Legislator Case Law & Legislation
768/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of fixed-term employment contract citing abuse of right and lack of grounds.

Case Number 768/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued the dismissal was an abuse of right, but the court found the employer's decision was based on objective economic reasons rather than personal animus. Consequently, the court ruled the termination valid and rejected claims for back pay or damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The termination of an employment contract is not void if it stems from objective economic reasons rather than personal animus or abuse of right.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abuse of right doctrine objective economic reasons dismissal without cause labor law appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated
1637/2012
Supreme Court dismisses appeal on double remittal grounds and rejects unjust enrichment claim against university. The court holds that a second remittal is prohibited after a prior remittal decision. The plaintiff argued for equal treatment regarding IT allowances based on hypothetical hiring scenarios. The court ruled that the plaintiff would not have hired these specific individuals under the same conditions, thus rejecting the claim. The court also noted the procedural bar against a second remittal of the case. The decision affirms the principle of legal certainty in appellate proceedings. The court ordered the defendants to pay legal costs. The case involves public university employees and employment law principles. The key issue is the validity of the double remittal procedure. The court found the plaintiff's argument legally insufficient. The outcome was a dismissal of the appeal and the original claim. The legal reasoning focused on statutory interpretation and procedural rules.
17/2021
Supreme Court allows appeal in labor dispute, ordering repayment of execution costs previously paid by appellant.
558/2007
Supreme Court dismisses appeal for some university staff but allows it for others regarding computer allowance equality.
557/2007
Supreme Court dismisses appeal for absent defendants but allows it for others regarding computer allowance equality.
1896/2014
Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on company liquidation and asset distribution.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε από ακυρότητα, αφού δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, και συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, είναι αβάσιμος. Οίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από τον αριθμό 19 της παραπάνω διάταξης, μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, είναι απαράδεκτος, γιατί οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη, αναιρετικώς, περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Αριθμός 768/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ χας Ζ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΙΚΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ - ΕΞΑΓΩΓΑΙ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στον ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1668/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτέ τις προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349,350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη εξ αιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, ενώ δεν είναι καταχρηστική όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του εργοδότη.

Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.

Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ύπαρχε ι και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη την 1η Ιουλίου 1983,με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας γενικών καθηκόντων.

Έκτοτε απασχολήθηκε με καθήκοντα γραμματειακής υποστηρίξεως και μηχανοργανώσεως του γραφείου του Σ, που διετέλεσε μέχρι 29.9.2006 γενικός διευθυντής της και δεν χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικό υπολογιστή, καθώς και του βοηθού του Ν. Ο ως άνω γενικός διευθυντής ήταν αποκλειστικά αρμόδιος για θέματα προμηθειών της αναιρεσίβλητης από τις εμπορικές της συναλλαγές και είχε αναθέσει στην αναιρεσείουσα α)την πλήρη παρακολούθηση και διεκπεραίωση των προμηθειών της αναιρεσίβλητης μέχρι το στάδιο της πληρωμής τους σε συνεργασία με τον ίδιο, καθήκοντα που συνίσταντο στην παραλαβή και παρακολούθηση της σχετικής αλληλογραφίας και της πορείας των αντίστοιχων παραγγελιών και β)τη σύνταξη εξαμηνιαίων καταστάσεων ανά αντιπροσωπευόμενο οίκο, που ανέφεραν την επωνυμία του πελάτη, τον αριθμό του τιμολογίου, τα στοιχεία του προϊόντος, την αξία και το ποσό της εισπρακτέας προμήθειας δυνάμει των οικείων συμβάσεων αντιπροσωπείας.

Η αναιρεσείουσα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της με τη χρήση του εταιρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή, στα αρχεία του οποίου μόνο η ίδια είχε πρόσβαση με ειδικό κωδικό. Επιπρόσθετα, σ' ότι αφορά τη συνεργασία της με τον πωλητή της αναιρεσίβλητης Ν, ο ίδιος συχνά έδινε σ' αυτήν εντολές διεκπεραιώσεως διαφόρων εργασιών.

