Legislator Case Law & Legislation
768/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no specific defects in trial record or witness examination.

Case Number 768/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by the appellant, X, against a conviction by the Mixed Court of Athens. The appellant argued the lower court's decision lacked sufficient reasoning and failed to examine all requested witnesses. The court rejected these claims, noting the lower court explicitly referenced specific police reports and witness testimonies in its reasoning without the appellant's objection. Consequently, the court ruled that no procedural irregularities occurred and the appeals were inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510, 514, 583 of the Code of Criminal Procedure; Appeals must cite specific defects in reasoning or procedure, and the court's consideration of evidence without objection does not constitute a violation of due process.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal Admissibility Insufficient Reasoning Witness Examination Procedural Irregularity Mixed Court of Athens Supreme Court Dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 510, paragraph 1, section D of the Code of Criminal Procedure
Article 514, paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 327, paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 768/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια-Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πέτρου-Πετρουλά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 589-590-603-604/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., ως εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της 1. ..., 2. ... και 3. ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δρακούλη Δρακουλόγκωνα.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Φεβρουαρίου 2005 και 7 Μαρτίου 2005 δυο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 505/2005.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ εΤους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, δύο αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορούμενου Χ, η πρώτη με χρονολογία 8ης Φεβρουαρίου 2005, ασκηθείσα στο διευθυντή της Κλειστής Φυλακής Αλικαρνασσού και η δεύτερη με χρονολογία 7ης Μαρτίου 2005, ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφόμενες και οι δύο κατά της υπ' αριθμό 589-604/2005 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Η εκ του άρθρου 514 εδ. γ' του Κ.Π.Δ., απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κάμπτεται, εφόσον δεν έχει εισέτι κριθεί η πρώτη και επομένως το περιεχόμενο και των δύο αιτήσεων, θεωρείται ότι συνιστά ενιαίο κείμενο, ερευνώμενο συνολικά, κατά την εκδίκασή τους. II. Ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Δ΄ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως, για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης, είναι απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις της αιτιολογίας, μόνη δε η αναφορά των διατάξεων του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., που προβλέπουν την αναγκαιότητα της αιτιολογίας και του περιεχομένου τους, καθώς και η αναφορά ότι, «… δεν αναφέρονται (στην απόφαση) κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπονόησαν (υπήχθησαν) τα αποδειχθέντα γεγονότα, στην εφαρμοσθείσα διάταξη του ουσιαστικού ποινικού δικαίου …», είναι επίσης αόριστες.

II. Μεταβολή της κατηγορίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα (αρθ. 171 παρ. 1 β΄ του Κ.Π.Δ.) και εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ του Κ.Π.Δ., για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, δεν δημιουργείται, όταν στα ίδια γεγονότα προσδίδεται απλώς, με βάση τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, ο προσήκον διάφορος νομικός χαρακτηρισμός (άρθρο 371 παρ. 3 του Κ.Π.Δ.), χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση του τρόπου, του χρόνου και των ιστορικών περιστάσεων τελέσεως της πράξεως, ούτε όταν μεταβάλλεται απλώς ο τρόπος συμμετοχής του κατηγορούμενου στο έγκλημα, από αυτουργία σε άμεση ή απλή συνέργια.

III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 589-590-603-604/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της απλής συνέργιας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, συνιστάμενη στο ότι αυτός στην Αθήνα την 5-1-1999 παρέσχε με πρόθεση συνδρομή σε άλλον πριν από την τέλεση της πράξεως και ειδικότερα γνωρίζοντας ότι ο Ψ είχε αποφασίσει να σκοτώσει τον Ζ και θέλοντας να τον συνδράμει στην πραγματοποίηση του σκοπού του αυτού, παγίδεψε με τηλεφώνημα και παρέσυρε τον αναφερόμενο Ζ στην καφετέρια ''...'', παρακείμενη της οδού ..., όπου ο Ψ του είχε εν γνώσει του στήσει ενέδρα, κρυμμένος σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή επί της οδού ...

