίγο μετά από το σηματοδότη), όταν ήδη οι αντίστοιχοι σηματοδότες είχαν δείξει πράσινο φως για τα οχήματα που έβαιναν επί της οδού .....

Εκείνη τη στιγμή, στη ... ανέμεναν την αφή της πράσινης ένδειξης αφενός ο Κ2 που οδηγούσε ταξί με κατεύθυνση από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της Χ1 (δηλαδή προς την ανατολική έξοδο της πόλεως) και αφετέρου ο Κ1 που οδηγούσε δίκυκλο με κατεύθυνση από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της Χ1 (δηλαδή προς το κέντρο της πόλεως).

Και οι δύο, μόλις άναψε γι'αυτούς το πράσινο φως, αντιλήφθηκαν το αυτοκίνητο της Χ1 να κινείται με πολύ μικρή ταχύτητα στην αρχή της διασταύρωσης και έκαναν (νευρικά) χρήση των ηχητικών οργάνων του οχήματος που ο καθένας οδηγούσε. Η Χ1 εξέλαβε το ηχητικό μήνυμα (κορνάρισμα) ως προτροπή για να απελευθερώσει τη διασταύρωση, επαύξησε λίγο την ταχύτητά της (κινήθηκε με ταχύτητα 40 έως 50 χλμ/ω) και συνέχισε την πορεία της μέσα στη διασταύρωση, με σκοπό να εξέλθει από την άλλη άκρη, πάντοτε επί της οδού ......

Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, ο Ζ1, ηλικίας περίπου 20 ετών οδηγούσε την ΙΧ μοτοσικλέτα τύπου "Υamaha" 200 cc, χωρίς πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας (με αριθμό πλαισίου ..... ), που ανήκε στην ιδιοκτησία του. Έβαινε επί της οδού....., με κατεύθυνση από το δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της Χ1 (δηλαδή προς το κέντρο της πόλεως, σε λωρίδα παράλληλη προς εκείνη που κατείχε ο Κ1 και ως συνεπιβάτη είχε το (φίλο του) Ψ2 Η ταχύτητα της μοτοσικλέτας δεν προσδιορίστηκε αρμοδίως, ελλείψει ιχνών τροχοπεδήσεως, αλλά υπολογίζεται αυξημένη (περίπου 80 χλμ/ω) με βάση τις συνέπειες της σύγκρουσης, που περιγράφονται στη συνέχεια.

Αυτός, πλησιάζοντας στη διασταύρωση, είδε στο σηματοδότη, που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ...., να μεταβάλλεται η φωτεινή ένδειξη από κόκκινη σε πράσινη. Έτσι, χωρίς να ανακόψει καθόλου την ταχύτητα, με την οποία έβαινε και χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Κ1 που με το δίκυκλό του είχε την ίδια κατεύθυνση με αυτόν, ανέμενε ακόμη μπροστά στο σηματοδότη και κορνάριζε, μπήκε στη διασταύρωση χωρίς έλεγχο και προσπάθησε να τη διασχίσει.

Το αυτοκίνητο της Χ1 όμως, απέκλεισε την ελεύθερη διέλευσή του και τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν με σφοδρότητα. Συγκεκριμένα, η μοτοσικλέτα, με το εμπρόσθιο μέρος της, προσέκρουσε στο δεξιό, πλάγιο μέρος του αυτοκινήτου (στο ύψος της θύρας του συνοδηγού και της μεσαίας κολόνας). Ο επιβάτης Ψ2 εκτινάχθηκε πάνω από το αυτοκίνητο και κατέπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά.

Η μοτοσικλέτα, μετά την αρχική πρόσκρουση, πήρε παράλληλη θέση προς το αυτοκίνητο, κινήθηκε σε επαφή με αυτό προς την οδό .... και κατέπεσε στο ρείθρο του δεξιού πεζοδρομίου, σε απόσταση περίπου 12 μέτρων από το πιθανό σημείο συγκρούσεως. Ο Ζ1 τραυματίσθηκε θανάσιμα και κατέληξε επί τόπου. Η Χ1 στάθμευσε το αυτοκίνητο λίγα μέτρα παρακάτω, εκεί όπου βρήκε κατάλληλο χώρο.