Συνεπεία της παραπάνω απασχολήσεως της η αναιρεσείουσα γνώριζε το πελατολόγιο της αναιρεσίβλητης, είχε δε άμεση επικοινωνία με τους πελάτες της. Ως εκ τούτου ασκούσε τα καθήκοντα της από θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και αυξημένης ευθύνης. Ο παραπάνω γενικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης αποχώρησε από τη θέση του στις 29.9.2006 και λίγους μήνες μετά έγινε πρόεδρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΞΥΛΕΙΑΣ", ως διάδοχο του δε πρότεινε το Ν. Αν και η διοίκηση της αναιρεσίβλητης ανακοίνωσε στις 14.11.2006 στον τελευταίο την πρόθεση της να τον ορίσει εντεταλμένο σύμβουλο και νέο γενικό διευθυντή της, όμως αυτός την αμέσως επόμενη ημέρα υπέβαλε την παραίτηση του και δύο μήνες αργότερα βρέθηκε στη θέση του αντιπροέδρου της παραπάνω εταιρείας εμπορίας ξυλείας με πρόεδρο τον Σ.

Ο Ν, όταν κλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 8.12.2006 να ενημερώσει και να παραδώσει στον επόμενο γενικό διευθυντή της το αρχείο των συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευόμενους οίκους και τους πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας σε συνεργασία με την αναιρεσείουσα στον εταιρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αρνήθηκε οποιαδήποτε συνεργασία με την αναιρεσίβλητη, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά αρχεία δεν υπήρχαν πλέον, διότι είχαν διαγραφεί.

Η διοίκηση της απευθύνθηκε στην αναιρεσείουσα, η οποία είχε δημιουργήσει και διαμορφώσει το περιεχόμενο των ανωτέρω αρχείων, ως σχεδόν αποκλειστική χειρίστρια του ηλεκτρονικού υπολογιστή και όταν της ζητήθηκε η εκτύπωση και παράδοση των αποθηκευμένων αρχείων με τις συναλλαγές και τη σχετική αλληλογραφία με συνεργαζόμενους εμπορικούς οίκους, επικαλέστηκε αδυναμία εκτυπώσεως, καθόσον αυτά είχαν διαγραφεί, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση και, κυρίως, χωρίς να προηγηθεί κάποια σχετική προηγούμενη ενημέρωση της κεντρικής διοικήσεως της αναιρεσίβλητης, ενέργεια που όφειλε και μπορούσε, ως έμπειρη που ήταν, να αντιληφθεί ότι ήταν αναγκαία εξ αιτίας της αναμφισβήτητης δυσμενούς επιδράσεως της διαγραφής των αρχείων στη συναλλακτική πορεία των υποθέσεων και στο σύνολο της λειτουργίας της.

Η ίδια ισχυρίσθηκε, μετέπειτα, ότι τα παραπάνω αρχεία ουδέποτε διεγράφησαν, όμως η αδυναμία της να προσκομίσει εκτυπωμένα τα αρχεία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι αυτά δεν παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη, όταν ζητήθηκαν, διότι είχαν αυθαίρετα διαγραφεί. Η έλλειψη ουσιαστικής ανταποκρίσεως και στοιχειώδους διαθέσεως συνεργασίας της αναιρεσείουσας με τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης -στάση μη αναμενόμενη από μια υπάλληλο που κατείχε θέση εμπιστοσύνης επί πολλά έτη στην επιχείρηση της- οδήγησαν την τελευταία στην ανάθεση της ψηφιακής έρευνας των σκληρών δίσκων των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στους διαπιστευμένους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πραγματογνώμονες για θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος ..., προκειμένου να γίνει αναζήτηση και επαναφορά των διαγραμμένων αρχείων και ταξινόμηση των αποτελεσμάτων στους αντίστοιχους φακέλους.

