Supreme Court allows appeal against insurance court decision due to insufficient reasoning on lost income damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the calculation of lost income damages in a motor accident insurance case. The lower court failed to provide sufficient reasoning for why the plaintiff's income loss could not be proven based on the submitted tax documents. Consequently, the Court found the lower court's decision on this specific issue legally flawed and insufficiently motivated.
Legislator headnote
AI generatedArt. 577 para. 1 & 3 C.PolD; Art. 932 A.C.; The Supreme Court must annul a lower court decision if it lacks sufficient reasoning on issues that have a decisive impact on the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 768 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 768/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαϊλάζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-7-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2015 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και 861/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 383/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 26-10-2018 (ειδικ. αριθμ. καταθ. 802/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 383/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται κατ' αρχήν, στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).
Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη του "ευλόγου" και το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί από ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του.
Ενόφει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύφος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 30-6-2012 και περί ώρα 07:50 ο ενάγων, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούνταν επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου … , στο … , με κατεύθυνση από … προς … ....Ο ενάγων, στη συμβολή της ως άνω λεωφόρου με τη λεωφόρο …. , ακινητοποίησε το όχημά του, προ του φωτεινού σηματοδότη, που έδειχνε σταθερό ερυθρό φως.
Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ανασφάλιστο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κινούνταν στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου … , με κατεύθυνση προς …. . Προτιθέμενος να πραγματοποιήσει δεξιά στροφή, προκειμένου να εισέλθει στη λεωφόρο … και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό που κινούνταν ο ενάγων, ήτοι προς …. , εξαιτίας της υπερβολικής, άνω των 90 χιλ/ώρα, ταχύτητας που είχε αναπτύξει (το όριο ταχύτητας στη λεωφόρο … ορίζεται σε 90 χιλ/ώρα και στη λεωφόρο … σε 40 χιλ/ώρα) και της οδήγησης του οχήματος του υπό την επίδραση αλκοόλ (στο αίμα του ανιχνεύθηκε ποσότητα οινοπνεύματος 1,33 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος), τη στιγμή που πραγματοποιούσε τη στροφή, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη της πορείας του αριστερά , προσέκρουσε σε κολώνα φωτεινού σηματοδότη και εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας της Λ.
… προς … , όπου, κατά τα προαναφερθέντα, ήταν ακινητοποιημένη η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος. Προσέκρουσε αρχικά στο υπ' αριθμ. … αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο στην αριστερή λωρίδα της Λ. … και στη συνέχεια στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος. Αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο πρώτος εναγόμενος εξαιτίας των ως άνω αμελών του πράξεων.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίσθηκε, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ειδικότερα κεφαλοαιμάτωμα κροταφοϊνιακά αριστερά, υπαραχνοειδή αιμορραγία δεξιά βρεγματικά και βρεγματοϊνιακά, κάταγμα ινιακού κονδύλου αριστερά και υποδόριο εμφύσημα σύστοιχα, ρήξη σπληνός με συνοδό περισπληνικό αιμάτωμα, μικρό υποκάψιο αιμάτωμα αριστερού νεφρού, κατάγματα αριστερών εγκαρσίων αποφύσεων 01-02-03-04-05 με συνοδό αιμάτωμα του ψοϊτη σύστοιχα, υποδόριο και ενδομυϊκό αιμάτωμα αριστερής κατώτερης κοιλιακής και γλουτιαίας χώρας, κάταγμα κνήμης αριστερά και κάταγμα δεξιά κεφάλων 2, 3, 4, 5 μεταταρσίου.
Υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία και σπληνεκτομή για την επίσχεση της αιμορραγίας, σε εξωτερική οστεοσύνθεση των καταγμάτων της αριστερής κνήμης και ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση των καταγμάτων των μεταταρσίων δεξιού άκρου ποδός. Επίσης τοποθετήθηκε bullau αριστερά και υποβλήθηκε σε τραχειοστομία.
