Legislator Case Law & Legislation
768/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on severance pay for retired employees.

Case Number 768/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a second-instance labor court decision awarding severance pay to a retired employee. The court found the appeal arguments based on conflicting statutory provisions and business practices to be unfounded since the lower court correctly applied the specific rule for retired workers. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the specific statutory provision governing severance pay for employees retiring due to pension eligibility, rejecting arguments based on conflicting business practices or general provisions.

Keywords

AI generated
severance pay retirement labor dispute appeal business practice conflict statutory interpretation legal costs award Code of Civil Procedure second instance review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 8, Section B of Law 3198/1955
Article 1, Paragraph IA, Subparagraph IA.12, Paragraph 3 of Law 4093/2012
Article 690 of the Civil Code
Article 7, Paragraph 2 of Law 1876/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 768/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "C. H. C. - Β. Ε. Σ. Α..»Ε., που εδρεύει στο Χ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ξ. του Η., κατοίκου Κ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26-4-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την κρινόμενη από 26.4.2023 και με αριθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με αριθ. 221/29.11.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, επί της από 10.7.2020 και με αριθ. καταθ. ... έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμ. 105/10.6.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22.4.2019 και με αριθμό κατ. ...

αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 28.203,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 20.12.2014, ως διαφορά οφειλόμενης αποζημίωσης αποχώρησης από την εργασία, λόγω συνταξιοδότησης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε στην ουσία την ανωτέρω έφεση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 28.4.2023, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 29.11.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.- H επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ.

η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθρο 361 ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής.

Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση (ΑΠ 1566/2021, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1245/2019, ΑΠ 1402/2017, ΑΠ 48/2015). Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα (άρθρο 361 ΑΚ).

Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών και κατά συνέπεια η από τον εργοδότη, κατ' ενάσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ. 7 Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζόμενου, ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής.

Επομένως και κατ' αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 1566/2021, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1245/2019, ΑΠ 1402/2017).

Οι οικειοθελείς παροχές δυνατόν να αφορούν και στην καταβολή ποσού αποζημιώσεως κατά την αποχώρηση του μισθωτού μεγαλυτέρου του νομίμου (Ολ ΑΠ 26/1992, ΑΠ 1245/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/ 1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις", οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ).

Και τούτο, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι, ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση [(πρβλ.

και άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/ 1990, όσον αφορά τη σχέση ΣΣΕ και νόμων), Ολ ΑΠ 5/2011, Ολ ΑΠ 26/2007]. Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο, όμως, προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά το συσχετισμό μιας ΣΣΕ ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής σύμβασης ή, γενικότερα, κατά το συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα.

Με την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη, ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους, ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/2011).

Ειδικά, όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 557/2020, ΑΠ 226/2018). 3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Προϋπόθεση αυτού του λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή ή ένσταση) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997). Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους - αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 619/2022, ΑΠ 455/2020, ΑΠ 1611/2008). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Γ.

Ξ. [αναιρεσίβλητος] απασχολήθηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "C. H. C. - Β. Ε. Σ. Α..Ε..", [αναιρεσείουσα] αρχικά με την ειδικότητα του "μηχανικού παραγωγής" και στη συνέχεια με την ειδικότητα του "εργοδηγού", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 10.8.1981 μέχρι τις 19.12.2014, οπότε και η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος κατά την αποχώρησή του από τις υπηρεσίες, που προσέφερε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, έλαβε από την τελευταία ως αποζημίωση απολύσεως το συνολικό ποσό των 76.203,36 ΕΥΡΩ. Οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ανέρχονταν στο ποσό των 3.728,81 ΕΥΡΩ, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην από 14.6.2004 επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ), που συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας και του σωματείου των εργαζομένων της, και η οποία ουδέποτε τροποποιήθηκε από μεταγενέστερη ΣΣΕ, υπήρχε ειδικός όρος που ανέφερε τα εξής: "3. Σε περίπτωση που ο μισθωτός έχει συμπληρώσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του (σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ως προς το χρόνο ασφαλίσεως), είτε αποχωρήσει οικειοθελώς λόγω συνταξιοδότησης, είτε καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του λόγω συμπλήρωσης του χρόνου συνταξιοδότησης, θα δικαιούται το 100% της αποζημίωσης καταγγελίας".

Ως εκ τούτου, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, σε όλες τις περιπτώσεις απολυθέντων ή αποχωρούντων από αυτήν με συνθήκες συνταξιοδότησης, κατέβαλλε αποζημίωση στο ακέραιο, δηλαδή στο 100%, και όχι μειωμένη στο 40% ή 50%, όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ. β Ν 3198/1955, αφού η ΣΣΕ καθιέρωνε ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους ρύθμιση.

