Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on business partnership dispute regarding profit sharing and vehicle transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a dispute over a restaurant business partnership. The appellant argued the lower court ignored evidence and failed to properly assess profit-sharing claims and a vehicle transfer, but the court found the appellate court had considered all documents and applied the correct legal reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed decision is based on sufficient and non-contradictory reasoning regarding material facts and has taken into account all evidence adduced by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2006 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Μιχαήλ Μαργαρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στριμπέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.
Του αναιρεσιβλήτου : Σ. Ε. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4886/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3632/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Ιουνίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 13 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος διατηρεί από το έτος 1990 ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση ταβέρνας-εστιατορίου, που βρίσκεται στο ... και επί της οδό ... αρ. 41-43 και χρησιμοποιεί για τη διάκρισή της το διακριτικό τίτλο ΚΟΥΤΟΥΚΙ ΚΑΛΥΨΩ.
Οι γονείς του ήταν πτωχοί και είχαν αποκτήσει εννέα τέκνα, αγόρια και κορίτσια, μεγαλύτερο των οποίων ήταν ο ίδιος. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ήταν μόλις 11 ετών. Γι' αυτό αισθανόταν, κατά κάποιο τρόπο, προστάτης όλων των αδελφών του, που ήσαν μικρότεροι του. Η πορεία των εργασιών της πιο πάνω επιχείρησής του ήταν πολύ ικανοποιητική και τα κέρδη που απεκόμιζε κάθε έτος πολύ μεγάλα.
Ενδεικτικό της πολύ μεγάλης κερδοφορίας της επιχείρησής του αυτής είναι και οι ισχυρισμοί του ενάγοντος που περιέχονται στην αγωγή, σύμφωνα με τους οποίους τα καθαρά κέρδη της περιόδου από 1/9/1998 μέχρι 28/2/1999 ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 34.562.000. Τα κέρδη αυτά του επέτρεπαν όχι μόνο να καλύπτει με άνεση όλες τις ατομικές και οικογενειακές του δαπάνες, αλλά και να βοηθά σε πολλές περιπτώσεις οικογένειες των αδελφών του, όταν αντιμετώπιζαν κάποιες έκτακτες οικονομικές ανάγκες.
Μία εκ των αδελφών του εναγομένου, τη Γ., έχει νυμφευτεί ο εναγόμενος. Ο τελευταίος είχε εγκατασταθεί μόνιμα με την οικογένειά του στα ... της Κέρκυρας, όπου ασχολούνταν με οικοδομικές εργασίες και η σύζυγός του διατηρούσε μικρό κατάστημα εμπορίας τροφίμων (ΜΙΝΙ ΜΑRΚΕΤ). Η πορεία των εργασιών τόσο του ενάγοντος, όσο και της συζύγου του υπήρξε φθίνουσα, με αποτέλεσμα να περιέλθουν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, να διακόψουν κάθε δραστηριότητα από τις αρχές του 1997 και να αποφασίσουν να φύγουν από την Κέρκυρα.
Στη δύσκολη αυτή κατάσταση τους συμπαραστάθηκε ο εναγόμενος, δίδοντάς τους διάφορα χρηματικά ποσά και, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους πιστωτές τους, έδωσε στον ενάγοντα έξι (6) επιταγές του με μόνη την υπογραφή του, αυτές με τους αριθμούς ..., ..., ..., ..., ... και ... επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. Στις έξι (6) αυτές επιταγές συμπλήρωσε ο ενάγων τα ελλείποντα στοιχεία τους, όπως είχε εξουσιοδοτηθεί από τον εναγόμενο, θέτοντας κατά σειρά χρονολογίες έκδοσης 28/5/97, 15/3/97, 15/3/97, 28/4/97, 15/4/97 και 28/4/97 και πληρωτέα ποσά 149.259, 67264, 101758, 128516, 67390 και 1123277 δρχ.