Νοσηλεύθηκε στη Β' ΜΕΘ του άνω νοσοκομείου από 1-7-2012 έως 24-7-2012, οπότε μεταφέρθηκε στην ΣΤ' Ορθοπεδική κλινική. Στις 16-8-2012 διακομίσθηκε στην κλινική της Φυσικής Ιατρικής Αποκατάστασης, προκειμένου να ακολουθήσει πρόγραμμα κινητικής αποκατάστασης... Στις 9-4-2014 η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ, κατόπιν διαπίστωσης των παθήσεων φευδάρθρωσης αριστερής κνήμης, πάρεσης περονιαίων άμφω, δυσκαμψίας αγκώνων, αγκύλωσης αριστερής ποδοκνημικής και άκρου ποδός, τον έκρινε ανάπηρο σε ποσοστό 80% για το χρονικό διάστημα από 13-8-2013 έως 31-8-2015.
Το ποσοστό αυτό αναπηρίας του δεν έχει μεταβληθεί μέχρι σήμερα, όπως προκύπτει τόσο από τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού χειρουργού Ε. Γ., όσο και από την πρόσφατη από 17-10-2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας της ίδιας ως άνω Επιτροπής, η οποία τον έκρινε ανάπηρο σε ποσοστό 80% έως 31-8-2019.." ...
Αποδείχθηκε περαιτέρω, αναφορικά με το αριστερό κάτω άκρο του, ότι ο ενάγων υπέστη βλαισοποίηση και παραμόρφωση του άξονα της κνήμης, τόσο ώστε να μην μπορεί να περπατήσει, βαρύτατη παραμόρφωση των οστών της αριστερής κνήμης, αλλά και του άκρου πόδα του αριστερού κάτω σκέλους. Το ανοικτό τραύμα όπου και μολύνθηκε το οστούν, παραμένει με μη πορωμένα (κολλημένα) κατεαγόντα άκρα και υπάρχει εύρημα σηπτικής ψευδάρθρωσης.
Η ποδοκνημική άρθρωση στο κάτω άκρο έχει υποστεί μεγάλη παραμόρφωση. Η διάσωση του αριστερού κάτω άκρου, από το γόνατο και κάτω κρίνεται μελλοντικά αβέβαιη. Αναφορικά με τους αγκώνες του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι υφίσταται περιορισμός των κινήσεων, ιδιαίτερα δεξιά, με μεγάλη έκτοπη οστεοποίηση, αδυναμία κάμψης στον αγκώνα πάνω από 90° και 30° έκταση.
Αμφότεροι οι αγκώνες χαρακτηρίζονται μη λειτουργικοί. Αναφορικά με το δεξιό κάτω άκρο του αποδείχθηκε ότι υπέστη πάρεση δεξιού περονιαίου, ενώ, λόγω των καταγμάτων στο 3° και 4° μετατάρσιο, με μετατόπιση των κεφαλών των μεταταρσίων, ο ενάγων έχει υποστεί επώδυνη υπερκεράτωση (κάλος) αλλά και παραμόρφωση του άκρου πόδα δεξιά.
Ο άκρος πόδας είναι μη λειτουργικός, λόγω πάρεσης του περονιαίου και των καταγμάτων. Αναφορικά με τη σπονδυλική στήλη, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων φέρει πορωμένα κατάγματα των εγκάρσιων αποφύσεων στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής, τα οποία του προκαλούν χρόνια και μόνιμη οσφυαλγία.. Επίσης, εμφανίζει παραμόρφωση λεκάνης και επώδυνη λεκάνη.
Το ποσοστό αναπηρίας του (80%) δεν προβλέπεται να μειωθεί στο μέλλον, ενώ οι όποιες μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις θα έχουν πτωχά αποτελέσματα, πλην αυτής της αρθρόδεσης στο δεξιό άκρο πόδα, που κρίνεται επιβεβλημένη. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 48 ετών και μέχρι τότε υγιής, κατέστη συνεπεία του προαναφερόμενου τραυματισμού του μόνιμα και εφόρου ζωής ανάπηρος σε ποσοστό 80%.