Εξάλλου, μετά την ισχύ του Ν 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012, δυνάμει των οποίων υποχρεωτικά καταγγέλθηκαν οι ΣΣΕ, η ανωτέρω πρόβλεψη της από 14.6.2004 ΣΣΕ απώλεσε τον κανονιστικό χαρακτήρα της, ωστόσο, λόγω της συνέχισης της γενικευμένης εφαρμογής της από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία επί μακρό χρονικό διάστημα σε όλο το προσωπικό, που έκτοτε απολυόταν ή αποχωρούσε με συνθήκες συνταξιοδότησης, διαμορφώθηκε με τον τρόπο αυτό αντίστοιχη "επιχειρησιακή συνήθεια", που πλέον αποτελούσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Επομένως, κατέστη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρίας να καταβάλλει σε όσους απολύονται ή αποχωρούν με συνθήκες συνταξιοδότησης το 100% της οφειλομένης αποζημίωσης και όχι το 40% ή 50% αυτής, όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ. Β Ν 3198/1955. Περαιτέρω, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είχε συμπληρώσει στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία προϋπηρεσία που υπερέβαινε τα 17 έτη (συμπληρωμένη προϋπηρεσία στις 12.11.2012, ημερομηνία εφαρμογής του Ν 4093/2012) και, συνεπώς, η αποχώρησή του από την εργασία του έγινε υπό συνθήκες πλήρους συνταξιοδότησης.

Όσα, δε, αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δεν αποχώρησε από την εργασία του με συνθήκες πλήρους συνταξιοδότησης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατόπιν τούτου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι επρόκειτο για απόλυση λόγω συνταξιοδότησης, η αποζημίωση, που έπρεπε να καταβληθεί στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο απαρτιζόταν από δύο μέρη:

α) από ένα μέρος 12 μηνιαίων τακτικών αποδοχών, δηλαδή 3.728,81 ΕΥΡΩ (μηνιαίες αποδοχές) + 1/6 X 3.728,81, ήτοι 621,46 ΕΥΡΩ (οι αποδοχές υπολογίζονται σε ετήσια βάση 14 μηνών) = 4.350,27 ΕΥΡΩ X 12 μήνες = 52.203,33 ΕΥΡΩ και β) από ένα δεύτερο μέρος άλλων 12 μηνιαίων τακτικών αποδοχών, δηλαδή ποσού 52.203,33 ΕΥΡΩ.

Συνεπώς, δοθέντος ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας να καταβάλλει σε όσους απολύονται ή αποχωρούν με συνθήκες συνταξιοδότησης το 100% της οφειλομένης αποζημίωσης και όχι το 40% ή 50% αυτής, όπως ορίζει το άρθρ. 8 εδ. β Ν 3198/1955, η αποζημίωση, που έπρεπε να καταβληθεί στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 104.406,66 ΕΥΡΩ (52.203,33 + 52.203,33).

Σημειώνεται ότι εν προκειμένω για τον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης θα ληφθούν υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, έστω και εάν αυτές υπερβαίνουν το όριο των 2.000 ΕΥΡΩ μηνιαίως, καθόσον στη διάταξη του ν. 4093/2012 διατυπώνεται από το νομοθέτη εξαίρεση ως προς τους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης [. . .].

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ως αποζημίωση απολύσεως το συνολικό ποσό των 76.203,36 ΕΥΡΩ και, ως εκ τούτου, πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει τη διαφορά αποζημίωσης, δηλαδή το ποσό των 28.203,31 ΕΥΡΩ (104.406,66 μείον 76.203,36). Το δε γεγονός ότι ο όρος της από 14.6.2004 επιχειρησιακής ΣΣΕ περί καταβολής του 100% της αποζημίωσης (ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, εν συνεχεία μετετράπη σε συμβατική υποχρέωση) κατισχύει, ως ευνοϊκότερος, των διατάξεων του άρθρου 8 εδ.

β Ν 3198/1955 περί καταβολής του 40% ή 50% της αποζημίωσης, συνεπάγεται ότι η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων (άρθρ. 8 εδ. β Ν 3198/1955) δεν τίθεται εν όλω εκποδών, αλλά μόνο κατά το μέρος που αυτές είναι λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με τα όσα έχουν συμφωνήσει τα μέρη.

