Legislator Case Law & Legislation
768/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remands case for retrial on main claim while dismissing other appeal grounds.

Case Number 768/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, remanding the case for a retrial on the main claim. The court rejected the appeal regarding the third and fourth defendants as no other appeal grounds targeted them. Consequently, the case was sent back to the same court for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 191, 192, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal, remanding the case for retrial on specific grounds while dismissing others that lack legal basis or do not target the same defendants.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remittal for retrial scope of appeal grounds costs allocation different judge composition civil procedure code dismissal of irrelevant grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 768/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "G. U. ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ., συζ. Σ. Γ. και 2) Σ. Γ. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Π. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ., συζ. Σ. Γ., 2) Σ. Γ. Γ., κατοίκων ... 3) Τ. Δ. Δ., κατοίκου ... και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "G. U. ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη, εκ των οποίων το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, ενώ οι 1η, 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2009 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α - υπό στοιχ. Β (1ης και 2ου) των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 1-12-2009 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή της ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 18-5-2010 διά των προτάσεων ανταγωγή του ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος - υπό στοιχ. Β 4ου των αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχ. Β 3ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1871/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5433/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 14-1-2014 αίτησή του και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 15-1-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε α) την από 6-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης 5433/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή των δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης (ως προς την από 14-1-2014 αίτηση αναίρεσης) και β) την από 30-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της από 15-1-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ’ αριθμ. 5433/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν η 39/15-1-2014 και 47/16-1-2014 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 5433/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν (Κ.Πολ.Δ. 573 παρ. 2, 246) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμενων δι’ αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. β’ και γ’ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β’ ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.

Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. Β’ ..., Β’ ...9-10-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Ο., καθώς και την υπ’ αριθμ. ...Β’ /9-10-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Α. Μ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης 47/2014 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 16-1-2015, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία Ε.

Π. Α.Ε.Γ.Α., στους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ., Σ. Γ. και Τ. Δ.. Κατ’ αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τις 20-3-2015. Επίσης, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ...Ε’ και ...Ε’ /9-12-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση υπ’ αριθ. 39/2014 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στους αναιρεσίβλητους Κ.

Κ. και Σ. Γ. με την επιμέλεια της έχουσας προς τούτο πληρεξουσιότητα ως άνω δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Κατά τη (νέα μετ’ αναβολή ως προς την 47/2014) δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση των εν λόγω υποθέσεων στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων να προχωρήσει η συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 686/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 8 περ. β’ του νόμου αυτού "..., αλλαγή λωρίδας επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και δίνεται έγκαιρα προειδοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα...".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού".

Κατά το άρθρο 20 παρ. 7 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "Ειδικά για τους αυτοκινητοδρόμους, τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και το πρωτεύον εθνικό οδικό δίκτυο... τα όρια ταχύτητας, εκτός των ανωτάτων επιτρεπομένων ορίων... καθορίζονται και μεταβάλλονται ύστερα από μελέτη και μόνο με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.

Οι κατά την προηγούμενη και την παράγραφο αυτή αποφάσεις τίθενται σε ισχύ από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων στις ανωτέρω οδούς". Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω νόμου "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης...". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την από 8-7-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. και Σ. Γ. κατά των αναιρεσειόντων Επικουρικού Κεφαλαίου, Ευρωπαϊκής Πίστης και των, μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη, Ε.

Τ., Μ. Μ. και Τ. Δ., εκ των οποίων ο τελευταίος οδηγούσε αυτοκίνητο ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "G. U.", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με συνέπεια να υπεισέλθει στη θέση της το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, ο δε Ε. Τ. οδηγούσε αυτοκίνητο ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία Ε.

Π. ΑΕΓΑ, και, αφού έκρινε ως συνυπαιτίους του αυτοκινητικού ατυχήματος, από το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς το αυτοκίνητο των εναγόντων και τραυματίσθηκαν αυτοί, τους δύο εναγόμενους οδηγούς Ε. Τ. και Τ. Δ., επιδίκασε τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών για το ένδικο ατύχημα και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 31-12-2008 και περί ώρα 15.30 ο δεύτερος των εναγόντων, οδηγώντας το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε η πρώτη των εναγόντων καθήμενη στη θέση του συνοδηγού, το οποίο ανήκε στη συνιδιοκτησία τους κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα στον καθένα, εκινείτο επί της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας στο ύψος του ... Αττικής στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Λαμία.