Η ίδια και η ..... τραυματίσθηκαν ελαφρά, επειδή προστατεύθηκαν από τους αερόσακους του αυτοκινήτου, που τέθηκαν αυτομάτως σε λειτουργία. Κάτω από τις συνθήκες που αναφέρθηκαν, το ατύχημα οφείλεται στη συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά και των δύο οδηγών, που δεν προέβλεψαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα της οδήγησής τους, διότι δεν επέδειξαν την προσοχή, την οποία ως μέσοι, συνετοί οδηγοί αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας (αντίστοιχα) όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν.

Συγκεκριμένα, η Χ1 η οποία βρέθηκε στην αρχή της διασταύρωσης όταν οι σηματοδότες έδειξαν πράσινο φως για τα οχήματα που έβαιναν επί της οδού ..... , είχε εισέλθει σ'αυτήν όταν ο αντίστοιχος σηματοδότης έδειχνε για τη δική της πορεία κόκκινο φως (επί του θέματος αυτού είναι κατηγορηματικός στις καταθέσεις του ο Κ2) Η Χ1 δεν αντιλήφθηκε την αλλαγή στη φάση του σηματοδότη (ο βασικός ισχυρισμός της είναι ότι πέρασε με πράσινο, αλλά, αν αυτό είχε συμβεί, θα προλάβαινε να περάσει χωρίς να γίνει το ατύχημα).

Αν την είχε αντιληφθεί και είχε πρόθεση να παραβιάσει την ένδειξη του σηματοδότη, θα είχε αναπτύξει εξ αρχής ταχύτητα (πράγμα εύκολο γι'αυτήν, λόγω της ισχυρής ιπποδύναμης του αυτοκινήτου που οδηγούσε) για να εξέλθει έγκαιρα από τη διασταύρωση. Δεν αντιλήφθηκε την αλλαγή στη φάση του σηματοδότη, διότι αφενός είχε προσηλώσει την προσοχή της στο αυτοκίνητο που έκανε την αναστροφή και αφετέρου είχε μειωμένες τις πνευματικές της λειτουργίες (τα αντανακλαστικά της), λόγω του οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει (πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι άφησε το αυτοκίνητό της να "τσουλήσει" μετά το φανάρι, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Κ1 Έτσι, δεν απέκτησε ποτέ την προτεραιότητα από προηγούμενη σηματοδότηση (άρθρο 6 παρ. 1 περ.

α΄ εδ. β΄ του ΚΟΚ, ν. 2696/1999), την οποία αβασίμως επικαλείται. Οι δύο οδηγοί που ήσαν σταματημένοι στους σηματοδότες της ..... και την αντιλήφθηκαν (οι Κ2 και Κ1 που την κορνάρισαν), της παραχώρησαν εκουσίως προτεραιότητα για να διέλθει από μπροστά τους. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο και με τους οδηγούς που βρίσκονταν ακόμη μακριά από τους ίδιους σηματοδότες και πλησίαζαν σ'αυτούς βλέποντας την πράσιμη ένδειξη (όπως ο Ζ1 ).

Έναντι αυτών, η Χ1 θα έπρεπε να κινηθεί με ιδιαίτερη προσοχή, για να μην παρεμβληθεί στην κανονική πορεία τους και δημιουργήσει κίνδυνο ατυχήματος. Την προσοχή αυτή δεν την επέδειξε, λόγω και πάλι του οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει και των μειωμένων αντανακλαστικών της, που την οδήγησαν σε μια ασύνετη (δεν συνειδητοποίησε τον κίνδυνο) και βιαστική (δεν έλεγξε την προσέγγιση άλλων οχημάτων) ενέργεια (θα μπορούσε να παραμείνει εκεί, όπου βρισκόταν όταν δέχθηκε τα κορναρίσματα ή να οπισθοχωρήσει λίγο, για να ελευθερώσει τελείως το ρεύμα της .....

