Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership and spatial modification claims against private parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the final appellate court decision regarding land ownership and spatial modifications. The private parties successfully argued for 50% ownership of a plot based on long-term possession and specific legal provisions, which the lower courts upheld. The Court rejected the State's claims of procedural violations and lack of possession disturbance because the relevant administrative actions occurred after the legal framework changed or were unknown to the owners.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 §1 of the Code of Civil Procedure; Articles 559 §1 and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 4 §1 (b) of Law 3127/2003: An appeal is inadmissible if the appellate court correctly finds that the disputed property lies within the boundaries of the pre-1923 settlement and that the appellant's actions did not constitute a disturbance of the owners' possession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 768 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 768/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. - Μ. συζ. Ν. Σ., το γένος Σ. Τ., 2) Ν. Σ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιασεμώ Καραγιάννη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι αναιρεσίβλητοι με την με αρ.κατ. ...2015 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στρεφόμενοι κατά του νυν αναιρεσείοντος, ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς τους κατά ποσοστό 50% εκάστου επί του με ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου και την διόρθωση των σχετικών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών με χωρικές μεταβολές, ώστε αυτό να αποτυπωθεί ως ενιαίο γεωτεμάχιο μαζί με το όμορο με ΚΑΕΚ ...
της αποκλειστικής τους συγκυριότητας. Εκδόθηκαν οι α) 10/9-1-2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε το αίτημα χωρικών μεταβολών ως μη νόμιμο και δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή αναγνωρίζοντας τους ενάγοντες συγκυρίους του με ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου με αιτία κτήσης την ιδιάζουσα χρησικτησία του άρθρου 4 του ν.3127/2003 και διατάσσοντας την εγγραφή τους στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με την απάλειψη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως δικαιούχου και β) 271/15-12-2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. ...2023 του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου, που ουδόλως επιδόθηκε, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρα 83 του ν.4790/2021 και 49 του ν. 4963/2022 περί αναστολής προθεσμιών ενδίκων μέσων από 7-11-2020 έως 5-4-2021 λόγω της πανδημίας covid-19).
Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88).
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).
ΙΙβ .Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.3127/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 154 §11 του ν.4389/2016 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β` εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ..2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση".
Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα του ότι, επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, κανόνας που προβλέπεται στα άρθρα 2§1 και 4 §1-2 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και ο οποίος εισήχθη την 10-1-1949 στη Δωδεκάνησο( όπου και η Σύμη που ενδιαφέρει εν προκειμένω) με το άρθρο 1 του από 31 Δεκεμβρίου 1948 ΒΔ (ΦΕΚ Α 6/10-1-1949).
Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4§1εδ.β του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος (ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου), όταν αυτό i) βρίσκεται μέσα σε προϋφιστάμενο του 1923 οικισμό, οπότε και εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 2.3.1981 (ΦΕΚ Δ' 138/1981),κατά το άρθρο 1 του οποίου "1.
Η ύπαρξις των υφισταμένων προ της 16.8.1923 οικισμών των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου δέον να αποδεικνύεται δια συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, ως λ.χ. απογραφής, αποφάσεως περί χαρακτηρισμού οικισμού ως προϋφισταμένου του 1923, πράξεως της Διοικήσεως, συμβόλαια. 2. Τα όρια των κατά τα ανωτέρω οικισμών δέον α) Να περιλαμβάνουν οικοδομάς, οικόπεδα αδόμητα, κοινωφελείς, κοινοχρήστους εγκαταστάσεις, εκκλησίας κ.λπ.
Άπαντα τα ανωτέρω δέον να συναρτώνται άμεσα με την έννοιαν και την λειτουργικότητα του οικισμού. β)...γ) Να ακολουθούν κατά το δυνατόν φυσικά ή τεχνητά όρια...", ii) εφόσον είναι ακάλυπτο, πρέπει να έχει εμβαδόν μέχρι 2000 τμ, ενώ αν είναι μεγαλύτερο πρέπει να υφίσταται επ' αυτού κτίσμα κατά την 31.12.2002, που να καλύπτει το 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή, iii)ο τρίτος να το νέμεται αδιατάρακτα μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.3.2003 (άρθρο 9 του ν. 3127/2003), επί τριάντα (30) έτη, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του και iv)ο τρίτος κατά την κτήση της νομής του ακινήτου να ήταν καλής πίστης κατ' άρθρο 1042 ΑΚ.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.
Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής γνωρίζει ή από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντίθετα, κατά το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσης της νομής, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 95/2024, ΑΠ 727/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα από αυτή. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σε αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του ΚΠολΔ).
Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια του άρθρου 984 του ΑΚ, αναφέρεται σε προσβολή της νομής, προστατεύεται δε η τελευταία κατά το άρθρο 989 του ΑΚ. Η έννοια όμως του όρου "νέμεται αδιαταράκτως" στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 4§1εδ.β του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο, αρκεί να έλαβε χώρα μέχρι 19-3-2003. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος παρενόχλησης είναι, μεταξύ άλλων, η κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος (ΟλΑΠ 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 826/2018), η επίδοση-και όχι μόνο η έκδοση- πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (ΑΠ 1023/2023), η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη από τον ιδιώτη δήλωσης ιδιοκτησίας του Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει καταχωρισθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ 712/2020), δηλαδή, ο νομέας δημοσίου κτήματος παύει να νέμεται αδιατάρακτα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε γνώση ότι υφίσταται κατά τα ανωτέρω παρενόχληση από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 95/2024, ΑΠ 1813/2017).
Αντίθετα, για την κατάφαση της ως άνω διατάραξης δεν αρκεί η εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση κατ' άρθρο 2 του ν.2308/1995 (ΑΠ 15/2023) ή η κατάθεση δήλωσης δικαιώματος πλήρους κυριότητας κατά την κατάρτιση δασικών χαρτών (ΑΠ 443/2021) , ούτε η ανάρτηση του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα (ΑΠ 727/2022), ούτε η υποβολή ένστασης του άρθρου 6 του ν.2308/1995 κατά αυτού (προσωρινού κτηματολογικού πίνακα εκτός αν έχει κοινοποιηθεί στον θιγόμενο (αρθ.7 παρ.9 εδ.
τελ. του ν.2308/1995)), ούτε η άρνηση της οικείας Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να χορηγήσει στο νομέα άδεια καθαρισμού του επιδίκου, λόγω μη προσκόμισης τίτλων ιδιοκτησίας, ούτε το έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας προς την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, για την καταγραφή του επιδίκου ως δημόσιου κτήματος (ΑΠ 22/2021).
IV. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως ενώπιον του επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών των αναιρεσίβλητων κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην θέση "..." της περιοχής "..." εντός του παραδοσιακού οικισμού της ...
της νήσου ... βρίσκεται το ακίνητο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι. Πρόκειται για ένα οικόπεδο έκτασης 116,45 τ.μ. όπως αναγράφεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... που συνορεύει, κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο, βόρεια, ανατολικά και νότια με δημόσιους δρόμους και δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 126 τ.μ. όπως αναγράφεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο ιδιοκτησίας των εναγόντων και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας εξ αυτών....αποδείχθηκε ότι η Ι.
σύζ. Ι. Π., το γένος Β. Χ. (γιαγιά και απώτερη δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων) από το έτος 1968 οπότε και ανέλαβε την νομή και κατοχή του ακινήτου, ασκούσε σε αυτό καλόπιστα τις προσιαδιάζουσες σε κυρία και στη φύση του εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής έχοντας περιφράξει αυτό με ξερολιθιά, χρησιμοποιούσε ένα μέρος του ως αυλή της παρακείμενης οικίας της και στον υπόλοιπο ακάλυπτο χώρο είχε τα κατσίκια της μέχρι που το έτος 1974 μεταβίβασε το επίδικο στην άμεση δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων Π.
σύζ, Ι. Α. το γένος Ι. Π., η οποία συνέχισε καλόπιστα ευρισκόμενη στην νομή και κατοχή του συνεχώς να ασκεί σε αυτό τις αρμόζουσες σε κυρία υλικές και προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής. Συγκεκριμένα το χρησιμοποιούσε ως περιβόλι αλλά και χώρο στον οποίο είχε τα οικιακά της ζώα, μέχρι το έτος 1984, οπότε και το δώρισε, εξ ημισείας στους εφεσίβλητους.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος κατά τον οποίο ουδεμία πράξη νομής είχε λάβει χώρα μέχρι, τουλάχιστον, το έτος 1992 στο τμήμα 2 του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τον ορθοφωτοχάρτη ..., φωτοληψίας έτους 1992, κρίνεται αβάσιμος, εφόσον αποδείχθηκε ότι τόσο οι εφεσίβλητοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν το επίδικο κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, και χρησιμοποιώντας αυτό κυρίως ως περιβόλι και για την εκτροφή των οικιακών τους ζώων, πράξεις οι οποίες δεν θα ήταν δυνατόν να αποτυπωθούν στους ορθοφωτοχάρτες, ελλείψει οικοδομικής δραστηριότητας.