Η πρωτοβουλία της αυτή ήταν απαραίτητη για την εξασφάλιση της συναλλακτικής της πίστεως και της απρόσκοπτης, κατά το δυνατόν, συνέχειας των εμπορικών συνεργασιών και συναλλαγών της, υπό τη νέα διεύθυνση και δεν φανερώνει εμπάθεια ούτε εχθρότητα προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Η τελευταία, προς ενίσχυση του ισχυρισμού της ότι η αναιρεσίβλητη κινήθηκε σε βάρος της από εμπάθεια και διάθεση εκδικήσεως, επικαλείται το γεγονός ότι τον Ιανουάριο του έτους 2007 της ανακοινώθηκε από τη διοίκηση της εργοδότριας της η χορήγηση του συνόλου της κανονικής άδειας της για το έτος 2007 εντός του ίδιου μήνα, κατά απαγορευμένη παρέκκλιση από τις οικείες προβλέψεις του Α.Ν. 539/1945 και του Ν. 1346/1983, ανακοίνωση από την οποία η αναιρεσίβλητη φέρεται τελικά να υπαναχώρησε κατόπιν παρεμβάσεως της αρμόδιας Επιθεωρήσεως Εργασίας, στην οποία η ίδια προσέφυγε, χορηγώντας τελικά σ' αυτή τη μ ση κανονική της άδεια έτους 2007 εντός του ανωτέρω μήνα.

Όμως, τέτοια πρόθεση των οργάνων της αναιρεσίβλητης δεν προκύπτει με βεβαιότητα από μόνη την ανωτέρω άστοχη ενέργεια τους, αφού, η ενέργεια της απόπειρας αδειοδοτήσεως της ενάγουσας ερμηνεύεται ως ανορθόδοξη) μέθοδος προκειμένου:α)είτε να δοθεί στην αναιρεσείουσα η άδεια της σε περίοδο περιορισμένου έως ανύπαρκτου αντικειμένου απασχολήσεως της, δεδομένης της αφαιρέσεως, για τον προεκτεθέντα λόγο, του ηλεκτρονικού υπολογιστή που της είχε παραχωρηθεί, β)είτε να εξασφαλιστεί η προσφορότητα της ανατεθείσας στους προαναφερόμενους πραγματογνώμονες ψηφιακής επεξεργασίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που χειριζόταν, η οποία δεν διευκόλυνε με την προηγούμενη συμπεριφορά της την αναζήτηση των αρχείων του.

Επομένως, η προσπάθεια απομακρύνσεως της από το χώρο εργασίας της, ενδεχομένως να καταδεικνύει δυσπιστία στο πρόσωπο της, η οποία, όμως, ήταν δικαιολογημένη λόγω της ανεξήγητης, με βάση την εμπειρία και τη θέση ευθύνης που κατείχε, αδυναμίας της να παραδώσει στην εργοδότιδά της τα ιδιαιτέρως σημαντικά ηλεκτρονικά αρχεία, που η ίδια τηρούσε, σε κάθε δε περίπτωση δεν είναι δηλωτική εμπάθειας για το πρόσωπο της.

Ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μειωτική για το πρόσωπο της η πραγματοποιηθείσα από την αναιρεσίβλητη, μετά την αποχώρηση του γενικού διευθυντή της Σ, αφαίρεση των εξυπηρετουσών το γραφείο της τηλεφωνικών συνδέσεων, αφού στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο περί αποκλεισμού της δυνατότητας πραγματοποιήσεως τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, αλλά περί υπαγωγής των εν λόγω τηλεφωνικών συνδέσεων στο τηλεφωνικό κέντρο της, στα πλαίσια γενικότερης αναδιαρθρώσεως του σχετικού δικτύου.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι λίγες ημέρες μετά την επιστροφή της αναιρεσείουσας από την δεκαήμερη άδεία, παραδόθηκε το πόρισμα των πραγματογνωμόνων. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, στα οποία αυτοί κατ έληξαν:α)εντοπίσθηκαν και ανακτήθηκαν αρχεία, που είχαν διαγραφεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους χρησιμοποιούσαν ο Ν και η αναιρεσείουσα, αποκλειστικά από άτομα και υποδομές εντός της αναιρεσίβλητης εταιρίας, β)ανακτήθηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία με αλλοδαπές και ημεδαπές εταιρίες, χρησιμοποιηθέντος για την αλληλογραφία με προμηθευτές εξωτερικού e-mail λογαριασμού και εξωτερικού παροχέα internet, από την οποία προέκυψαν "αφανείς" μέχρι τότε για τη διοίκηση και το λογιστήριο της αναιρεσίβλητης εμπορικές και χρηματικές συναλλαγές τόσο με σταθερούς πελάτες, εμπορικούς οίκους της αναιρεσίβλητης στην εγχώρια αγορά και στο εξωτερικό, όσο και με άλλους οίκους του εξωτερικού, συναλλαγές που είχαν καταχωρηθεί σε εξωλογιστικές καταστάσεις, χωρίς να υπάρχει ενημέρωση της, για τις αναλογούσες προμήθειες, ώστε να ακολουθήσει η προβλεπόμενη διαδικασία εισπράξεως τους, τιμολογήσεως και αποδόσεως φόρων και γ)εντοπίστηκε η κατ' εξακολούθηση σε πλήθος e-mail χρήση της επωνυμίας ...