Η αναπηρία του αυτή τον καθιστά άτομο που μειονεκτεί έναντι άλλων ατόμων της ηλικίας του και οπωσδήποτε επιδρά δυσμενώς στην κοινωνική, οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και προσωπική του εξέλιξη.... Περαιτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη συνεπεία της εις βάρος του αδικοπραξίας, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύφος της οποίας πρέπει να καθορισθεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της ενδίκου αδικοπραξίας, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ανασφάλιστου ζημιογόνου αυτοκινήτου, του είδους και της εκτάσεως των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, της προκληθείσης εξ αυτών αναπηρίας και της ανικανότητάς του προς εργασία, του χρόνου νοσηλείας του, του είδους και της εκτάσεως των θετικών ζημιών του, της στενοχώριας και της ταλαιπωρίας του, της ηλικίας του, και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεώς του, στο ποσό των 90.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας......
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση του τρίτου των εναγομένων (Επικουρικού Κεφαλαίου, ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά της υπ' αριθμ. 861/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε επιδικάσει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 110.000 ευρώ, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης στο παραπάνω ποσό των 90.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτόν το προαναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του αιτουμένου μεγαλυτέρου ποσού, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 929 ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει ...και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον. Κατά δε το άρθρο 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει... και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι αν βλαβεί το σώμα ή η υγεία προσώπου από αδικοπραξία, η αποζημίωση περιλαμβάνει και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, όπως, όταν από αδικοπραξία, τραυματισθεί ο εργαζόμενος και καταστεί ανίκανος προς εργασία. Στην περίπτωση αυτή για να δικαιωθεί ο τραυματισθείς την πιο πάνω αποζημίωση, δηλαδή τα διαφυγόντα εισοδήματα, πρέπει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει, ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, που προηγουμένως ασκούσε και την οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, αν δεν τραυματιζόταν, και έτσι ζημιώθηκε ορισμένο ποσό που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία (ΑΠ 259/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών υφίσταται και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 502/2018, ΑΠ 1829.2011, ΑΠ 865/2002, ΑΠ428/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 298 και 929 ΑΚ, για το λόγο ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το θέμα της ύπαρξης ζημίας του λόγω της απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, απέρριψε την αγωγή του ως προς το κονδύλιο αυτό.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά τον ερευνώμενο ανωτέρω αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "....ο ενάγων, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, διατηρούσε στο Δήμο … … επιχείρηση σέρβις και πωλήσεως αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα της επιχείρησής του.
Στην επιχείρηση αυτή, η οποία στεγάζεται σε μισθωμένο ακίνητο, απασχολούσε από 21- 7-2011, ως μισθωτό, με την ειδικότητα του μηχανικού αυτοκινήτων, τον Χ. Κ. Ένεκα του ενδίκου τραυματισμού του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 80% και ανίκανος για χειρωνακτική εργασία λόγω της δυσκαμψίας των αγκώνων του.
Επειδή όμως στερείται άλλων βιοποριστικών εσόδων εξακολουθεί να διατηρεί την εν λόγω επιχείρηση και να απασχολεί σ' αυτήν τον άνω μισθωτό, χωρίς όμως να μπορεί να προσφέρει την προσωπική του εργασία ως μηχανικός αυτοκινήτων, αφού το επάγγελμα αυτό προϋποθέτει καλή φυσική κατάσταση σε χέρια και πόδια, την οποία αυτός δεν διαθέτει πλέον.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν λαμβάνει αναπηρική σύνταξη από τον ασφαλιστικό του οργανισμό, αν και πληροί τις, από ιατρικής πλευράς, προϋποθέσεις, για το λόγο ότι η χορήγηση αυτής προϋποθέτει τη διακοπή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι πριν το ένδικο ατύχημα, το μηνιαίο του εισόδημα από την παραπάνω επαγγελματική δραστηριότητά του ανερχόταν σε 3.149,46 ευρώ κατά μέσο όρο, ποσό το οποίο, μετά τον τραυματισμό του μειώθηκε στο δεδομένου ότι κατά μεν το χρονικό διάστημα μέχρι τον Αύγουστο 2013, κατά το οποίο ήταν πλήρως ανίκανος προς εργασία, απασχολούσε αμισθί στο ως άνω κατάστημά του τη σύζυγο του, ενώ έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής, κατά το οποίο είναι μερικώς ανάπηρος, μεταβαίνει ο ίδιος καθημερινά σ' αυτό, χωρίς όμως να μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις του επαγγέλματος του.