Συνεπώς, οι διατάξεις του Ν 3198/1955 συνεχίζουν να εφαρμόζονται κατά το σκέλος που αναφέρονται στον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου. Εξάλλου, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω οι διατάξεις του άρθρου 8 εδ.

β Ν 3198/1955 τυγχάνουν εξ ολοκλήρου μη εφαρμοστέες, ήτοι τόσο κατά το μέρος τους που είναι για τους εργαζόμενους λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με την από 14.6.2004 επιχειρησιακή ΣΣΕ, όσο και κατά το μέρος τους που είναι για τους εργαζόμενους περισσότερο ευνοϊκές σε σχέση με την ίδια ΣΣΕ. Ότι, συνεπώς, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δεν υπαγόταν στη ρύθμιση του άρθρου 8 εδ.

β Ν 3198/1955 αλλά στις προβλέψεις της από 14.6.2004 επιχειρησιακής ΣΣΕ, οι οποίες είναι ούτως ή άλλως ευνοϊκότερες γι' αυτόν, καθόσον, με βάση αυτές, δικαιούταν να λάβει, και πράγματι έλαβε, το 100% της αποζημίωσης απολύσεώς του. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί.

Με βάση τα παραπάνω, η εκκαλουμένη απόφαση, κάνοντας εν όλω δεκτή την προμνησθείσα από 22.4.2019 (υπ' αριθμ. κατάθ. ...) αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώνοντας την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο το προαναφερόμενο ποσό των 28.203,31 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από τις 20.12.2014 (επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του) μέχρις πλήρους εξοφλήσεως, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, του άρθρου Πρώτου Παράγραφος ΙΑ, Υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του Ν. 4093/2012 και του όρου Γ3 της από 14.6.2004 Επιχ.

Σ.Σ.Ε., όπως αβασίμως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, έκρινε, ότι εν προκειμένω, με βάση αρχικά την από 14.6.2004 επιχειρησιακή σ.σ.ε. (από το έτος 2004) και στη συνέχεια με βάση επιχειρησιακή συνήθεια, που πλέον αποτελούσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας, από το έτος 2012 και εντεύθεν (μετά τη λήξη της ισχύος της από 14.6.2004 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας), καταβάλλονταν στους συνταξιοδοτούμενους - εργαζόμενους στην επιχείρηση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, το 100% της αποζημίωσης καταγγελίας, με βάση τις πλήρεις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας, στο σύνολο αυτών των αποδοχών, χωρίς κανένα πλαφόν, αφού το πλαφόν των 2.000 ευρώ, που θεσπίσθηκε με την παράγραφο ΙΑ, υποπαρ.

ΙΑ.12 παρ. 3 του Ν. 4093/2012, δεν εφαρμόζεται στους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι εν προκειμένω ισχύει η ανωτέρω επιχειρησιακή συνήθεια και όχι οι διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 και του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ, Υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του Ν. 4093/2012. 5.- Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης των άρθρων 690 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, διότι η αναιρεσιβαλλομένη όλως αντιφατικά, εσφαλμένα και κατά παράβαση της αρχής της ενότητας των αποδοχών, εφάρμοσε ταυτόχρονα και τα όσα ευνοϊκά ορίζονται στην επιχειρησιακή ΣΣΕ και τα όσα ευνοϊκά ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου πρώτου παράγ.

ΙΑ, υποπαράγ. ΙΑ.12 του ν. 4093/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 εδ. β' του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσιβαλλομένη προέβη στην ταυτόχρονη εφαρμογή δύο ευνοϊκών ρυθμίσεων, προερχομένων από δύο διαφορετικές πηγές διαμόρφωσης της αποζημίωσης των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως από την εναγομένη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία.

Και τούτο διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας, η αναιρεσίβλητη εφάρμοζε και μετά τη λήξη της κανονιστικής ισχύος των όρων της επιχειρησιακής σ.σ.ε., τον όρο Γ3 της τελευταίας, χωρίς το πλαφόν των 2000 ευρώ, που ορίζεται στην παράγρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012. 6.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος και η υποβαλλόμενη, με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και συγκεκριμένα στην κατάσταση που υπήρχε πριν την καταβολή του ποσού των 4000 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα κατέβαλε προς συμμόρφωση με το διατακτικό της πρωτόδικης με αριθμό 105/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, πρέπει ν' απορριφθεί μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.4.2023 και με αριθ. καταθ. ... αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 221/29.11.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (διαδικασίας περιουσιακών - εργατικών διαφορών). ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την δια του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ασκηθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