Ομορρόπως και όπισθεν του πρώτου των εναγόντων και στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας εκινούνταν το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, που

ήταν ασφαλισμένα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ πιο πίσω και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κινούνταν το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τέταρτος εναγόμενος και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "G.

U.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε νόμιμα το Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της. Τη στιγμή δε που τα αυτοκίνητα που οδηγούσαν ο τέταρτος και ο πρώτος εναγόμενος με υπερβολική για την περίπτωση ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε εκείνη των 100 χιλιομέτρων/ώρα καθ’ υπέρβαση της ανώτατης επιτρεπόμενης στο σημείο αυτό, ρυθμιζόμενη δια πινακίδος Ρ-32 ταχύτητας των 100 χλμ/ώρα, έφθασαν στο ίδιο περίπου ύψος στο 34° χιλιόμετρο της παραπάνω οδού, η οποία έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε με απότομο ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τέταρτος εναγόμενος, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να παρακωλύσει τη διέλευσή του και να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο εκτράπηκε από την πορεία του προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου των εναγόντων, το οποίο, λόγω της σύγκρουσης εξετράπη επίσης της πορείας του και προσέκρουσε στην διαχωριστική νησίδα για να καταλήξει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε.

Με τα δεδομένα αυτά, υπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος είναι οι δύο εναγόμενοι οδηγοί.

Η υπαιτιότητα τους συνίσταται ειδικότερα του πρώτου εναγόμενου διότι παρέβη τα άρθρα 12 § 1, 19 § 1, 17 § 8 περ. α, β, 19 § 1, 21 § 1 και 2, 23 § 4 του Κ.Ο.Κ., του τέταρτου εναγόμενου διότι παρέβη τα άρθρα 12 § 1, 19 § 2 και 20 § 1 του Κ.Ο.Κ.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων και παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, που δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του Κ.Ο.Κ.

και του Α.Κ., τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, δεν μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση: Α) Αν στο σημείο του ένδικου ατυχήματος η οδός επί της οποίας έλαβε χώρα αυτό είναι ευθεία ή αν σχηματίζεται στροφή, ποιες είναι οι συνθήκες ορατότητας και ποιες οι συνθήκες κυκλοφορίας. Β) Αν ο οδηγός του υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ε. Τ., πριν επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του για να προσπεράσει το επί της ιδίας μεσαίας λωρίδας με αυτόν κινούμενο και οδηγούμενο από τον δεύτερο των κυρίως εναγόντων υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, είχε καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης.

Γ) Ποια ήταν, έστω κατά προσέγγιση, η απόσταση μεταξύ του ως άνω υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και του κινουμένου όπισθεν αυτού και επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Τ. Δ., όταν το πρώτο των εν λόγω αυτοκινήτων επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου και στην ίδια μεσαία με αυτό λωρίδα κινουμένου υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο εκ των κυρίως εναγόντων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Σ. Γ., καθώς και ποια ήταν η ταχύτητα, έστω κατά προσέγγιση, των δύο πρώτων των προαναφερόμενων αυτοκινήτων. Δ) Από ποια απόσταση αντελήφθη ή μπορούσε να αντιληφθεί ο οδηγός του ως άνω υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Τ. Δ., ο οποίος, κατά τα προαναφερόμενα, εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Λαμία ρεύματος της οδού, την προς τα αριστερά αλλαγή της πορείας του προπορευόμενου και στην μεσαία λωρίδα της οδού κινουμένου υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ε. Τ.. Αυτά δε προκειμένου να κριθεί αν το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων ή του ενός μόνον εξ αυτών και ποίου.

Ήτοι, ως προς μεν τον Τ. Δ., εάν η εν λόγω απόσταση ήταν τέτοια που θα του επέτρεπε να αντιδράσει έγκαιρα με τροχοπέδηση ή άλλον αποφευκτικό ελιγμό, εάν εκινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα των 100 χ/ω, και να αποφύγει τη σύγκρουση ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής, ή εάν, αντιθέτως, ήταν τόσο μικρή που, ενόψει του απότομου και απροσδόκητου ελιγμού του Ε.