αντίστοιχα και τις παρέδωσε στους πιστωτές του. Ο ενάγων και η σύζυγος του, αφού πώλησαν τα διάφορα εμπορεύματα, καθώς και τα έπιπλα και σκεύη που υπήρχαν στο κατάστημα της τελευταίας, ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου ο ενάγων έπρεπε να βρει εργασία. Για το λόγο αυτό εργάστηκε από την 1η Μαρτίου 1997 και εντεύθεν, ύστερα από σχετική πρόταση του εναγομένου στην προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση του τελευταίου.
Στην ίδια επιχείρηση του εναγομένου εργάζονταν μέχρι τότε και εξακολούθησαν να εργάζονται μαζί με τον ενάγοντα, ο αδελφός του εναγομένου Ο. Ε., η αδελφή τους Μ. και ο σύζυγος της τελευταίας Ν. Κ.. Εργάστηκε δε στη συνέχεια και η μεγαλύτερη θυγατέρα του ενάγοντος Π., καθώς κατά διαστήματα, και η μικρότερη θυγατέρα του Β..
Από το θέρος του 1997 υπήρξαν έντονες φήμες ότι ο ενάγων είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με την Μ. Γ., που εργαζόταν στην εν λόγω επιχείρηση του εναγομένου. Το γεγονός αυτό υποχρέωσε τον εναγόμενο, στην προσπάθεια του να προστατέψει την οικογένεια της αδελφής του Γ., να καταγγείλει στις 17/7/1998 την ατομική σύμβαση εργασίας της Μ.
Γ.. Τούτο διότι οι φήμες αυτές είχαν περιέλθει σε γνώση της συζύγου του ενάγοντος και αδελφής του εναγομένου Γ., η οποία είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει στις 5/12/1997, λαμβάνοντας 60 δισκία παρακεταμόλης και ο ενάγων αρνιόταν να διακόψει, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του, τον παράνομο ερωτικό του δεσμό μ' αυτή τη γυναίκα.
Επίσης αποδεικνύεται ότι στις αρχές της άνοιξης του 1997 ο εναγόμενος ανακαίνισε και επεξέτεινε το κατάστημα της ατομικής του επιχείρησης, που βρίσκεται στο ... και επί της οδού ... αρ. 41-43. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν είχε τα απαραίτητα κεφάλαια γι' αυτές τις εργασίες, και γι' αυτό τον προσέλαβε ως αφανή εταίρο, με ποσοστό συμμετοχής 35% προκειμένου να καλύψει με την εταιρική του εισφορά, που ορίστηκε στα 12.500.000 δραχμές, τις σχετικές δαπάνες.
Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχτηκε και τούτο διότι α) η πρόσληψη αφανούς εταίρου σε ήδη λειτουργούσα ατομική επιχείρηση με ετήσια κέρδη αρκετών δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, προϋποθέτει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης αυτής και προσδιορισμό της καθαρής της θέσης, για να υπολογιστεί και η εισφορά του προσλαμβανομένου εταίρου.
Τέτοια αποτίμηση όχι μόνο δεν έγινε, αλλά ούτε καν επικαλείται ο ενάγων, β) ο εναγόμενος βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση, που του επέτρεπε, όπως προεκτίθεται, όχι μόνο να καλύπτει με άνεση όλες τις ατομικές και οικογενειακές του δαπάνες, αλλά και να βοηθά οικονομικά οικογένειες αδελφών του που αντιμετώπιζαν έκτακτα έξοδα, γ) η υψηλή κερδοφορία της επιχείρησης του εναγομένου, με ετήσια κέρδη κατά τον ενάγοντα άνω των 60.000.000 δραχμών, δεν δικαιολογεί πρόσληψη εταίρου με εισφορά μόλις 12.500.000 δρχ.