προς τα ανατολικά). Και αντίστοιχα, ο Ζ1 θα έπρεπε να ασκεί πληρέστερη εποπτεία της οδού (όπως ο Κ1 που αν και άναψε το πράσινο, έλεγξε την κίνηση από τα αριστερά του και δεν ξεκίνησε) και να κινείται με μικρότερη ταχύτητα, προϋποθέσεις οι οποίες θα του επέτρεπαν να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, μόλις διαπίστωνε την παρεμβολή της Χ1 (την οποία ουδόλως αντιλήφθηκε, γι'αυτό και επέπεσε με όλη την ορμή του στο αυτοκίνητό της, επειδή και αυτός είχε καταναλώσει οινοπνευματώδες ποτό προηγουμένως, σε περιεκτικότητα αλκοόλης 0,60 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, περιστατικό το οποίο έχουν επικαλεσθεί πρωτοδίκως οι αντίδικοι της οικογένειάς του.

Η έκταση της ευθύνης ενός εκάστου για την επέλευση του ατυχήματος προσδιορίζεται από το Δικαστήριο σε ποσοστό υπαιτιότητας 70% για την Χ1 και σε ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% για τον Ζ1 Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέδωσε την επέλευση του ατυχήματος σε αποκλειστική υπαιτιότητα της Χ1 αξιολόγησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του.

Περαιτέρω, (έκρινε το Εφετείο), αποδεικνύονται, ακόμη, και τα εξής: Λόγω του ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η Χ1 οδηγούσε το αυτοκίνητο έχοντας στον οργανισμό της περιεκτικότητα αλκοόλης 0,79 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, η ασφαλιστική εταιρεία "Τζενεράλι AEAZ", ως (συν)εναγομένη στην από 13-7-2000 κυρία (α) αγωγή (του Ψ2 ) και στην από 2-8-2000 κυρία (β) αγωγή (των .....

κλπ), στράφηκε αναγωγικώς κατά των ασφαλισμένων (Χ1 και Χ2 ως οδηγού και ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου), κατά των οποίων άσκησε τις από 24-8-2001 δύο παρεμπίπτουσες αγωγές, με αίτημα να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να αποδώσουν προς αυτήν οποιοδήποτε ποσό καταδικασθεί να πληρώσει προς τους κυρίως ενάγοντες, κατά παραδοχή εκάστης κυρίας αγωγής, νομιμοτόκως.

Το περιστατικό ότι στο αίμα της Χ1 υπήρχε οινόπνευμα στην ως άνω περιεκτικότητα, δεν αμφισβητείται ειδικώς από την ίδια και τον πατέρα της. Η ασφαλιστική σύμβαση, που συνδέει τους Χ1 και Χ2 με την "Τζενεράλι AEAZ", έχει καταρτισθεί με ρητή αναφορά στους ενιαίους γενικούς όρους που περιλαμβάνονται στην ΥΑ Κ4/585/5-4-1978 (ΦΕΚ 795/8-4-1978), όπως τροποποιήθηκαν με το π.δ. 264/1991.

Οι όροι αυτοί επισυνάπτονται στο από 1-8-1997 ασφαλιστήριο, το οποίο είχε αρχική διάρκεια από 6-8-1997 μέχρι 6-8-1998. Η διάρκεια αυτή παρατάθηκε αλληλοδιαδόχως από 6-8-1998 μέχρι 6-8-1999 και από 6-8-1999 μέχρι 6-8-2000 (όπως συνομολογείται). Στο άρθρο 25 των όρων αυτών αναφέρεται, ότι "αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ (νόμος 614/1977).

Κατά την αληθινή έννοια του όρου αυτού (που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω), σε περίπτωση μέθης ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά έχει το δικαίωμα να στραφεί αναγωγικώς κατά του ασφαλισμένου και να αναζητήσει από αυτόν οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να πληρώσει στον τρίτο ως αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση.

