Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding illegal successive fixed-term employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Chersonesus's appeal against the Court of Appeal's decision regarding the applicant's employment status. The applicant argued that successive fixed-term contracts violated the principle of an indefinite-term contract, while the Municipality contended the contracts were lawful. The court ruled that the successive contracts were a sham to circumvent the law and correctly established an indefinite-term relationship, thus rejecting the appeal as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1), 524(3), 559, 183, 176 of the Code of Civil Procedure; Article 8(3) of Law 2112/1920; Articles 103(2), 7, 8 of the Constitution; Article 21 of Law 2190/1994; Articles 5, 11 of Presidential Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts that cover permanent needs without justification constitute a sham to circumvent the law and must be treated as a single indefinite-term contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 768 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 768/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Χερσονήσου (ως καθολικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου Δήμου Μαλίων Ηρακλείου Κρήτης), που εδρεύει στις Γούρνες Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασπετάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαββόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2011 του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Και τούτο διότι, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Και έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον αποτελούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται: α) κατά της υπ' αριθμ. 55/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου επί αγωγής του αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο διαφορά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και β) κατά της οριστικής, επίσης, υπ' αριθμ. 83/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, λόγω ερημοδικίας του.
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως μόνο καθόσον στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως, μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, ενώ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.
ΑΠ 7/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 25-5-2006 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι από 25-7-2000, δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ αυτού και του εναγόμενου Δήμου Μαλίων Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης (που σύμφωνα με το Ν. 3852/2010 συνενώθηκε με άλλους δήμους και αποτέλεσαν τον αναιρεσείοντα Δήμο Χερσονήσου), απασχολήθηκε στον Δήμο αυτόν ως οδηγός απορριμματοφόρου οχήματος του Δήμου έως τις 12-1-2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου στον τομέα της καθαριότητας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο Δήμο με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τις 25-7-2000 και να υποχρεωθεί αυτός να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η διαφορά που έχει ως αίτημα τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης, εφόσον έχει ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας σε οργανική θέση, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (άρθρα 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983 και 1 του ΚΠολΔ), όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 57/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, με την άσκηση της ένδικης αγωγής παρακάμπτεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 διαδικασία (για την διαπίστωση της συνδρομής, διά των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων κ.λπ. και του ΑΣΕΠ, των εκεί προβλεπομένων προϋποθέσεων προς μετατροπή των συναφθεισών πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω Π.Δ.
και ενεργών κατ' αυτήν, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου) και ότι η μόνη δικαστική προστασία που προβλέπεται είναι αυτή της προσβολής της τυχόν μη ευνοϊκής αποφάσεως του ΑΣΕΠ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, πρέπει να απορριφθεί, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία παραβίαση του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, επί των επίδικων συμβάσεων δεν εφαρμόζεται το Π.Δ. 164/2004, κατά δε το έτερο σκέλος του από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, ως αβάσιμος.
Το Εφετείο Κρήτης, επικυρώνοντας, κατά τα άνω, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (υπ' αριθμ. 55/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου), δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε, για πρώτη φορά, στις 25-7-2000 από τον εναγόμενο Δήμο Μαλίων Πεδιάδος Ηρακλείου Κρήτης, ως οδηγός απορριμματοφόρου οχήματος, με οκτάμηνης διάρκειας σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά την λήξη της οποίας (25-3-2001) ακολούθησαν άλλες όμοιες συμβάσεις και συγκεκριμένα, οι από 2-5-2001 έως 2-1-2002, από 4-3-2002 έως 4-11-2002, από 7-5-2003 έως 7-1-2004, από 8-6-2004 έως 8-2-2005 και από 12-5-2005 έως 12-1-2006, αλλά και στα μεσοδιαστήματα από 18-11-2002 έως 7-5-2003 και από 12-4-2004 έως 9-5-2004 εργάσθηκε με τους ίδιους όρους με απλή σχέση εργασίας.
Η σχέση εργασίας που υποκρυπτόταν στις εν λόγω συμβάσεις, καθώς και στις απλές σχέσεις εργασίας, ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον στην πραγματικότητα ο ενάγων από 25-7-2000 και εφεξής κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου στην ειδικότητα του οδηγού απορριμματοφόρου οχήματος, εργαζόμενος υπό τις οδηγίες των εκπροσώπων του εναγομένου, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί 6 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως, και αμειβόμενος με το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο του εργατοτεχνίτη.
Μάλιστα δε απασχολείτο και κατά την χειμερινή περίοδο, εκτός τουριστικής περιόδου, κατά την οποία οι ανάγκες του εναγομένου ως προς την αποκομιδή απορριμμάτων αυξάνονται, λόγω της τουριστικής κίνησης. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται - καταλήγει το δικαστήριο της ουσίας - ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, με την ειδικότητα του οδηγού απορριμματοφόρου οχήματος, και ότι οι παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταστρατηγούσαν την έννοια της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που καλυπτόταν, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψη του ενάγοντος, ήτοι από τις 25-7-2000, να υποχρεωθεί δε ο εναγόμενος Δήμος να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού, επί τη βάσει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο, ως οδηγός απορριμματοφόρου οχήματος στον τομέα καθαριότητας του εναγόμενου Δήμου, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους στις 25-7-2000 (πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004) και συνεχίσθηκε έκτοτε η μεταξύ τους σχέση εργασίας με την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εν λόγω Δήμου και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσίβλητου, και έκρινε τελικά ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που ήταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα.
Επομένως, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, την οποία εφήρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994 και 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες.
Ενόψει όλων των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Χερσονήσου (Ν.Π.Δ.Δ.), ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2011 αίτηση του Δήμου Χερσονήσου, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Μαλίων Ηρακλείου Κρήτης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, καθώς και της υπ' αριθμ. 83/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