με το συσχετιζόμενο domain ... gr, δηλαδή η επωνυμία της ομώνυμης εταιρίας εμπορίας ξυλείας, στην οποία μεταπήδησαν επαγγελματικά, ως (διοικητικά στελέχη, αμέσως μετά την αποχώρηση τους από την αναιρεσίβλητη, οι Σ και Ν. Με βάση το πόρισμα αυτό, δημιουργήθηκε πλέον η πεποίθηση στους διοικούντες την αναιρεσίβλητη, ότι τα εν λόγω πρώην στελέχη της είχα\ ευθεία ανάμιξη στη διάπραξη σοβαρών περιουσιακών αδικημάτων, όπως της απιστίας και της απάτης σε βάρος της, εμπλεκόμενα σε σωρεία ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος των συμφερόντων της, ενώ κατείχαν θέσεις με αποφασιστική αρμοδιότητα σε αυτήν.

Για τους λόγους αυτούς κατατέθηκαν σε βάρος τόσο των ανωτέρω προσώπων όσο και σε βάρος έτερου στελέχους της η από 2.10.2007 έγκληση της τελευταίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, καθώς και οι από 11.5.2007 αγωγές, εξ αδικοπραξίας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Συνακόλουθα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δικαιολογημένη ήταν η σημαντική ενίσχυση της δυσπιστίας της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης και προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, άμεσης συνεργάτιδας των προαναφερόμενων προσώπων, λαμβανομένης υπόψη και της αδυναμίας παροχής οποιοσδήποτε συνδρομής από μέρους της στην προσπάθεια ανευρέσεως των κρίσιμων αρχείων.

Με αυτά τα δεδομένα, η διοίκηση της αναιρεσίβλητης επιχείρησε να ζητήσει, μετά την περαίωση της πραγματογνωμοσύνης, περισσότερες εξηγήσεις και πληροφορίες από την αναιρεσείουσα σχετικά με τα διαλαμβανόμενα στο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, χωρίς όμως να εκδηλώσει άμεσα οποιαδήποτε πρόθεση για διακοπή της εργασιακής τους σχέσεως.

Τόσο η στάση αυτή όσο και η πρωτοβουλία της να ζητήσει την επανάκτηση των διαγραμμένων ηλεκτρονικών αρχείων των ηλεκτρονικών υπολογιστών της από την προαναφερόμενη ομάδα εμπειρογνωμόνων, υποδηλώνουν με τρόπο σαφή την πρόθεση της να προασπίσει την εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως της και όχι να αποδώσει άμεσα ευθύνες στην αναιρεσείουσα, στηριζόμενη σε απλή καχυποψία και λοιπά καθαρά υποκειμενικά και επιλήψιμα κριτήρια, όπως η εμπάθεια και η εχθρότητα ούτε να της αποδώσει, χωρίς πραγματικό έρεισμα, οποιαδήποτε παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά. 'Αλλωστε, η εργασιακή σχέση των διαδίκων, ενέχουσα έντονο το στοιχείο της προσωπικής ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ευθύτητας και εντιμότητας, δεν επηρεάστηκε αποφασιστικά από το προαναφερθέν πόρισμα της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά τούτο ήλθε απλά να επισφραγίσει τον ήδη επελθόντα προηγουμένως κλονισμό της, συνεπεία της αδικαιολόγητης, ανεξήγητης και μη αναμενόμενης για την εμπειρία και τα συγκεκριμένα καθήκοντα της, αδυναμίας αλλά και απροθυμίας, να παράσχει οποιαδήποτε στοιχειώδη συνδρομή στην εργοδότρια της, σχετικά με το περιεχόμενο των επίμαχων ηλεκτρονικών αρχείων.

