Legislator Case Law & Legislation
768/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal; wife barred from claiming inheritance rights via her husband's will.

Case Number 768/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the wife's claim to her husband's inheritance. The wife argued she was the sole heir under her husband's will, but the court found she was only a legatee of a specific item, not a universal heir. Consequently, she lacked standing to claim the remainder of the estate, which passed to her husband's children via intestate succession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1800, 1801, 1802, 1890 of the Civil Code: A legatee of a specific item is not a universal heir; if the testator's intent to make the legatee a universal heir is unclear, the legatee is merely a beneficiary of that specific item, and the remainder of the estate passes to other heirs by intestate succession.

Keywords

AI generated
intestate succession specific legacy universal heir testamentary intent standing to sue Civil Code inheritance rights

Cited Legislation

AI generated
Article 1800 of the Civil Code
Article 1801 of the Civil Code
Article 1802 of the Civil Code
Article 1890 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Article 1769 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 768/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης:Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκόλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 7-10-2002 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7130/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1923/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 17-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1800 παρ.2 ΑΚ, αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί ειδικά καθοριζόμενου στοιχείου της κληρονομίας, η οποία υπάρχει αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη, με τη μνεία του δήλου, να εγκαταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο, ως άμεσο δηλαδή καθολικό του διάδοχο σε όλη την κληρονομία του ή σε ποσοστό της.

Μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας, αν δηλαδή δεν προκύπτει θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του τιμώμενου ως κληρονόμου, αυτός που τιμήθηκε με το δήλον πράγμα θεωρείται κληροδόχος. Αναγκαία έννομη συνέπεια του χαρακτηρισμού ως κληρονόμου, αυτού που μόνος ή μαζί με άλλους εγκαταστάθηκε επί ειδικού αντικειμένου είναι αφενός ότι η μνεία του δήλου έχει την έννοια του προσδιορισμού του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομίας στο οποίο αυτός καλείται και το οποίο προσδιορίζεται κατά το λόγο της αξίας του δήλου σε σχέση προς την αξία της όλης κληρονομίας και αποτελεί συνάμα (άρθρο 1890 ΑΚ) διάταξη του διαθέτη να περιληφθεί το δήλον στην κατά ποσοστό μερίδα του τιμωμένου (διανεμητική) και αφετέρου ότι, αν πρόκειται για τέτοια εγκατάσταση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1801 παρ.2 και 1802 ΑΚ.

Οι διατάξεις αυτές ορίζουν ότι αν έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από τους οποίους έχει περιοριστεί σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Αν όμως σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη οι εγκατάστατοι γράφηκαν ως οι μόνοι κληρονόμοι και καθένας απ'αυτούς εγκαταστάθηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν το κλήρο, επέρχεται ανάλογη αύξηση των ποσοστών.

Για να επέλθει δηλαδή παράλληλα και η εξ αδιαθέτου διαδοχή, απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, πρώτον ότι ο διαθέτης διέθεσε μόνο ένα μέρος από τον κλήρο, έτσι ώστε αν τα ποσοστά τον εξαντλούν, δεν υπάρχει λόγος για εξ αδιαθέτου διαδοχή και δεύτερον ότι ο διαθέτης εξέφρασε τη θέληση (ή ότι προκύπτει η θέληση) το κληρονομικό δικαίωμα των εγκαταστάτων να περιοριστεί στο ποσοστό.

Εφόσον γι' αυτά είναι σαφής η διαθήκη, εφόσον δηλαδή οι λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει ο διαθέτης μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη βούλησή του, δεν υπάρχει έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης. Διαφορετικά, θα πρέπει να ανευρεθεί η αληθής βούλησή του, η οποία αναζητείται με την ερμηνεία της διαθήκης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και κατά την υποκειμενική άποψη του διαθέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 1781 ΑΚ, λαμβάνονται δε υπόψη και περιστατικά που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, μεταξύ των οποίων και η σπουδαιότητα των αντικειμένων που έχουν καταληφθεί με τη διαθήκη, σε σχέση με την όλη κληρονομία, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε κακή εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα της δηλώσεως βουλήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 173 ΑΚ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1800, 1801 και 1802 ΑΚ, ενώ, περαιτέρω, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1769 ΑΚ.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-2-1997 απεβίωσε στην Αθήνα η Γ1, η οποία άφησε μοναδικούς μεριδούχους τα τέκνα της Ψ (σύζυγο της ενάγουσας) και Ψ1 (εναγομένη). Η αποβιώσασα με την ..... δημόσια διαθήκη της στο Συμ/φο Αθηνών Φώτη Πολυζόπουλο, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα 2013/16-5-1997 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τόμος 2007, αριθμός 23), εγκατέστησε κληρονόμους της τα πιο πάνω παιδιά της, και συγκεκριμένα άφησε στη μεν θυγατέρα της (εναγομένη) μια τριώροφη οικία στο ...., κτισμένη σε οικόπεδο 625 τμ, στο δε γιο της (σύζυγο της ενάγουσας) ένα οικόπεδο στο χωριό ...

