Legislator Case Law & Legislation
767/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against car accident liability judgment due to lack of legal grounds.

Case Number 767/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a lower court judgment regarding liability for a car accident. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for rejecting their claim of sole fault. The court found the lower court's decision legally sound, as it correctly applied traffic laws and established joint negligence based on the proven facts of the incident.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised are unfounded and the lower court's decision is based on correct legal interpretation and sufficient reasoning.

Keywords

AI generated
car accident liability joint negligence appeal admissibility insufficient reasoning traffic law application costs of litigation joint tortfeasors

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code
Articles 5(8) and 16(4) of the Traffic Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 767 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Λ.

Αριθμός 767/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία " ….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Ν., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 11-2-2013 αγωγή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-6-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ` αριθμό 93/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 93/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος, που έλαβε χώρα την 07/01/2009 επί της οδού ...

της πόλεως των .. - περιοχή ..., κατά το οποία συγκρούσθηκαν τα αντιθέτως επί της οδού αυτής κινούμενα υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον αναιρεσίβλητο και ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Α.Λ., τραυματίσθηκε ο αναιρεσίβλητος. O τελευταίος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α' ΚΠοΛΔ), την από 04/04/2014 με αύξ.

αριθ. εκθ. καταθ. 351/04-04-2014 αγωγή τoυ στρεφόμενη εναντίον του αναιρεσείοντος, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., με την οποία, ισχυριζόμενος ότι υπαίτιος για το πιο πάνω ατύχημα, ήταν ο ως άνω Αν. Λ. και ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) υπέστη τις σε αυτό αναφερόμενες ζημίες, αξίωνε ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 199.100,00 €.

Επί της ως άνω αγωγής, που συζητήθηκε την 03/06/2015, εκδόθηκε η με αριθμό 479/2015 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγώντας το πιο πάνω αυτοκίνητο σε κατάσταση βαριάς μέθης (1.30‰), από έλλειψη προσοχής του απώλεσε τον έλεγχο αυτού και εισήλθε αιφνιδίως στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο ο ως άνω Α.

Λ. κατελόγισε όμως και στον τελευταίο συντρέχουσα αμέλεια σε ποσοστό 30% και, κατά παραδοχή της ως άνω αγωγής του, επεδίκασε σε αυτόν (ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) το συνολικό ποσό των 72.655,00 €. Ειδικότερα, δε, αποζημίωση ποσού 2.665,00 € για πλασματική δαπάνη τρίτου προσώπου για τις υπηρεσίες που του προσέφερε (930 παρ. 3 Α.Κ.), ποσό 40.000,00 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ποσό 30.000,00 €, ως εφάπαξ αποζημίωση από το άρθρο 931 Α.Κ.

Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησε ενώπιον του Εφετείου την από 09/12/2015 με αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 248/2015 έφεση, με την οποία, εκτός των άλλων, έπληττε την πιο πάνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και για παράβαση του νόμου, αναφορικώς με το ζήτημα της υπαιτιότητας. Επί της ως άνω εφέσεως, η οποία ενώθηκε και συνεκδικάσθηκε με την αντίθετη από 9/12/2015 με αύξ.

αριθ. εκθ. καταθ. 247/2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου, καθώς και με τη συναφή από 16/12/2015 με αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 252/2015 έφεση του IΚΑ, εκδόθηκε η με αριθμό 93/2017 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία το πιο πάνω δικαστήριο, δικάζοντας επί των ως άνω δύο αντιθέτων εφέσεων, δέχθηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσία, επικυρώνοντας έτσι την εκκληθείσα με τις εν λόγω εφέσεις οριστική απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα -δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019)- ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (Ολ.ΑΠ 9 - 13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 176/2011).

Συνελόντι ειπείν, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 45/2019). Εξάλλου, στο αναιρετήριο πρέπει, συναφώς, να εκτίθενται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Mε τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α, 1β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες επί του προκειμένου ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ και των άρθρων 16 παρ. 4 και 5 αρ. 8 του ΚΟΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, και ειδικότερα ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό των οδηγών παραβάσεως διατάξεων του ΚΟΚ και του επελθόντος αποτελέσματος τα ακόλουθα: "Την 7-1-2009 και περί ώρα 4.45' π.μ.