Τ., θα του ήταν τελείως αδύνατο, ακόμη και αν εκινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα των 100 χ/ω, να αποφύγει τη σύγκρουση, η οποία θα είχε τα αυτά αποτελέσματα, έτσι ώστε να καταστεί σαφές εάν η υπερβολική ταχύτητα, με την οποία οδηγούσε το όχημά του, τελεί ή όχι σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Ως προς δε τον Ε.

Τ., εάν η απόσταση του αυτοκινήτου του, όταν αυτός επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου, με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Τ. Δ., ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όταν επιχείρησε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα είχε βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακίνδυνα, έπραξε δε τούτο αφού πρώτα χρησιμοποίησε έγκαιρα τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης καθιστώντας έτσι γνωστή την πρόθεσή του αυτή, πλην όμως η διαφορά ταχύτητας μεταξύ των δύο οχημάτων των εναγομένων, την οποία ενόψει των συνθηκών ορατότητας και κυκλοφορίας αυτός δεν μπορούσε να διακρίνει, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτός, όταν προέβαινε στην αλλαγή λωρίδας, ήταν βέβαιος ότι το έπραττε ακίνδυνα, η δε σύγκρουση επήλθε συνεπεία της υπερβολικής ταχύτητας του υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, την οποία δεν μπορούσε αυτός να αντιληφθεί, ή εάν, αντιθέτως, αυτός ήταν σε θέση να συνεκτιμήσει όλες τις προαναφερόμενες συνθήκες και παραβίασε τις υποχρεώσεις που προβλέπουν τα άρθρα 17 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ., ήτοι εκτέλεσε ελιγμό προς τα αριστερά και άλλαξε λωρίδα, χωρίς να βεβαιωθεί πρώτα ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο και παρακώλυση της κυκλοφορίας.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ο τρίτος λόγος της υπ’ αρ. 39/2014 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο πρώτος λόγος της υπ’ αρ. 47/2014 αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "Ε.

Π. Α.Ε.Γ.Α.", όπως συμπληρώνεται από τον εισηγητή, ο οποίος, κατ’ εκτίμηση, θεμελιούται επί του αριθμού 19 και όχι επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δοθέντος ότι και με αυτόν αποδίδεται, ομοίως, στο Εφετείο η εκ πλαγίου παράβαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών δικαίου διατάξεων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο? ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004, ΑΠ 902/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον και εκείνος που κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών.

Επομένως, στην περίπτωση που για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, οι οποίοι ενέχονται όλοι εις ολόκληρον, ο ασφαλιστής, ο οποίος κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο ολόκληρη την αποζημίωση ή περισσότερο από τη μερίδα του και ο οποίος σε μη παθολογικώς λειτουργούσα ασφαλιστική σχέση δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου του, εφόσον κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της ασφάλισης, δύναται να στραφεί αναγωγικώς κατά των παραλλήλως με αυτόν ευθυνομένων ζητώντας από αυτούς το μέρος που τους βαρύνει.

Εξάλλου, το δικαίωμα της αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε αυτός προς τον τρίτο είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή στη δίκη αποζημίωσης (όταν ακόμη δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό), αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο παραλλήλως προς αυτόν και εις ολόκληρον με αυτόν ευθυνόμενος, διαφορετικά δε προσεπικαλώντας αυτόν και ενώνοντας στην προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής.

Είναι δε επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο δυνάμει του άρθρου 69 § 1 περ. ε’ Κ.Πολ.Δ. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις για να είναι νόμιμη η εν λόγω αγωγή, πρέπει ο ενάγων να αποδέχεται και τη δική του συνυπαιτιότητα. Αντίθετα, αν δεν την αποδέχεται και υποστηρίζει ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο κυρίως ή παρεμπιπτόντως εναγόμενος ή ο ενάγων, τότε δεν έχει θέση η αναγωγή, διότι αυτή προϋποθέτει συνενοχή.

Σε περίπτωση όμως αποκλειστικής υπαιτιότητας μία μόνον ενοχή γεννάται, εκείνη του υπαιτίου και συνεπώς δεν νοείται αναγωγή. Τέλος, για την κατά το άρθρο 216 § 1 Κ.Πολ.Δ. πληρότητα της αγωγής εξ αναγωγής, είτε αυτή ασκείται με παρεμπίπτουσα είτε με αυτοτελή αγωγή, ο ενάγων οφείλει να ισχυρισθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει το ποσοστό ευθύνης καθενός από τους εναγόμενους συνυπόχρεους.

