Legislator Case Law & Legislation
768/2022 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on abandoned property ownership due to insufficient legal basis and reasoning.

Case Number 768/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the single-member Court of Appeal's decision regarding the ownership of abandoned property. The lower court failed to establish a specific legal basis for the appellants' acquisition of title and relied on inadequate reasoning regarding the property's status. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, §2 and §3 of Law 1539/1938; A court ruling establishing ownership of abandoned property is void if it fails to specify the legal mode of acquisition and provides insufficient reasoning to determine the property's status as abandoned.

Keywords

AI generated
abandoned property public domain ownership acquisition insufficient reasoning remittal for retrial legal basis property law

Cited Legislation

AI generated
Article 34 of Law 1539/1938
Article 53 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 1 of Presidential Decree of 31.12.1948/10.01.1949
Article 21 §1 of Law 3800/1957
Articles 552, 553 §1 item b, 556 §1, 558 item a, 564 §2, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 §§1, 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 768/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Φ., 2) Μ. χήρας Φ. Α., το γένος Ν. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σάββα Τσαμπή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2014 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη, 207/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 3/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26.12.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 3/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δικάζοντας την από 09.10.2017 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 207/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε απορρίψει την από 12.04.2013 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας αυτών (αναιρεσιβλήτων), δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχτηκε την αγωγή αυτή στο σύνολό της.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Στη διάταξη του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ και του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του β.δ.

της 31.12.1948/10.01.1949 (βλ. και άρθρο 21§1 του ν. 3800/1957) ορίζονται τα ακόλουθα: "... (§2) Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων, καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. (§3) Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς διά πρωτοκόλλου συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο ειδική εντολή του Υπουργείου Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας Αστυνομικής αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. (§4) Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλότριων. (§5) Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταλειφθέντος κτήματος γίνεται, κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένη προς το Δημόσιον δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του κατά το άρθρο 10 Συμβουλίου.

Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. ... (§7) Εάν απορριφθεί η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του Υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου, ή εντός των από του κατά άρθρον 10 Συμβουλίου, ταχθείσης κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 11, προθεσμίας δύναται ούτος να ζητήσει την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, Πρόεδρον Πρωτοδικών. (§8) Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα της κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον. ... .".

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπός του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: α) Εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει τον χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής).

Εξάλλου, η κατάληψη του ακινήτου από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένου, δεν θίγει ή βλάπτει τον θεσμό της χρησικτησίας, η οποία, έτσι ή αλλιώς, είναι ένας πρωτότυπος τρόπος αποκτήσεως κυριότητας. Έτσι, εάν ένα εγκαταλελειμμένο ακίνητο καταληφθεί από τρίτον με τις νόμιμες προϋποθέσεις της χρησικτησίας και συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο οριζόμενος χρόνος γι' αυτήν, τότε αυτός νομίμως, πάντοτε δικαστικά, αναγνωρίζεται ότι απέκτησε επ' αυτού την κυριότητα.

Όταν, λοιπόν, ένα ακίνητο, έστω και εγκαταλελειμμένο, δεν ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, αλλά στην κυριότητα ιδιώτη, είναι δεκτικό νομής από τρίτον εις βάρος του τελευταίου και κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Σε κάθε περίπτωση δε, που ο τρίτος έχει συμπληρώσει την κτητική παραγραφή πριν την κατάληψη (είτε η κατάληψη είναι νόμιμη είτε μη νόμιμη), η χρησικτησία του τρίτου δεν επηρεάζεται (Α.Π. 787/2021, Α.Π. 256/2020, Α.Π. 47/2019, Α.Π. 656/2012).

Εξάλλου, αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου, έστω και κατά του αρχικού τιτλούχου, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αγωγή αναγνωρίσεως της κυριότητάς του. Τούτο δε, διότι, η έκδοση αυτή (του πρωτοκόλλου καταλήψεως), δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματός του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (πρβλ Α.Π. 2142/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 63§§1, 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/01.09.1929 κανονιστικό διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα και την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας, με το άρθρο 2§1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (mulk), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε.

Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2§1 του ν. 510/1947 της Ελληνικής νομοθεσίας, ήτοι από τις 30.12.1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ.Α.Π 188/1980).

Επομένως, μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί κατά τα άρθρα 974, 976 - 979 και 1045 του Α.Κ., προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου (Α.Π. 787/2021, Α.Π. 887/2002). Με το άρθρο 974 του Α.Κ., για τον καθορισμό της έννοιας της νομής, ορίζεται ότι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 του Α.Κ., εκείνος που έχει τη νομή του, κατά το καθοριζόμενο στον νόμο χρονικό διάστημα, πράγματος γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) και από το άρθρο 1051 του Α.Κ., συνάγεται ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, δεδομένου ότι η γενόμενη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή, η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διατάξεως (Α.Π. 641/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 61§1 του ίδιου Κανονισμού, με το οποίο θεσπίζεται τεκμήριο του ότι είναι ακριβείς οι εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, ορίζεται ότι "Η κτηματική εγγραφή και κάθε επομένη καταχώρησις προκύπτουσα εκ του Κτηματικού Βιβλίου αποτελούσιν αντιστοίχως την νόμιμον απόδειξιν του κτηματικού δικαιώματος και των διαδοχικών αυτού μεταβολών", ενώ με το άρθρο 51 του αυτού Κανονισμού ορίζεται ότι: "Αφ' ης ημέρας διετάχθη η εγγραφή ενός ακινήτου καθίστανται υποχρεωτικαί αι αφορώσαι εις αυτό μεταγενέστεροι καταχωρίσεις.