Ενόψει αυτών αξιώνει ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος, λόγω της μερικής μόνιμης ανικανότητας του για εργασία από την επομένη του τραυματισμού του μέχρι και τον Ιούλιο 2015 το συνολικό ποσό των 89.759,80 ευρώ" ... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτό το κονδύλιο αυτό, επιδικάζοντας στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 34.500 ευρώ εφάπαξ για το διάστημα από το χρόνο του ατυχήματος (30-6-2012) έως και τις 31-5- 2014 (23 μήνες Χ 1500 ευρώ) και το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-6-2014 έως και 1-8-2015.
Ο ενάγων όμως δεν προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά ούτε και στο παρόν δικαστήριο εκκαθαριστικά σημειώματα εισοδήματος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ή ισολογισμούς της ατομικής του επιχείρησης του τελευταίου προ του ατυχήματος έτους, ώστε να προκύψει το ύψος των εισοδημάτων του και δη το καθαρό κέρδος από τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησής του κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά ούτε και τα αντίστοιχα έγγραφα των επόμενων του ατυχήματος ετών, ώστε να προκύψει αν υπήρξε μείωση των εισοδημάτων του και σε θετική περίπτωση να του επιδικασθεί η διαφορά μεταξύ των αυξημένων εισοδημάτων που θα αποκόμιζε από την επιχείρησή του, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, και των μειωμένων συνεπεία της περιορισμένης αποδόσεως των εργασιών.
Τα παραπάνω δε κρίσιμα μεγέθη (καθαρά εισοδήματα πριν και μετά το ατύχημα) δεν αποδείχθηκαν από κανένα άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, αφού η μεν κατάθεση της συζύγου του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι τα έσοδά του πριν το ατύχημα ανήρχοντο σε 3.200 ευρώ το μήνα και ότι ο κύκλος εργασιών του μετά το ατύχημα έχει περιοριστεί, είναι γενική και αόριστη, δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο και ως εκ τούτου δεν παρέχει πίστη στο δικαστήριο, ενώ το προσκομιζόμενο αντίγραφο από τη μηνιαία κατάσταση εσόδων-εξόδων της περιόδου 1- 6-2012 έως 30-6-2012, από το οποίο πάντως προκύπτει ότι τα έσοδα του ενάγοντος, κατά την περίοδο αυτή, από την πώληση ανταλλακτικών ήταν σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τα αντίστοιχα από την παροχή υπηρεσιών, είναι αποσπασματικό και μη αντιπροσωπευτικό ως προς το ύφος των καθαρών εσόδων του πριν από το ατύχημα.
Τα παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτουν ούτε από τις προσκομιζόμενες εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ των ετών 2011 και 2012. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η μερική ανικανότητα του ενάγοντος αναφορικά με την άσκηση της ανωτέρω επαγγελματικής του δραστηριότητας συνίσταται στην αυτοπρόσωπη εκτέλεση των εργασιών-υπηρεσιών σέρβις των οχημάτων, για την οποία απασχολεί τον ως άνω μισθωτό- μηχανικό αυτοκινήτων και όχι στην πώληση αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, δραστηριότητα η οποία δεν απαιτεί ιδιαίτερη σωματική ικανότητα, και την οποία επίσης αυτός επαγγέλλεται και ασκεί ακωλύτως μέχρι σήμερα.