ο Α. Λ.(μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος συνδέεται με σχέση κοινωνικής ασφάλισης με το ενάγον της Β' αγωγής "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", οδηγώντας το με αριθ. Κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...Ο.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το εναγόμενο της υπό στοιχείο Α' αγωγής Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, εκινείτο επί της οδού Ιωαννίνων εντός του οικισμού ..., πλησίον του σημείου της διασταύρωσης της οδού αυτής με τις οδούς ...

και ..., με κατεύθυνση από ..προς την Ε.Ο. .... Η οδός .., στο ύψος αυτό, είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με μικρή ανηφορική κλίση για τους οδηγούς που κινούνται στο ρεύμα πορείας προς Ε.Ο. ... και με μικρή κατηφορική κλίση με συντελεστή τριβής του οδοστρώματος 0,70 για τους οδηγούς που κινούνται με κατεύθυνση προς ....

Μεταξύ των δύο ρευμάτων πορείας υφίσταται συνεχής διπλή διαχωριστική γραμμή που διακόπτεται στο ύψος της συμβολής με τις οδούς ... και .. και το συνολικό πλάτος οδοστρώματος είναι 9,60 μέτρα. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, λόγω κατοικημένης περιοχής, αλλά και καθοριζόμενο με σχετική ρυθμιστική πινακίδα, ανέρχεται σε 50 χιλ.

ωριαίως. Κατά τον ως άνω χρόνο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μικρή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά (βλ. σχετικές παρατηρήσεις στις οικείες στήλες της εκθέσεως αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα).

Συγχρόνως, ο ενάγων της Α' αγωγής - πρώτος εναγόμενος της Β' αγωγής Σ. Μ., οδηγώντας το με αριθ. Κυκλ…. ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του ιδίου, εκινείτο στην ίδια οδό με κατεύθυνση από Ε.Ο. .. προς .... Ο ως άνω οδηγός εκινείτο αρχικά εντός του ρεύματος πορείας του, πλην όμως από αμέλειά του, κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και τελώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με ποσοστό αλκοόλης τουλάχιστον ενός γραμμαρίου και τριάντα εκατοστών ανά λίτρο αίματος, όπως προκύπτει από την νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "..." με αριθμ. πρωτ. 513/10-02-2009 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, απώλεσε, λόγω και του ελαφρά κατωφερικού οδοστρώματος, τον έλεγχο τού οχήματός του, το οποίο πλαγιολίσθησε επί συνολικά πενήντα πέντε μέτρα με κατεύθυνση προς τα αριστερά, εκ των οποίων περίπου 45 μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και στη συνέχεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου, αφού διήνυσε περί τα 15 μ., προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Α.

Λ., με το σημείο σύγκρουσης να εντοπίζεται εντός του ρεύματος πορείας προς Ε.Ο. ... και σε επαφή με τη διαχωριστική γραμμή [όπως σαφώς προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος, την οποία συνέταξε το Α.Τ. ..., που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος και η γνησιότητα της οποίας (έκθεσης αυτοψίας) δεν αμφισβητήθηκε].

Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, καθόσον οι οδηγοί και των δυο οχημάτων είχαν αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ. ωριαίως, τα δύο οχήματα περιστράφηκαν, πλαγιολίσθησαν και κατέληξαν να ακινητοποιηθούν σε απόσταση 10,50 μέτρων μεταξύ τους και συγκεκριμένα το μεν υπ' αριθ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ενάγων - εναγόμενος Σ. Μ. σε παρακείμενο στύλο ήλεκτροφωτισμού επί του πεζοδρομίου του ρεύματος πορείας προς Ε..Ο. ... σε απόσταση 6,20 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α. Λ. ακινητοποιήθηκε εντός του ρεύματος πορείας προς ... με μέτωπο κάθετο προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή, σε απόσταση περίπου 9 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος.

Συνεπεία του ατυχήματος, τραυματίστηκαν οι οδηγοί και των δύο οχημάτων καθώς και ο συνεπιβαίνων στο υπ' αριθ. .. IXΕ αυτοκίνητο Ζ. Κ. Ακολούθως, το ένδικο τούτο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του ενάγοντος της Α' αγωγής - πρώτου εναγόμενου της Β' αγωγής, οδηγού του υπ' αριθ. Κυκλ.. ΙΧΕ αυτοκινήτου, Σ.