Ακολούθως στις 2-10-1998 οι εφεσίβλητοι προέβησαν με τις με αριθμ. ...1998 δηλώσεις του ν. 2308/1995 σε δήλωση της ιδιοκτησίας τους (ακάλυπτο οικόπεδο με την διώροφη οικία συνολικού εμβαδού 242.50 τμ) στο Εθνικό Κτηματολόγιο .....Το εκκαλούν στις 29-04-2002 προέβη στην υποβολή της με αρ. πρωτ. ...2002 δήλωσης εγγραπτέων δικαιωμάτων επί του επιδίκου στηριζόμενο στο τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου ως διαδόχου του Ιταλικού Κράτους, η οποία υφίσταται επί όλων των δασικών εν γένει και χορτολιβαδικών χαρακτήρα εκτάσεων.
Η δήλωση αυτή ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους εφεσίβλητους και συνεπώς οι τελευταίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη ότι υφίσταται παρενόχληση. Τούτο σημαίνει ότι η δήλωση δεν διέκοψε το αδιατάρακτο της νομής των εφεσιβλήτων. Στις 28-02-2003 αναρτήθηκαν για δεύτερη φορά (Β ανάρτηση) τα στοιχεία του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα του Δήμου ... (βλ Απόσπασμα Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα Β Ανάρτησης) όπου αναγνωρίζονταν δικαιούχοι οι εφεσίβλητοι σε ποσοστό 50% ο καθένας επί του συνολικού οικοπέδου εμβαδού 242 τ.μ.
με τη σημείωση ότι τμήμα του γεωτεμαχίου εμβαδού 116,45 τ.μ. διεκδικείται από το εκκαλούν ελληνικό Δημόσιο (Διεύθυνση Δασών). Το άνω δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου δεν κοινοποιήθηκε στους εφεσίβλητους ούτε αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι μέχρι και τις 19-03-2003 έλαβαν με κάποιο τρόπο γνώση ότι το Δημόσιο προβάλλει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο.
Κατά την πρώτη κτηματολογική εγγραφή το ως άνω συνολικό οικόπεδο των 242,50 τ.μ. φέρεται ως δύο ακίνητα ήτοι με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 126 τ.μ στο οποίο περιλαμβάνεται η διώροφη οικία και τμήμα του ακάλυπτου χώρου της και του οποίου οι εφεσίβλητοι φέρονται ως συνιδιοκτήτες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, το όμορο επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
εμβαδού 116,45 τ,μ. που φέρεται ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά από δήλωση του εκκαλούντος του δικαιώματος κυριότητας αυτού εκ του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου ως διαδόχου του Ιταλικού Κράτους που υπάρχει επί όλων των δασικών εν γένει και χορτολιβαδικού χαρακτήρα εκτάσεων ύστερα από αποδοχή της με αριθμ. 3136/30-05-2003 ενστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της κτηματογράφησης (β' ανάρτησης) του Δήμου ...
που έλαβε χώρα με την με αριθμό 10071/1/32/36/06-11-2005 Απόφαση της Επιτροπής Εκδίκασης Ενστάσεων, συνεπεία της οποίας από το ενιαίο γεωτεμάχιο εμβαδού 242,35 τ.μ με ΚΑΕΚ ... αποσπάστηκε τμήμα εμβαδού 116,45 τ.μ. το οποίο αποτελεί το επίδικο και έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ .... Με την με αριθμό πρωτοκόλλου ...2013 απόφαση της Διευθύντριας Δασών Δωδεκανήσου, με την οποία θεωρήθηκε η επικαιροποίηση του προσωρινού δασικού χάρτη ..., κατόπιν διαχρονικής φωτοερμηνείας, η επίδικη έκταση περιλήφθηκε κατά τμήμα 1 εμβαδού 38,55 τ.μ., εντός της περιμέτρου ευρύτερου πολυγώνου ΑΔ (διαχρονικά μη δασικού χαρακτήρα έκταση), ενώ το τμήμα 2 εμβαδού 77,90 τ.μ.