Ευβοίας, εμβαδού 500 τμ. Ο προαναφερόμενος γιος της διαθέτιδος Ψ απεβίωσε στις 20-5-1997, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω διαθήκης της προαποβιώσασας μητέρας του, και άφησε την από .... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε και κηρύχτηκε κυρία με τα .... και ....., αντίστοιχα, πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής είναι κατά λέξη το εξής: "Την επιχείρηση, που έχω Αθήνα οδός ....., την αφήνω στη γυναίκα μου Χ1 κατά ποσοστό 70% και κατά ποσοστό 30% στην κόρη της ......, στις οποίες θέλω να περιέλθει εξ ολοκλήρου". Η μοναδική αυτή διάταξη της διαθήκης του συζύγου της ενάγουσας, δεν είναι πλήρως σαφής, αποδίδοντας μόνη της και χωρίς τίποτε άλλο εκείνο, που θέλησε ο διαθέτης.

Ειδικότερα, δεν προκύπτει απ' αυτήν αν ο τελευταίος, που κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε, επίσης, δύο ενήλικα τέκνα από τον πρώτο γόμο του, τον ..... και την Γ1, καθώς και άλλη πλην της καταληφθείσας, κινητή και ακίνητη περιουσία, θέλησε τις άνω εγκατάστατες επί του ειδικού αυτού περιουσιακού αντικειμένου ("δήλου"), και εν προκειμένω την ενάγουσα, ως κληρονόμο του ή κληροδόχο, για δε την περίπτωση που ήθελε αυτήν κληρονόμο του, αν η βούλησή του ήταν να είναι η μόνη (μετά της θυγατέρας της) κληρονόμος του ή όχι, και σε περίπτωση που δεν ήθελε τις εγκατάστατες ως μοναδικές κληρονόμους του, οπότε ως προς το αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αν τότε η βούληση του διαθέτη ήταν η ενάγουσα, που ανήκει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, να λάβει ή όχι παράλληλα με το δήλο περιουσιακό στοιχείο, στο οποίο εγκαταστάθηκε με τη διαθήκη, και την εξ αδιαθέτου μερίδα της στην υπόλοιπη αδιάθετη περιουσία (ΑΚ 1800 παρ. 2 - 1802).

Για το λόγο αυτό πρέπει η βούληση του διαθέτη να βρεθεί με την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητώντας την αληθινή θέλησή του, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και κατά την υποκειμενική άποψη αυτού, λαμβάνοντας υπόψη και περιστατικά, που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, όπως η σπουδαιότητα του αντικειμένου, που έχει καταληφθεί με τη διαθήκη, σε σχέση με την όλη κληρονομιά, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη.

Από το περιεχόμενο αυτό της επίμαχης διαθήκης, ερμηνευμένο με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αυτής, που ήταν δεκάξι ημέρες πριν το θάνατο του διαθέτη, α) ήταν εν ζωή (και εξακολουθούσαν κατά το θάνατο του) τα δύο προαναφερόμενα ενήλικα τέκνα του, για τα οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στη διαθήκη και για τις σχέσεις αυτών με τον πατέρα τους δεν αναφέρεται - ούτε και από αυτήν την ενάγουσα - πως είχαν διαταραχθεί, β) είχε (ο διαθέτης), πλην της πιο πάνω καταληφθείσας με τη διαθήκη του επιχείρησης, και άλλα περιουσιακά στοιχεία αδιάθετα, όπως ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 2, 612 τμ, στην ....

Λοκρίδος, ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 308 τμ, στο ..... Ευβοίας, ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 300 τμ, στην περιφέρεια ....., ένα οικόπεδο, έκτασης 500 τμ, στη ....... Ευβοίας, και μετρητά σε τράπεζες (βλ, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγομένη αγωγή των τέκνων του διαθέτη κατά της νυν ενάγουσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με ημερομηνία 4-2-1999 και αριθμό κατάθεσης 6706/1020/1999, αλλά και την στην κρινόμενη αγωγή μνεία για μετρητά και "λοιπά" περιουσιακά στοιχεία του διαθέτη), γ) είχε ενημερωθεί ο διαθέτης για το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης από την ίδια τη διαθέτιδα μητέρα του, η οποία, σημειωτέον, απεβίωσε πριν τη σύνταξη της δικής του ιδιόγραφης διαθήκης (βλ.