Ως εκ τούτου η τυχόν μείωση των εισοδημάτων του στον τομέα αυτόν της επαγγελματικής του ενασχόλησης δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του... Συμπερασματικά από τα προσκομιζόμενα στοιχεία δεν αποδεικνύεται το ύφος των μηνιαίων κερδών του ενάγοντος πριν το ατύχημα καθώς και το αντίστοιχο των επομένων και για το αιτούμενο χρονικό διάστημα ετών, ώστε να καταδειχθεί εάν υπήρξε μείωση των εσόδων του μετά το ατύχημα και σε καταφατική περίπτωση το ύφος της, καθώς και αν αυτή (μείωση) συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο μετά από άσκηση εφέσεως από το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή ως προς την αποζημίωση για αποθετική ζημία για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος (30-6-2012) έως και την 1-8- 2015, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 298 και 929 ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο ΚΑΤ (από τις 24-7-2012 μετά την έξοδό του από τη ΜΕΘ του εν λόγω Νοσοκομείου μέχρι και τις 26-3-2013 που πήρε εξιτήριο από αυτό) και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της νοσηλείας στην οικία του μέχρι τις 31-8-2013, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί ακόμη και για τις καθημερινές στοιχειώδεις ανάγκες του και είχε ανάγκη των φροντίδων και των περιποιήσεων άλλου προσώπου, τις οποίες προσέφερε η σύζυγος του (10° φύλλο της προσβαλλόμενης), δεν διευκρινίζει αν και με ποιο τρόπο λειτούργησε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ατομική επιχείρηση που διατηρούσε στην περιοχή … και αν κατά το διάστημα αυτό μειώθηκαν και σε ποιά βαθμό τα έσοδα της ως άνω επιχείρησης, εξαιτίας της πλήρους ανικανότητας του να εργασθεί.
Επίσης δεν διευκρινίζει αν η μακροχρόνια, κατά τα ανωτέρω, απουσία του ενάγοντος από την εργασία του, αλλά και η ανικανότητά του για εκτέλεση οποιασδήποτε χειρωνακτικής εργασίας, είχε επιπτώσεις στη λειτουργία και στα έσοδα της ως άνω επιχείρησης κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2013 έως και τις 31-7-2015, κατά το οποίο, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, λόγω της κατά ποσοστό 80% αναπηρίας του, δεν μπορούσε να εργασθεί, παρόλο που μετέβαινε καθημερινά στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του, στο τμήμα επισκευής αυτοκινήτων (σέρβις) αυτής, όπως συνέβαινε μέχρι την ημέρα του τραυματισμού του.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού κρίνει ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε εκκαθαριστικά σημειώματα εισοδήματος της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. ή δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ή ισολογισμούς της ατομικής του επιχείρησης του τελευταίου προ του ατυχήματος έτους, ώστε να προκύψει το ύψος των εισοδημάτων του, αλλά και τα αντίστοιχα έγγραφα των επόμενων του ατυχήματος ετών, ώστε να προκύψει αν υπήρξε μείωση των εισοδημάτων του και σε θετική περίπτωση να του επιδικασθεί η διαφορά, καταλήγει ότι από τα προσκομιζόμενα στοιχεία (κατάθεση μάρτυρος, αντίγραφο μηνιαίας κατάστασης εσόδων-εξόδων της περιόδου από 1-6-2012 έως 30-6-2012 και εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ των ετών 2011 και 2012) "δεν αποδεικνύεται το ύψος των μηνιαίων κερδών του ενάγοντος πριν το ατύχημα καθώς και το αντίστοιχο των επομένων και για το αιτούμενο χρονικό διάστημα ετών, ώστε να καταδειχθεί εάν υπήρξε μείωση των εσόδων του μετά το ατύχημα και σε καταφατική περίπτωση το ύψος της, καθώς και αν αυτή (μείωση) συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του".
Η ενδοιαστική αυτή διατύπωση έχει την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή ο ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του και της ανικανότητάς του προς εργασία, υπέστη ζημία λόγω της απώλειας εισοδημάτων, δεν είναι αναμφίβολο, αλλά έχει απλώς πιθανότητα ορθότητας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας των τρίτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης που αφορούν το μέρος αυτό, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων176 και 183 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την υπ' αριθμ. 383/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