Δηλαδή να ισχυρισθεί και να αποδείξει την αιτιώδη συμβολή στην πρόκληση της ζημίας καθορίζοντας και το ποσοστό ευθύνης. Αν δεν καθορίζονται τα παραπάνω στοιχεία (αιτιώδης συμβολή και ποσοστό ευθύνης) η αγωγή είναι αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη και απορριπτέα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η τρίτη των εναγομένων της από 8.7.2009 κύριας αγωγής των ήδη δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α." - νυν αναιρεσείουσα, η οποία ασφάλιζε το ανήκον στους δύο πρώτους των εναγομένων και μη μετεχόντων της παρούσας κατ’ αναίρεση δίκης υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω αγωγή, ήταν το ένα εκ των δύο ζημιογόνων αυτοκινήτων του ενδίκου ατυχήματος, είχε εγείρει κατά των τετάρτου και πέμπτου των συνεναγομένων της και ήδη τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων Τ. Δ. και Επικουρικού Κεφαλαίου, αντίστοιχα, το τελευταίο των οποίων είχε υπεισέλθει στη θέση της ασφαλίζουσας το ανήκον στον ως άνω Τ.

Δ. υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ έτερο των κατά την κύρια αγωγή ζημιογόνων αυτοκινήτων ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "G. U.", την από 1.12.2009 παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής. Με την εν λόγω αγωγή, στην οποία είχε ενσωματώσει αυτή την προαναφερόμενη κύρια αγωγή, επικαλούμενη και αποδεχόμενη, κατ’ εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, την συνυπαιτιότητα του δευτέρου των κυρίως εναγομένων κατά την οδήγηση του εις αυτήν ασφαλισμένου αυτοκινήτου, την οποία προσδιορίζει σε ποσοστό 5%, και ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι η συνυπαιτιότητα του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγομένων στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ανέρχεται σε ποσοστό 95%, ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, όπως αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εξ αναγωγής εναγόμενοι υποχρεούνται, έκαστος εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το 95% του ποσού της αποζημίωσης το οποίο αυτή τυχόν θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες.

Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής είναι απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω αοριστίας του δικογράφου της, συνισταμένης στο ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν εκθέτει σε τι συνίσταται το πταίσμα και η συμβολή στην πρόκληση της ζημίας του ασφαλισμένου της Ε.

Τ., ο οποίος οδηγούσε το ένα εκ των φερομένων ως ζημιογόνων αυτοκινήτων, ήτοι εκείνο με τον αριθμό κυκλοφορίας ....

Συνεπώς, το Εφετείο, στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν έφεσης των κυρίως εναγόντων και επικουρικής έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης 1871/2011 απόφασης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη για τον προαναφερόμενο λόγο, δεν έσφαλε και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τέταρτο λόγο της 47/2014 αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, κατ’ εκτίμηση, τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως είναι απορριπτέα στο σύνολό της η 47/2014 αίτηση της Ευρωπαϊκής Πίστης Α.Ε.Γ.Α., καθ’ όσο μέρος στρέφεται κατά των τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων (Τ. Δ. και ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ), αφού δεν υφίσταται άλλος λόγος της εν λόγω αίτησης αναίρεσης που να αναφέρεται σ’ αυτούς. Η δε αναιρεσείουσα Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α. πρέπει

να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του τέταρτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.

Περαιτέρω, εφόσον η εμβέλεια των ανωτέρω αναιρετικών λόγων που γίνονται δεκτοί καλύπτει το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, το αναφερόμενο στην κύρια αγωγή, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων που πλήττουν το αυτό κεφάλαιο.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην κύρια αγωγή κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσιβλητοι Κ. Κ. και Σ. Γ. πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των καταβληθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις 39/15-1-2014 και 47/16-1-2014 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, υπ’ αρ. 5433/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την δεύτερη εξ αυτών, καθ’ όσο μέρος στρέφεται κατά των τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Ε. Π. Α.Ε.Γ.Α. στα δικαστικά έξοδα του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 5433/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην κύρια αγωγή.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους Κ. Κ. και Σ. Γ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα.

Διατάσσει την επιστροφή των καταβληθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