τις άνω ένορκες βεβαιώσεις), και δ) η καταληφθείσα προαναφερόμενη επιχείρηση συνιστούσε το σπουδαιότερο τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας (αγωγικός ισχυρισμός που συνομολογείται από την εναγομένη -βλ. τις πρωτόδικες προτάσεις της), συνάγεται (από όλα αυτά) ότι ο εν λόγω διαθέτης με την ιδιόγραφη διαθήκη του θέλησε την, επί της άνω επιχείρησης, εγκαταστάτη ενάγουσα ως κληρονόμο του, περιοριζόμενου, όμως, του κληρονομικού της δικαιώματος επί του ειδικά καθοριζομένου στοιχείου αυτού της κληρονομιάς (ομολογουμένου τούτου από την εναγομένη).

Δηλαδή, δεν θέλησε ο διαθέτης να είναι η ενάγουσα κληρονόμος του, κατ'αποκλεισμό των τέκνων του, και επί της αδιάθετης κληρονομιαίας περιουσίας του.

Συνεπώς, ως προς την υπόλοιπη αυτή περιουσία του διαθέτη χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Επιπρόσθετα, λαμβανομένης υπόψη και της "ασήμαντης", κατά την ενάγουσα, αξίας - σε σχέση με την καταληφθείσα σ'αυτήν και τη θυγατέρα της περιουσία - των λοιπών αδιάθετων περιουσιακών στοιχείων, η πραγματική βούληση του ίδιου διαθέτη ήταν να μην κληθεί η ενάγουσα σύζυγος του, και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, μειώνοντας αναλόγως τις, ούτως ή άλλως, μικρές κληρονομικές μερίδες των τέκνων του.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η ενάγουσα, που με τη διαθήκη του συζύγου της Ψ εγκαταστάθηκε κληρονόμος αυτού σε δήλο πράγμα, στο οποίο και περιόρισε ο διαθέτης το κληρονομικό της δικαίωμα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση της κρινόμενης αναγνωριστικής αγωγής περί του κληρονομικού δικαιώματος του συζύγου της, ακόμη και αν υποτεθεί αληθινός ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η άνω δημόσια διαθήκη της Γ1 προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του γιου της Ψ.

Και τούτο διότι πρόκειται για κληρονομιά του συζύγου της ενάγουσας, που περιλαμβάνεται στην αδιάθετη περιουσία του, ως προς την οποία επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, όπου η ενάγουσα κατά τα πιο πάνω εκτεθέντα, δεν καλείται. Το τελευταίο, μάλιστα, ως εκ περισσού αναφέρεται τώρα και προηγουμένως, αφού η ενάγουσα στηρίζει το κληρονομικό της δικαίωμα, προς νομιμοποίησή της για την επιδίωξη της αναγνώρισης του ενδίκου κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του δικαιοπαρόχου συζύγου της, στην εκ διαθήκης ιδιότητά της ως μόνης (μετά της θυγατέρας της) κληρονόμου αυτού, και όχι στην εξ αδιαθέτου.

Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ της ενάγουσας και της επικαλούμενης απ' αυτήν έννομης σχέσης, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης".

Μετά από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τη διαθήκη, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρων 173 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε, και ορθά, περαιτέρω, εφάρμοσε τις προαναφερόμενες υπόλοιπες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη με την ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της Ψ εγκαταστάθηκε σε δήλο πράγμα, στο οποίο και της περιόρισε ο διαθέτης το κληρονομικό της δικαίωμα και, επομένως δεν νομιμοποιείται προς άσκηση της κρινόμενης αναγνωριστικής αγωγής περί του κληρονομικού δικαιώματος του συζύγου της προς συμπλήρωση της νόμιμης αυτού μοίρας επί της περιουσίας που άφησε η μητέρα του Γ1 με δημόσια διαθήκη, ούτε, περαιτέρω, παραβιάστηκε εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 1769 ΑΚ που αναφέρεται στη δημοσίευση της δημόσιας διαθήκης, με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Ψ είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης της μητέρας του Γ1 από την ίδια. Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.6.2006 αίτηση αναίρεσης της Χ1 κατά της 1923/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