και ποσοστό συμμετοχής 35%, δ) ο εναγόμενος είχε άλλα οκτώ αδέλφια, δύο των οποίων, ο Ο. και η Μ., εργάζόνταν πολύ πριν από τον ενάγοντα στην ατομική του επιχείρηση. Αν λοιπόν ήθελε να προσλάβει εταίρο, με σχεδόν χαριστικούς όρους, δεν θα προσλάμβανε μόνο τον ενάγοντα, αλλά και τα δύο αυτά αδέλφια του, με τα οποία διατηρούσε άριστες σχέσεις, ε) ο ενάγων κατέβαλε στον ενάγοντα (εννοεί εναγόμενο) 6.000.000 δρχ.
από τις οποίες 3.000.000 δρχ. την 1η Απριλίου 1997, 1.000.000 δρχ στις 6 Οκτωβρίου 1998 και 2.000.000 δρχ. δια χειρός Ν. Κ.. Η τελευταία καταβολή έγινε για την εξόφληση ενός ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου, το οποίο είχε αγοράσει ο ενάγων από τον εναγόμενο. Το 1.000.000 δρχ. καταβλήθηκε όταν ο ενάγων είχε σταματήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο.
Η δε καταβολή των 3.000.000 δρχ. έγινε μετά την εκποίηση των εμπορευμάτων και των επίπλων και σκευών της ατομικής επιχείρησης της συζύγου του ενάγοντος, για την πληρωμή των έξι προαναφερόμενων μεταχρονολογημένων επιταγών του εναγομένου και άλλων προφανώς υποχρεώσεων τους και στ) ο ενάγων πληρωνόταν, όπως συνομολογεί κάθε ημέρα.
Ο ισχυρισμός του ότι τα ποσά που εισέπραττε κάθε ημέρα δεν αποτελούσαν αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε αλλά την συμμετοχή του στα κέρδη δεν είναι αληθινός. Τούτο διότι 1) με τον ίδιο τρόπο πληρώνονταν και τα δύο άλλα αδέλφια του εναγομένου, που εργάζονταν στην ατομική του επιχείρηση και 2) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε καμία επιχείρηση εστιατορίου-ταβέρνας, με πάρα πολλά σταθερά και τρέχοντα έξοδα, όσο καλά οργανωμένη και να είναι δεν είναι δυνατό να προσδιορίζονται σε ημερήσια βάση τα καθαρά κέρδη και να γίνεται διανομή μεταξύ των εταίρων".
Κρίνασα τοιουτοτρόπως η πληττομένη απόφαση, έχει νόμιμη βάση, διότι διαλαμβάνει την επιβαλλομένη υπό των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 305 αρ. 4 και 340 εδ. β' του ΚΠολΔ αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η απορριπτική της αγωγής κρίση του Δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα τα οποία επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, εν συνδυασμώ προς την αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, ήτοι τα από 2.4.1998 και 1.4.1997, καθώς και δύο άνευ χρονολογίας, ιδιόχειρα σημειώματα του εναγομένου, περιλαμβανόμενα στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της.
Περαιτέρω, η πληττομένη απόφαση δεν εξετίμησε ως ομολογία την περιληφθείσα στις πρωτόδικες προτάσεις του δήλωση του εναγομένου ότι είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς το ανωτέρω αυτοκίνητο στην αδελφή του, αλλά εθεώρησε ότι επωλήθη τούτο και μέρος των καταβολών του ενάγοντος προς τον εναγόμενο αποτελούσε τίμημά του.
Η παράλειψη αυτή του Εφετείου δεν είναι ενόψει των γενομένων δεκτών λοιπών γεγονότων αναιρετικώς αξιολογήσιμη, ως επουσιώδης, αφού έγινε δεκτό ότι ο ενάγων είχε και άλλες υποχρεώσεις προς τον εναγόμενο, ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί, διά συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου, ότι οι σχετικές πληρωμές αποτελούσαν καταβολή εταιρικής εισφοράς.
Επομένως, είναι αβάσιμοι, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2004 αίτηση του Π. Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 3632/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