Μ., όσο και του Α. Λ. οδηγού του υπ' αριθ. Κυκλ…. ΙΧΕ αυτοκινήτου, και δη κατά ποσοστά 70% και 30% αντιστοίχως. Η υπαιτιότητα του Σ. Μ. συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθρο 330 εδ. β' Α.Κ.), δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, δε ρύθμισε την ταχύτητά του στο επιβαλλόμενο μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη του και τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα το ότι κινούταν εντός κατοικημένης περιοχής και νυκτερινή ώρα, επί οδοστρώματος μάλιστα ελαφρά κατωφερικού, με αποτέλεσμα, λόγω και της κατάστασης πλήρους μέθης στην οποία βρισκόταν, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να παρεκκλίνει της πορείας του και, αφού παραβίασε την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούταν εκείνη τη στιγμή ο Α.

Λ. και να παρεμβληθεί στην πορεία του. Το ότι ο ενάγων - εναγόμενος Σ. Μ. εισήλθε εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό αυτού, ήτοι ότι ο ίδιος κινούταν κανονικά και ο Α. Λ. εισήλθε αιφνιδιαστικά εντός του ρεύματος πορείας του, αποδεικνύεται λαμβανομένων ιδίως υπόψη των φωτογραφιών των συγκρουσθέντων οχημάτων, από τις οποίες εναργώς προκύπτει ότι οι κύριες υλικές ζημίες και των δύο οχημάτων εντοπίζονται στο εμπρόσθιο μέρος αυτών, καθώς και του πρόχειρου σχεδιαγράμματος που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή, όπου απεικονίζονται η αρχική πορεία και η τελική θέση ακινητοποίησης των συγκρουσθέντων οχημάτων καθώς και το πιθανό σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθετείται εντός του ρεύματος πορείας προς Ε.Ο. ..με βάση αντικειμενικά ευρήματα και ειδικότερα την πορεία των ιχνών πλαγιολίσθησης που ξεκινούν από το ρεύμα πορείας προς ...

και καταλήγουν εντός του αντίθετου ρεύματος και δη στο σημείο όπου παρατηρούνται θραύσματα γυαλιών από τα συγκρουσθέντα οχήματα, τα περισσότερα από τα οποία καταγράφονται εντός του ρεύματος πορείας όπου εκινείτο ο Α. Λ.

Συνεπώς και εν όψει του ότι τα θραύσματα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εκτινάχθηκαν γύρω από το σημείο επαφής, αυτό τοποθετείται περίπου στο άκρο αριστερά του ρεύματος πορείας προς Ε.Ο. ..., εν επαφή με τη διαχωριστική γραμμή. Ο ισχυρισμός δε, που προβάλλουν οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο 1 με αριθμ.

έκθ. κατάθ. 247/2015, Σ. και Ν.Μ., ότι όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των οχημάτων μετά τη σύγκρουση, καθώς και από την από 19-01-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο Γ. Σ., υπάλληλος της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο οποίος είχε διοριστεί κατά την ποινική προδικασία με το υπ' αριθμ. 2514/673 - ζ/7-1-2009 έγγραφο από προανακριτικό υπάλληλο του Α.Τ.

Κ.Ι., οι πληγείσες επιφάνειες του με αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ενάγων της υπό στοιχείο Α' αγωγής, Σ. Μ. είναι τόσο το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, όσο και η αριστερή πλευρά του και εξ αυτού θα πρέπει να συναχθεί ότι το όχημα με αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ που οδηγούσε ο Α. Λ. είναι αυτό το οποίο εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο ο Σ.

Μ. με το οδηγούμενο από αυτόν όχημα και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε ο Σ. Μ., διότι όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο 1 έφεσης, Σ. και Ν. Μ., εάν το όχημα που οδηγούσε ο Σ. Μ. με αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., όπου εκινείτο το οδηγούμενο από τον Α.

Λ. με αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και είχε επιπέσει σ' αυτό, όπως δέχτηκε η εκκαλουμένη, εσφαλμένα κατά τους ισχυρισμούς τους (των εκκαλούντων της υπό στοιχείο 1 έφεσης), θα έπρεπε να φέρει χτυπήματα και υλικές ζημίες μόνο στο εμπρόσθιο μέρος του (το οδηγούμενο από το Σ. Μ. με αριθμ. Κυκλοφορίας ... όχημα) και όχι σε ολόκληρο το εμπρόσθιο μέρος του και στην αριστερή του πλευρά.

Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός καταρρίπτεται ακριβώς από το ίδιο το σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε η επιληφθείσα αστυνομική αρχή, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, από το γεγονός ακριβώς ότι το οδηγούμενο από τον Σ. Μ. με αριθμ.

Κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκίνητο, αφού ο οδηγός του, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και πλαγιολίσθησε το όχημα που οδηγούσε επί συνολικά πενήντα πέντε μέτρα με κατεύθυνση προς τα αριστερά, εκ των οποίων 45 μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, όπως εμφαίνεται στο προαναφερόμενο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το Α.Τ.

Κ. Ι., όπου, αφού διήνυσε περί τα 15 μέτρα προσέκρουσε, όπως είναι φυσικό, κυρίως με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου αλλά και με τμήμα του αριστερού τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε, δεδομένου ότι είχε πορεία πλαγιολίσθησης προς τα αριστερά, στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος με αριθμ. κυκλοφορίας .

ΙΧΕ που οδηγούσε ο Α.Λ.

Συνεπώς, ο ως άνω ισχυρισμός των εκκαλούντων της υπό στοιχείο 1 έφεσης, Σ. και Ν.Μ. καταρρίπτεται εκ των ανωτέρω στοιχείων και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού. Περαιτέρω, κρίνεται ότι, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από μόνη την από 18.12.2009 έκθεση ανάλυσης συνθηκών και ψηφιακής αναπαράστασης τροχαίου ατυχήματος η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή του ενάγοντος της Α' αγωγής Σ.

Μ. και εκτιμάται ελεύθερα ως ιδιωτική γνωμοδότηση κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, συνεπώς, και ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων της υπό στοιχείο 1 με αριθμ. εκθ. καταθ. 247/2015 έφεσης, ότι από την ως άνω ιδιωτική γνωμοδότηση προκύπτει ότι ο Α. Λ. εισήλθε με το οδηγούμενο από αυτόν με αριθ. κυκλοφορίας . ΙΧΕ αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούσθηκε μετωπικά και έκκεντρα με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.

Μ. κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, η ως άνω έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το υπ' αριθ….ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α. Λ. εκτράπηκε της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου συγκρούσθηκε μετωπικά και έκκεντρα με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.

Μ., χωρίς όμως να αιτιολογείται, με αναφορά σε συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα, από πού εκλύεται η αξιωματικά αυτή προβαλλόμενη παραδοχή. Περαιτέρω, ο Σ. Μ. τελούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όπως αυτό μετρήθηκε με τη μέθοδο της αιμοληψίας, με δείγμα αίματος που ελήφθη από ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων "Γ.

Χατζηκώστα" στις 07.40' π.μ., δηλαδή τρεις ώρες μετά το ατύχημα, σε ποσοστό τουλάχιστον 1,30 γρ. ανά 1.000 κ.εκ. αίματος, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 513/10.2.2009 και 484/12.1.2009 εκθέσεις τοξικολογικής ανάλυσης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σύμφωνα με τις οποίες ανιχνεύτηκε η παρουσία οινοπνεύματος (αιθανόλης) σε συγκέντρωση 1,30 γραμ. (το β' δείγμα) και 1,44 γραμ. (το α' δείγμα) ανά 1.000 κ.εκ. (λίτρο) αίματος, αντίστοιχα.

Όπως προκύπτει από το από 7.1.2009 πρωτόκολλο αιμοληψίας του ιατρού Τ. Μ., σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. 2514/9/673-β/7.1.2009 έγγραφο του Α.Τ. ελήφθησαν δύο δείγματα αίματος από τον ενάγοντα της Α' αγωγής, αφού τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατ' άρθρο 4 της αριθ. 43500/5691/2002 υπουργικής απόφασης. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος - εναγόμενου ότι παρεισέφρησε σφάλμα στην όλη διαδικασία με αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητά της, καθόσον αμέσως μετά τη διακομιδή του στο Γ.Ν.

Ιωαννίνων "Γ. Χατζηκώστα" οι θεράποντες ιατροί χορήγησαν σε αυτόν φάρμακα καθώς και σκευάσματα αναισθησίας που περιείχαν στα συστατικά τους και αλκοόλες, ενώ έγινε και εκτεταμένη ασηψία με οινόπνευμα στα χέρια του, με αποτέλεσμα, όταν πλέον τρεις ώρες μετά το ατύχημα, ο θεράπων ιατρός του προχώρησε στη λήψη αίματος από τον οργανισμό του, δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί αν είχε καταναλώσει αλκοόλ.