Για το πότε ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με τον ως άνω όρο γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του ΚΟΚ. Όταν δημοσιεύθηκε η ΥΑ Κ4/585/5-4-1978 ως ΚΟΚ ίσχυε ο ν. 614/1977, γι'αυτό και ο αριθμός του νόμου αυτού μπήκε στο κείμενο της υπουργικής απόφασης και από εκεί πέρασε στο έντυπο του ασφαλιστηρίου. Όταν καταρτίσθηκε το ως άνω ασφαλιστήριο ως ΚΟΚ ίσχυε ο ν. 2094/1992, αλλά το σχετικό έντυπο εξακολούθησε να αναγράφει τον αριθμό του προηγουμένου νόμου.

Στο άρθρο 42, τόσο του ν. 614/1977, όσο και του ν. 2094/1992, δεν γινόταν προσδιορισμός του ορίου περιεκτικότητας αλκοόλης στο αίμα του οδηγού, αλλά παρεχόταν η νομοθετική εξουσιοδότηση για σχετικό καθορισμό με κοινές αποφάσεις των αρμοδίων Υπουργών. Στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης αυτής, με την κοινή ΥΑ 13382/1977 των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, είχε ορισθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση οινοπνεύματος, πέραν της οποίας ο οδηγός υπέχει ποινική ευθύνη, είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.

Είχε προβλεφθεί, όμως, ότι για διαπιστούμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος από 0,50 έως 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, προκειμένου να απαγγελθεί κατηγορία, θα έπρεπε να συνάγεται η ύπαρξη μέθης και από άλλα συμπτώματα, όπως η φυσική κατάσταση του οδηγού, ο τρόπος οδήγησης κλπ. Ενώ, για διαπιστούμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος πάνω από 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, θεωρείτο ότι υπάρχει πλήρης απόδειξη.

Όταν έγινε το συγκεκριμένο ατύχημα, ίσχυε ήδη ως ΚΟΚ ο ν. 2696/1999, με τον οποίο είχε καταργηθεί κάθε αντίθετη διάταξη και στο άρθρο 42 του οποίου είχε ορισθεί ότι "ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος".

Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 173, 200), η αληθινή βούληση των μερών στην προκείμενη ασφαλιστική σύμβαση ήταν το να εξαρτήσουν το περιεχόμενο της έννοιας "επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση" από τον προσδιορισμό που γίνεται στην εκάστοτε σχετική διάταξη του ΚΟΚ.

Εφόσον, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στο σώμα της Χ1 υπήρχε συγκέντρωση αλκοόλης μεγαλύτερη από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (ήταν 0,79), θεωρείται ότι αυτή οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια του τότε ισχύοντος ΚΟΚ και με τη συμπεριφορά της αυτή επέφερε την πλήρωση του πραγματικού του σχετικού όρου απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να ερευνηθεί αν η ύπαρξη του οινοπνεύματος αυτού στον οργανισμό της συνέβαλε ή όχι στην επέλευση του ατυχήματος.

Και τούτο, ανεξάρτητα από το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως η ύπαρξη του οινοπνεύματος είχε μειώσει τα αντανακλαστικά της Χ1 και συνέβαλε στην επέλευση του ατυχήματος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και κατόπιν αυτών έκανε δεκτές τις ως άνω δύο παρεμπίπτουσες αγωγές της "Τζενεράλι AEAZ", εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και εκτίμησε προσηκόντως το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμιμη βάση. Κατέληξε σε πορίσματα που είναι σαφή. Ο βασικός ισχυρισμός της Χ1 ότι πέρασε τάχα τη διασταύρωση όταν ο σηματοδότης έδειχνε πράσινο φώς για την πορεία της απορρίφθηκε ως αβάσιμος, αφού από τις πιο πάνω παραδοχές γίνεται φανερό, ότι η προσβαλλομένη έκρινε με σαφήνεια και χωρίς κάποια αντίφαση, ότι :

α) η αναιρεσείουσα οδηγός εισήλθε στη διασταύρωση όταν ο σηματοδότης έδειχνε για την πορεία της κόκκινο φώς, β) δεν αντιλήφθηκε την αλλαγή στη φάση του σηματοδότη, γιατί αφενός είχε προσηλώσει την προσοχή στο αυτοκίνητο που έκανε την αναστροφή και αφετέρου είχε μειωμένες τις πνευματικές της λειτουργίες (τα αντανακλαστικά της), λόγω του οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει και γ) η κίνησή της ήταν ασύνετη και βιαστική, εξαιτίας του οινοπνεύματος που κατανάλωσε και των μειωμένων αντανακλαστικών της, γεγονός που συνέβαλε στην επέλευση του ατυχήματος.