Η αναιρεσείουσα ερμήνευσε, εσφαλμένα, την προσπάθεια της αναιρεσίβλητης να προασπίσει την επιχειρηματική της λειτουργία, ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και ως προσπάθεια εξαναγκασμού της σε παραίτηση και, επικαλούμενη αυτόν τον λόγο, προσέφυγε στις 21.6.2007 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ζητώντας τη διευθέτηση εργασιακής διαφοράς.

Με την ενέργεια της αυτή ουσιαστικά επιβεβαίωσε την αμφίπλευρη πλέον δυσπιστία και εμφανή δυσαρμονία, που είχε προκληθεί, από την περιγραφείσα δική της στάση, στην εργασιακή της σχέση. Έτσι, με αυτή τη συνολική συμπεριφορά της παραβίασε τις εργασιακές της υποχρεώσεις, κυρίως την υποχρέωση καλόπιστης συμπεριφοράς απέναντι στην αναιρεσίβλητη και κλόνισε σε σημαντικό βαθμό τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σ' αυτή και τη διοίκηση της εργοδότριας της, καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική τη συνέχιση της συνεργασίας τους.

Η τελευταία δε, αφού ανέχθηκε για αρκετό διάστημα την επιλήψιμη τακτική της αναιρεσείουσας, υπολογίζοντας εύλογα και καλόπιστα σε ενδεχόμενη μεταστροφή και διατήρησή της στη θέση, που επί πολλά έτη με επάρκεια ανταποκρινόταν, αναγκάστηκε τελικά να καταγγείλει, στις 8.8.2007, τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, προσφέροντας τη νόμιμη αποζημίωση, προκειμένου να διαφυλάξει την απειλούμενη ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχειρήσεως της.

Ηπιότερο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μέτρο, δεν θα ήταν πρόσφορο να εξομαλύνει τις σοβαρά διαταραγμένες σχέσεις των διαδίκων, λαμβανομένης υπόψη και της προηγηθείσας πολυετούς συνεργασίας των, από την ίδια εργασιακή θέση ευθύνης, δεδομένο που καθιστά ανεπανόρθωτο τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης ανάμεσα τους, μετά την προαναφερόμενη δυσμενή εξέλιξη της συνεργασίας τους.

Γιαυτό το λόγο δεν μπορεί, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αξιωθεί από την εργοδότρια η συνέχιση της παροχής της εργασίας της αναιρεσείουσας, έστω και υπό διαφοροποιημένους, αλλ' εντός της μεταξύ τους υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, όρους. Εξαιτίας των ανωτέρω η καταγγελία ήταν επιβεβλημένη για την προστασία του καλώς νοούμενου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης και η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός του σκοπός και, επομένως, δεν είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική.

Κατ' ακολουθίαν, κατέληξε το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 10-8-2007 έως 10-8-2008 ούτε και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση, καθόσον ελλείπει το στοιχείο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 1668/2008 απόφαση του, των αιτημάτων για αναγνώριση ως άκυρης της ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης κατά κατάχρηση δικαιώματος, για καταβολή μισθών υπερημερίας από την απόλυση της και εφεξής και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας της απολύσεως της.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 του ΑΚ, 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 και 1 και 3 του ν. 2112/1920. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές της απόφασης, η καταγγελία της υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε από ακυρότητα, αφού δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπο της, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, έτσι, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή των ζητούμενων μισθών υπερημερίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από τον αριθμό 19 της παραπάνω διάταξης, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η έλλειψη της απαιτουμένης αιτιολογίας( με την επίκληση ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών),είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο του πορίσματος της.

Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που σχετίζονται με τους λόγους που προκάλεσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην ανέλεγκτη, αναιρετικώς, περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 26-6-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 323/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