Πλην όμως προς απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού δεν εισφέρθηκε κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, όπως σχετική ιατρική γνωμάτευση, χωρίς να δύναται, σαφέστατα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού να άγει σε αντίθετη κρίση μόνη η αόριστη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, θείας του ενάγοντος, η οποία σαφώς διαθέτει ειδικές γνώσεις, κατά συνέπεια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκφέρει μία τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη επί του σχετικού θέματος, συνεπώς, ουδεμία βαρύτητα έχει η κατάθεσή της για το θέμα αυτό για τη διαμόρφωση της κρίσεως του Δικαστηρίου, κυρίως όμως από το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί κάποια σχετική επιφύλαξη στο σχετικό πρωτόκολλο από τον διενεργήσαντα την αιμοληψία ιατρό, ούτε έχει στη συνέχεια προσβληθεί ως άκυρη η σχετική διαδικασία της αιμοληψίας αυτής.

Εξάλλου, το ότι η λήψη αίματος έλαβε χώρα περί τις τρείς ώρες μετά το ατύχημα μόνο επιβαρυντικά θα μπορούσε να λειτουργήσει για τον ενάγοντα, λαμβανομένου υπόψη του ρυθμού μεταβολισμού της αλκοόλης που υπολογίζεται σε ποσοστό 0,10 γρ. ανά λίτρο αίματος ανά ώρα (βλ. την προσκομισμένη και επικαλούμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που έχει συνταχθεί εξ αφορμής άσχετης υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη ως δικαστικό τεκμήριο).

Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι δεν τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της σχετικής αιμοληψίας, η εν λόγω εξέταση λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη ως δικαστικό τεκμήριο (βλ. ΑΠ 1936/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1794/2006 ΝοΒ 2007.705). Βάσει αυτής και σε συνδυασμό με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η ένδικη σύγκρουση, οι οποίες υποδηλώνουν συμπεριφορά οδηγού ο οποίος βρισκόταν σε διαταραχή που επηρέαζε αισθητά την ικανότητά του για οδήγηση, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, κατά την στιγμή του ατυχήματος, βρισκόταν σε κατάσταση δυνατής μέθης.

Η κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν και η οποία οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ιδίου, καθώς είχε προφανώς προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά σε μεγάλη ποσότητα στη διάρκεια της προηγηθείσας πολύωρης νυκτερινής εξόδου με φίλους του (βλ. σχετικά τις προανακριτικές καταθέσεις του ιδίου και του φίλου και συνεπιβάτη του Ζ.

Κ., οι οποίοι και οι δύο στις από 5-3-2009 και 29-5-2009 προανακριτικές τους καταθέσεις καταθέτουν περί του ότι μετέβησαν σε δύο κέντρα διασκέδασης, όπου παρέμειναν για διάστημα αρκετών ωρών, από το τελευταίο κέντρο διασκέδασης αποχώρησαν περί την 4.00 η ώρα της 7-1-2009, αφού τους ενημέρωσαν από το κατάστημα ότι πρέπει να φύγουν γιατί "έκλεινε το κατάστημα" λόγω παρέλευσης του ωραρίου λειτουργίας του, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσαν και οι δύο ως άνω, οδηγός και συνοδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητου, κρίνεται δε βέβαιο από το Δικαστήριο αυτό, ότι είχαν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κατά τη διάρκεια της νυχτερινής τους διασκέδασης), συνετέλεσε συνεπώς, η προαναφερόμενη κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενάγων της υπό στοιχείο 1 αγωγής, πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο 2 αγωγής, Σ.

Μ., και η οποία όπως προαναφέρθηκε, σε υπαιτιότητα του ιδίου, στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος αφού η ποσότητα του αλκοόλ που είχε καταναλώσει ήταν κατά πολύ άνω του κατώτερου ορίου, προκαλώντας εξασθένηση της προσοχής του και επηρεάζοντας την ικανότητά του να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και να αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνθήκες που επικρατούσαν στην οδό, ώστε να είναι πάντοτε σε θέση να διενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Είναι γεγονός ότι ατυχήματα, όπως το επίδικο, σαφώς και μπορούν να προκληθούν και από οδηγούς που τελούν σε νηφάλια κατάσταση (βλ. και Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, σελ. 646, για το ότι μια συνήθης τυπική παράβαση των κανόνων του ΚΟΚ, όπως η είσοδος κατά μικρό μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από οδηγό τελούντα υπό την επίδραση οινοπνεύματος δε σημαίνει αναγκαίως ότι το ατύχημα οφείλεται στην επίδραση της μέθης), πλην όμως, αφού ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις του ενδίκου ατυχήματος, συνάγεται η συνδρομή της αιτιώδους συνάφειας με την κατανάλωση οινοπνεύματος, δεδομένου ότι ο ενάγων είχε αναπτύξει ταχύτητα κατά πολύ υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε με πλαγιολίσθηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, μολονότι κινούταν σε ευθεία οδό και χωρίς να εμπλακεί στο ως άνω τροχαίο ατύχημα κανένα άλλο όχημα (βλ.