Επομένως, οι αιτιάσεις για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζονται σε εσφαλμένο συμπέρασμα ότι "είναι ηλίου φαεινότερο πως έμμεσα, πλην σαφέστατα η προσβαλλομένη αποδέχεται τον ισχυρισμό ότι η πρώτη αναιρεσείουσα εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φώς στην πορεία της", είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω διατάξεις και ιδίως αυτές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., 25 της Κ4/585/1978 ΑΚ, 42 του ν. 614/1977, 42 του ν. 2094/1992 και της κοινής ΥΑ 13382/1977 των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, ούτε, με παράλειψη εφαρμογής, του άρθρου 25 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος.

Οι προαναφερθείσες διατάξεις, που ρυθμίζουν την ασφαλιστική σύμβαση, δεν είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, ούτε περιορίζουν τα δικαιώματα των αναιρεσειόντων. Οι συμβληθέντες στη σύμβαση απέβλεψαν στις συνέπειες της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, χωρίς εξάρτησή τους από την τέλεση πταίσματος ή πλημμελήματος, υπό την έννοια ότι απαλλαγή του ασφαλιστή θα επέρχεται μόνο αν η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος θα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, πράγμα που συμβαίνει κατά το εδάφιο γ' της παραγράφου 6 του άρθρου 42 του ν. 2699/1999 όταν ανιχνεύθηκε στο αίμα του ελεγχόμενου οδηγού ποσοστό οινοπνεύματος υπερβαίνουν το 1,10‰.

Εξάλλου, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού και αμφιβολίας στις βουλήσεις των διαδίκων μερών (ασφαλισμένου και ασφαλιστικής εταιρείας) που δηλώθηκαν στην αναφερόμενη σύμβαση ασφάλισης, για την οποία αρχικά εκδόθηκε το από 1-8-1997 ασφαλισμένο με διάρκεια από 6-8-1997 μέχρι 6-8-1998, για να παραταθεί στη συνέχεια διαδοχικά από 6-8-1998 μέχρι 6-8-1999 και από 6-8-1999 μέχρι 6-8-2000, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα με όλα αυτά, το Εφετείο, με τις παραπάνω ορθές αιτιολογίες (κύριες και επικουρική) που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., οι δε αντίθετοι δεύτερος, τέταρτος (για ελλιπείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες) και τρίτος (για παραβίαση των άνω διατάξεων και της αρχής της αναλογικότητας, τα περιστατικά της οποίας προβλήθηκαν και στο εφετείο, κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου της από 25.10.2002 έφεσης και των από 8-1-2004 προτάσεων των αναιρεσειόντων) λόγοι του αναιρετηρίου, κατά τα οικεία μέρη τους, πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.

Ειδικά, η αιτίαση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί έχει προβεί ανεπίτρεπτα και μη σύννομα σε εσφαλμένη διαπίστωση για ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στις βουλήσεις των διαδίκων μερών που δηλώθηκαν στην κρίσιμη σύμβαση ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 6-8-1999 μέχρι 6-8-2000, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη.

ΙV. Τέλος, όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την ανέλεγκτη αναιρετικά για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).-

Για τους λόγους αυτούς

Καταργεί τη δίκη που ανοίχτηκε με την από 18.9.2004 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1144/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη Ψ1 -

Απορρίπτει την ίδια αίτηση των αναιρεσειόντων, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Και -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει συνολικά σε τρείς χιλιάδες πεντακόσιες δέκα (3.510) ευρώ, από τα οποία αναλογούν, στους πρώτο, δεύτερη και τέταρτη χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ, σε καθένα δε από τους έβδομο και όγδοη αναιρεσίβλητους άλλα χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