εντός του πολυγώνου XX 00403 (διαχρονικά χορτολιβαδικές ή βραχώδεις - πετρώδεις εκτάσεις), διότι διαχρονικά αποτελούσε χορτολιβαδική - πετρώδη έκταση χωρίς τεκμήρια καλλιέργειας, σε συνέχεια όμοιου οικοσυστήματος νότια και ανατολικά, και συνεπώς, το τμήμα 2 του ακινήτου εμπίπτει σε ευρύτερο πολύγωνο δασικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει.
Παραταύτα, όπως αποδεικνύεται ....το επίδικο ακίνητο είχε, στο σύνολο του, διαχρονικά αστικό και όχι δασικό χαρακτήρα, και χρησιμοποιούνταν τόσο από τους εφεσίβλητους όσο και από την άμεση και απώτερη δικαιοπάροχο αυτών προηγουμένως ως περιβόλι, στο οποίο είχαν φυτευτεί λεμονιές, έσπειραν λαχανικά ενώ οι δικαιοπάροχοι τους διατηρούσαν εντός αυτού προς βοσκή τα οικιακά τους ζώα......το ακίνητο διαχρονικά περιγράφεται στις μεταβιβαστικές πράξεις κατά τον ίδιο τρόπο, ήτοι να συνορεύει (βόρεια, ανατολικά και νότια) με δημόσιους οδούς που προϋφίστανται και συνεχίζουν και σήμερα να υφίστανται και να αποτελούν τα φυσικά όρια του ακινήτου , που ποτέ δεν μεταβλήθηκαν.
Όσον αφορά τη θέση του επιδίκου εντός του προϋφιστάμενου του έτους 1923 παραδοσιακού οικισμού της ..., το εκκαλούν υποστηρίζει ότι το ακίνητο δεν ευρίσκετο διαχρονικά εντός των ορίων του οικισμού της ..., επισημαίνοντας ότι το επίδικο βρίσκεται εκτός της γραμμής δόμησης των ετών 1960 και 1992, σύμφωνα με την από 27-09-2016 φωτοερμηνεία της δορυφορικής εικόνας λήψης έτους 2004.
Όπως αποδεικνύεται από το σύνολο ως άνω συμβολαίων, το επίδικο ακίνητο, το οποίο συνόρευε, κατά τη βόρεια, ανατολική και νότια πλευρά του με δημόσιους δρόμους, αποτελούσε τμήμα ευρύτερου αστικού ακινήτου, εντός του οποίου είχαν ανεγερθεί κατοικίες. Ειδικότερα στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το ακίνητο περιγράφεται ως μια ερειπωμένη οικία στη θέση "..." στη Σύμη μετά στέρνας και σκάλας, και στο υπ' αριθμ. 20/1941 πωλητήριο συμβόλαιο το πωληθέν ακίνητο περιγράφεται ως ακίνητο που αποτελείται από δύο ορόφους με στέρνα και αυλή.
Επομένως το ακίνητο αποτελούσε, ως ακάλυπτος χώρος σε συνέχεια αστικού ακινήτου, εντός του οποίου είχαν ανεγερθεί κατοικίες εντός του παραδοσιακού οικισμού ..., έκταση ενταγμένη διαχρονικά μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό όπως συναφώς καταθέτει και η μάρτυρας απόδειξης. Αλλά και πέραν αυτών στο απόσπασμα ΓΠΣ ...
έτους 1987 το επίδικο εμφαίνεται εντός ορίου οικισμού, σε έτερο απόσπασμα έτους 2003 το επίδικο εμφαίνεται εντός του ορίου υπηρεσιών του Δήμου ..., ενώ από την προσκομιζόμενη ανάρτηση του δασικού χάρτη και σχετική φωτογραφία ΕΚΧΑ λήψεως 2007-2009 το ακίνητο περικλείεται από οικίες, χωρίς να εμφαίνεται ίχνος δάσους.
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο μέχρι και τις 19-03-2003 δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας των εφεσίβλητων ή των δικαιοπάροχων τους αφού δεν είχε προβεί στην έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από δημόσιο κτήμα, ούτε κοινοποιήσει πράξη της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως του δημοσίου κτήματος.