έναντι της καφετέριας και όταν αυτός (Ζ) έμεινε μόνος στην καφετέρια, ο Ψ τον πυροβόλησε τουλάχιστον δώδεκα φορές με πυροβόλο όπλο ''KALASNIKOF'' και τον έπληξε σε καίρια σημεία του σώματός του, με αποτέλεσμα να επέλθει εκ των πολλαπλών τραυμάτων ο θάνατός του, καίτοι αυτός είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο προκειμένου να δικαστεί, ως αυτουργός της πράξεως.

Εκ τούτου όμως και μόνον, δεν επήλθε απαράδεκτη μεταβολή της κατηγορίας, οδηγούσα σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και τα προβαλλόμενα με τον πρώτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της δεύτερης αιτήσεως, για το αντίθετο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 358, 364 και 365 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.

Α΄ του Κ.Π.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί έγγραφο ή ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, ο οποίος δεν έχει κληθεί στο ακροατήριο ή η εμφάνισή του είναι αδύνατη και επίσης όταν ληφθεί υπόψη έγγραφο ή προανακριτική κατάθεση μάρτυρα, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν στο ακροατήριο ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ.

δ΄ της ''Ε.Σ.Δ.Α.'' (ν.δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε΄ του ''Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα'' (ν. 2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ του Κ.Π.Δ.. Ουδεμία όμως δημιουργείται ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του έγγραφο ή ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δεν εναντιωθούν σχετικά.

V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, μεταξύ άλλων εγγράφων και α΄) την από 6-1-1999 έκθεση ανακλήσεως εισερχόμενων κλήσεων σε τηλεφωνική συσκευή κινητής τηλεφωνίας του αστυνόμου Α΄ ..., η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όπως βεβαιώνεται στην αιτιολογία (φύλλο 37ο), αλλά και αναφέρεται στα πρακτικά (φύλλο 25ο) μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, χωρίς αντίρρηση του κατηγορούμενου, καθώς και β΄) την από 10-1-1999 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ..., η οποία επίσης βεβαιώνεται στην αιτιολογία (φύλλο 37ο), ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλά και αναφέρεται στα πρακτικά (φύλλο 25ο) μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, επίσης χωρίς αντίρρηση του κατηγορούμενου και γ΄) την από 17-3-1999 προανακριτική κατάθεση του ..., που μάλιστα εξετάσθηκε ως μάρτυρας και στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά (φύλλο 15ο), η σχετική περικοπή της οποίας βεβαιώνεται στην αιτιολογία (φύλλο 38ο), ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, χωρίς επίσης να προκύπτει αντίρρηση του κατηγορούμενου.

Επομένως ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας δημιουργήθηκε, εκ του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μάλιστα χωρίς αντίρρηση του κατηγορούμενου και ουδεμία παραβίαση συντελέσθηκε των διατάξεων της ''Ε.Σ.Δ.Α.'' και του ''Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα'' που αναφέρθηκαν, τα προβαλλόμενα δε με το δεύτερο, επίσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Α΄ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της δεύτερης αιτήσεως για το αντίθετο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου και η αιτίαση που προβάλλεται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, επίσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της κλητεύσεως από τον Εισαγγελέα δύο μόνον και όχι των τριών μαρτύρων των οποίων είχε ζητήσει την εξέταση, είναι επίσης αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί από τη διάταξη του άρθρου 327 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.

προκύπτει, ότι εκτός από τους μάρτυρες που ο κατηγορούμενος μπορεί να κλητεύσει στο ακροατήριο με δικές του δαπάνες, δικαιούται αυτός να ζητήσει από τον Εισαγγελέα και εκείνος υποχρεούται να κλητεύσει στο ακροατήριο, δύο (και όχι τρεις) τουλάχιστον μάρτυρες της εκλογής του κατηγορούμενου, όταν αυτός κατηγορείται για κακούργημα, οι οποίοι όπως αναφέρεται στην αίτηση κλητεύθηκαν.

VI. Μετά από αυτά οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, η πρώτη ως απαράδεκτη και η δεύτερη ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις 8ης Φεβρουαρίου 2005 και 7ης Μαρτίου 2005 δύο αιτήσεις του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμό 589-590-603-604/2005 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ, και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