Υπόκειται εις καταχώρισιν μεταγραπτέαν επί του Κτηματικού Βιβλίου και επί του Κτηματικού Τίτλου και δεν έχουσιν αποτελεσματικότητα ουδέ μεταξύ των μερών ει μη από της ημερομηνίας της γενομένης καταχωρίσεως αι ακόλουθοι πράξεις. 1ον Α) .... Β) ... Γ) ... Δ) Αι πράξεις αι συνεπαγόμεναι μεταβίβασιν ή απονομήν κτημάτων μουλκ υπέρ του Δημοσίου.....

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν ή ότι δεν αποδείχτηκαν (Α.Π. 19/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 8/2018, Α.Π. 272/2020, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 688/2014). Στη προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, που επισκοπείται παραδεκτά, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου αναφορικά με την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: ".....Οι ενάγοντες ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα του πρώτου και συζύγου της δεύτερης Φ.

Α. κληρονόμησαν δυνάμει του υπ' αριθ. 50/2003 κληρονομητηρίου της γραμματείας του κατά ποσοστό 3/4 ο πρώτος και 1/4 η δεύτερη τον ανωτέρω αποβιώσαντα. Ο Φ. Α. απέκτησε δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Κ. από τον Ι. Π. ένα ακίνητο, που βρίσκεται στη Ρόδο και ειδικότερα μια λιθόκτιστη οικοδομή ισογείου και πρώτου ορόφου με κτηματολογικά στοιχεία τόμος οικοδομών ..., ..., το οποίο εφέρετο εγγεγραμμένο δυνάμει της υπ' αριθ. 2102/8-11-1926 διάταξης του Προέδρου της Κτηματικής Επιτροπής στο όνομα της Α.

συζ. Μ. Τ. το γένος Κ. Κ.. Το ακίνητο αυτό στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες πιστοποιητικό ιδιοκτησίας, περιήλθε δυνάμει της υπ' αριθ. ... απόφασης χρησικτησίας του Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία μετεγράφη νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογίου Ρόδου δυνάμει της 1163/15-4-1965 διάταξης του κτηματολογικού δικαστή στον Ι.

Π., ο οποίος και κατόπιν το πώλησε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων. Από την ημέρα που ο αποβιώσας πατέρας και σύζυγος των εναγόντων απέκτησε το ακίνητο άρχισε να διαμένει σε αυτό με την οικογένεια του και τους γονείς της συζύγου του. Μάλιστα αμέσως μετά την αγορά προέβη σε επισκευή του κτίσματος, όπως ρητά αναφέρει ο μάρτυρας των εναγόντων, διότι αυτό ήταν σε κακή κατάσταση, ενώ η μητέρα της δεύτερης ενάγουσας προέβη σε σύμβαση ηλεκτροδότησης του ακινήτου και ο πατέρας της σε σύμβαση υδροδότησης.

Περαιτέρω ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ότι από το έτος 1955 που αυτός έμενε στην ίδια γειτονιά στο επίδικο κατοικούσε ο Ι. Π., ο οποίος διατηρούσε και κατάστημα στην ίδια γειτονιά, με την μητέρα του και την αδελφή του. Ωστόσο το εναγόμενο δημόσιο άσκησε το 1972 και μετά την αγορά του ακινήτου από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, την από 2-5-1972 ανακοπή του κατά του Ι.

Π.. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η με αριθ. 136/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που εξαφάνισε την υπ' αριθ. 534/1965 απόφαση του Δικαστηρίου και διέταξε τον Ι. Π. να αποδείξει τα αναλυτικά στην απόφαση αναφερόμενα. Κατόπιν το Δημόσιο με την υπ' αριθ. πρωτ. Δ.Κ. 258/21-1-1974 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, προέβη σε κατάληψη του εν λόγω ακινήτου συντάσσοντας το από 23-1-1974 πρωτόκολο κατάληψης το οποίο και μετεγράφη στα κτηματολογικά βιβλία με την υπ' αριθ. 501/25-1-1974 διάταξη του κτηματολογικού δικαστή.

Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε έλαβε γνώση για την κατάληψη αυτή, καθόσον ο ίδιος ήδη από τον Δεκέμβριο του 1970 είχε μεταγράψει και την πράξη εξόφλησης του ακινήτου που είχε αγοράσει από τον Ι. Π.. Αν λοιπόν και διέμενε όλα τα έτη στο επίδικο ποτέ δεν ενημερώθηκε για την έκδοση του πρωτοκόλου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η έκδοση του πρωτοκόλου και η καταχώρηση του στα κτηματολογικά βιβλία έγινε χωρίς να συντρέχει η ιδιότητα της οικίας ως εγκαταλελειμένης και άρα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του.

Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων που αγνοούσε την έκδοση του πρωτοκόλου και την καταχώρηση του στο κτηματολόγιο δεν προέβη, όπως ήταν αναμενόμενο, σε καμία διοικητική ή δικαστική ενέργεια και συνέχισε να διαμένει στην οικία με την οικογένεια του. Οι ενάγοντες δε έμαθαν για το πρωτόκολο το έτος 2013, οπότε και απευθύνθηκαν στο κτηματολόγιο.

Συνεπώς τόσο η έκδοση και η καταχώρηση του πρωτοκόλου στο Κτηματολόγιο όσο και η πάροδος της δεκαετίας από αυτή χωρίς την υποβολή αίτησης προς το δημόσιο, δεν επέφεραν την απόσβεση της κυριότητας των εναγόντων επί της οικίας. Έτσι οι ενάγοντες παραμένουν κύριοι αυτής και το Δημόσιο δεν κατέστη κύριο, οι δε καταχωρήσεις που έγιναν στο κτηματολόγιο συνιστούν αμφισβήτηση της κυριότητας τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 3/4 ο πρώτος και 1/4 η δεύτερη εξ αδιαιρέτου, του ανωτέρω ακινήτου. ......".

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 34§2 του α.ν. 1539/1938, χαρακτήρισε το επίδικο μη εγκαταλελειμένο και, ως εκ τούτου, μη υπαγόμενο στις ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου περαιτέρω δε αιτιάται το αυτό Δικαστήριο ότι διέλαβε πλημμελείς αιτιολογίες για ζήτημα έχον ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στη νομική σχέση των αναιρεσιβλήτων και του κοινού δικαιοπαρόχου τους με το ακίνητο αυτό.

Ο λόγος αυτός του αναιρετήριου παραδεκτά προβάλλεται και είναι βάσιμος. Συγκεκριμένα με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του β.δ.

της 31-12- 1948/10-1-1949. Τούτο δε διότι, αν και δέχθηκε ότι η υπ' αριθ. 534 (και όχι 594)/1965 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε αναγνωριστεί ως κύριος του επιδίκου ακινήτου, λόγω συμπληρώσεως του χρόνου της κτητικής παραγραφής, ο ως άνω Ι. Π., εις βάρος της ερημοδικήσασας αρχικής τιτλούχου του επιδίκου ακινήτου Α.

συζ. Μ. Τ., το γένος Κ. Κ., είχε εξαφανιστεί μετά την ευδοκίμηση ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά του Ι. Π., με την υπ' αριθ. 163/1973 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, εν τούτοις καταλήγει στο ότι η έκδοση του πρωτοκόλλου από το αναιρεσείον και η καταχώρισή του στα κτηματολογικά βιβλία έγινε χωρίς να συντρέχει η ιδιότητα του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου και άρα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του, ενόψει του ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) Φ.

Α. διέμενε όλα τα έτη στο επίδικο και ποτέ δεν ενημερώθηκε για την έκδοση του πρωτοκόλλου, με συνέπεια οι ενάγοντες να παραμένουν κύριοι αυτού. Πλην όμως, εκτός της ως άνω γενικής αναφοράς της προσβαλλόμενης απόφασης περί κυριότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) στο επίδικο ακίνητο, δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές του Εφετείου ούτε καθορίζεται ο απαιτούμενος κατά τις ως άνω διατάξεις συγκεκριμένος νόμιμος τρόπος κτήσεως κυριότητας εκ μέρους των τελευταίων ή των ως άνω δικαιοπαρόχων τους και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν αυτοί ως κύριοι του επιδίκου ακινήτου, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ως προς αυτούς ο χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου ή μη, αλλά τούτο μπορούσε να γίνει μόνο στο ως προς την ως άνω κατά τις σχετικές παραδοχές κυρία αυτού Α.

συζ. Μ. Τ., το γένος Κ. Κ.. Περαιτέρω, το αυτό Δικαστήριο παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού του ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, καίτοι δέχθηκε ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση, δυνάμει της οποίας ο δικαιοπάροχος του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, ακυρώθηκε, δεν διευκρινίζει τη νομική σχέση δυνάμει της οποίας ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτών, αλλά και αυτοί οι ίδιοι, παρέμειναν στο ακίνητο άνευ οιασδήποτε αναγνωριζομένης από το νόμο σχέσεως με την ως άνω εκ θεμελιώδους εγγραφής κυρίας του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως (ΑΠ 181/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 204/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθμό 1 εδάφ.

α' του Κ.Πολ.Δ. και αφορά τον εσφαλμένο προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων, η παραδοχή του οποίου οδηγεί σε μερική αναίρεση της αποφάσεως. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσείοντος), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ,Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ,Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 1344230ΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