Επιπλέον, δεν είχε επιδώσει στους εφεσίβλητους εμπράγματη αγωγή που να αφορά το επίδικο, δεν είχε υποβάλλει καν μήνυση για κατάληψη δημόσιου κτήματος, ενώ το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου στις 15-09-2009, με αριθμό γενικής καταγραφής .... Αλλά και πέραν αυτών αποδείχθηκε ότι το ελληνικό δημόσιο δεν όχλησε τους εφεσίβλητους ούτε άσκησε ποτέ διακατοχική πράξη στο επίδικο.
Από όλα τα παραπάνω παρέπεται ότι οι εφεσίβλητοι έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό 50% ο καθένας αφού αποδείχθηκε ότι νέμονταν αυτό μέχρι έναρξης ισχύος του νόμου αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα τριάντα ετών με συνυπολογισμό στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Τελούσαν δε τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους σε καλή πίστη έχοντας δικαιολογημένα την πεποίθηση κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου χωρίς να τους βαρύνει βαριά αμέλεια ότι απέκτησαν το δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού..." Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών των ήδη αναιρεσίβλητων και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την ασκηθείσα από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον έφεση.
Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4§1 εδαφ.β του ν. 3127/2003, όπως αβάσιμα παραπονείται με αμφότερους τους αναιρετικούς λόγους το αναιρεσείον, τις οποίες- αντιθέτως- ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη, πού προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τους ενάγοντες της κυριότητας, επί του επιδίκου, που βρίσκεται εντός των ορίων υφιστάμενου προ του έτους 1923 οικισμού, με πρωτότυπο τρόπο, ως νεμόμενοι τόσον αυτοί όσο και οι δικαιοπάροχοί τους τούτο καλόπιστα και αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών, από το έτος 1968 έως τις 19/03/2003 (έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003), καθ' όσον οι προκύψασες ενέργειες του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφ' ης στιγμής δεν κοινοποιήθηκαν στους ενάγοντες έως 19-3-2003, δεν συνιστούν διαταρακτικές, της νομής, πράξεις.
Ειδικότερα, όσον αφορά την επικαλούμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 4§1 εδαφ.β του ν. 3127/2003 αναφορικά με το ότι το επίδικο βρίσκεται εντός των ορίων του προϋφιστάμενου του 1923 οικισμού της ..., το Εφετείο δέχθηκε τούτο (ότι βρίσκεται εντός οικισμού), λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που ορίζει το άρθρο 1 του ΠΔ της 2/13-3-1981 για την οριοθέτηση οικισμού προ του 1923, όταν δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο για την περιοχή, ήτοι τα συμβόλαια κτήσης των δικαιοπαρόχων των εναγόντων των ετών 1941 και 1968 (καθόσον παλιότερα δεν υπάρχουν), τα αποσπάσματα ΓΠΣ ...
ετών 1987 και 2003 , τον αναρτηθέντα δασικό χάρτη, αεροφωτογραφίες , το ότι το επίδικο αποτελεί φυσική συνέχεια όμορου δομημένου ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων και ότι από τις άλλες τρεις πλευρές του συνορεύει με δρόμους, ενώ υπάρχουν και παρακείμενες οικίες στην περιοχή. Ουδόλως απαιτείται από το ΠΔ της 2/13-3-1981 τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα να έχουν εκδοθεί προ του 1923.
Όσον αφορά δε την έτερη πλημμέλεια εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 4§1 εδαφ.β του ν. 3127/2003, που αναπτύσσεται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αναφορικά με την επί τριακονταετία έως 19-3-2003 αδιατάρακτη νομή των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επικαλούμενες από το Ελληνικό Δημόσιο ενέργειες διατάραξης της νομής των αναιρεσιβλήτων, ήτοι η υποβολή της με αρ.
πρωτ. ...2002 δήλωσης ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση κατ' άρθρο 2 του ν.2308/1995 και η Β' ανάρτηση στις 28-02-2003 του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα του Δήμου ..., δεν εμπίπτουν στην έννοια της διατάραξης- παρενόχλησης , όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας , διότι δεν έλαβαν γνώση των ενεργειών αυτών οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες, η δε υποβολή της με αρ.
πρωτ.3136/30-05-2003 ένστασης του Ελληνικού Δημοσίου κατά του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της Β' ανάρτησης έγινε μετά την 19η-3-2003 (έναρξη ισχύος του ν.3127/2003). Ενόψει τούτων, οι περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. ...2023 αίτηση για αναίρεση της 271/15-12-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. ...2023 αίτηση για αναίρεση της 271/15-12-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