και την από 29.5.2009 προανακριτική κατάθεσή του, στην οποία αναφέρει για τις συνθήκες της σύγκρουσης "...θυμάμαι να με χτυπάει κάτι από τα αριστερά χωρίς να έχω δει κάτι, πιθανολογώ ότι μου ήρθε από κάθετο δρόμο..."), ενώ δεν προέβη σε κανενός είδους αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση και παρά το γεγονός ότι υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ο οποίος του επέτρεπε να αντιληφθεί το κινούμενο εντός του ρεύματος πορείας με κατεύθυνση προς Ε.Ο. ...

υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α. Λ., ενεργώντας, επομένως, κατά παράβαση των επιβαλλόμενων από τα άρθρα 5 παρ. 3 περ. α', 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 2 και 4, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1, 42 παρ. 1 Ν. 2696/1999 υποχρεώσεών του.

Συνεπώς τόσο ο προβαλλόμενος από τους εκκαλούντες της υπό στοιχείο 1 με αριθμό εκθ. κατάθεσης 247/2015 έφεσης με το δικόγραφο της έφεσής τους, ότι δεν τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της σχετικής αιμοληψίας, όσο και από τους ίδιους εκκαλούντες με το ίδιο ως άνω δικόγραφο της υπό στοιχείο 1 έφεσης, ισχυρισμός ότι δεν συνάγεται η συνδρομή της αιτιώδους συνάφειας με την κατανάλωση οινοπνεύματος για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο αυτό.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α' αγωγής ότι ο Α. Λ.οδηγούσε έχοντας απενεργοποιημένα τα φώτα του οχήματός του δεν αποδεικνύεται ως ουσία βάσιμος, εν όψει και των από 2-4-2009 και 9-1-2009 προανακριτικών καταθέσεων των Α. Λ. και Μ. Ά. από τις οποίες προκύπτει ότι ο Α.Λ. είχε ξεκινήσει περί 4.15' π.μ. από την οικία του με προορισμό τη ...

και ότι αφού στάθηκε για λίγα λεπτά με τα φώτα και τα αλάρμ του οχήματός του ενεργοποιημένα μπροστά στο αρτοποιείο του φίλου του Μ. Ά, συνέχισε την πορεία του ομοίως με ενεργοποιημένα τα φώτα του οχήματός του. Ας σημειωθεί ότι, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του ενάγοντος, ουδόλως μπορεί να συναχθεί σιωπηρή ομολογία (άρθρα 281 και 352 ΚΠολΔ) του εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς το ότι ο Α.

Λ. κινούταν με απενεργοποιημένα τα φώτα πορείας του οχήματός του, καθόσον το εναγόμενο κατηγορηματικά αποκρούει οποιαδήποτε αιτιώδη συμβολή του Α. Λ. στην πρόκληση του ατυχήματος, αντίθετα σαφώς επικαλείται ότι ο τελευταίος κινούταν σύννομα και με κάθε δυνατή επιμέλεια. Στην επέλευση, όμως, του ενδίκου ατυχήματος αποδεικνύεται ότι συνετέλεσε από δικό του πταίσμα (αμέλεια) και ο Α.

Λ., ο οποίος δεν εκινείτο με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, επιδεικνύοντας έτσι την επιβαλλόμενη κατά την οδήγηση επιμέλεια, την οποία έπρεπε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το όχημα του Σ. Μ. το οποίο είχε παρεκτραπεί της πορείας του και πλαγιολίσθαινε επί 55 μέτρα, παρότι κινούταν σε ευθεία οδό, με επαρκή τεχνητό φωτισμό και χωρίς να περιορίζεται η ορατότητά του και για το λόγο αυτό δεν επιχείρησε κανένα αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση προς αποσόβηση της σύγκρουσης (βλ.

και την από 2.4.2003 προανακριτική κατάθεση του ίδιου ότι ".... Εγώ κατά την ώρα της σύγκρουσης ούτε πριν αντιλήφθηκα κάτι για αυτό και δεν αντέδρασα. Δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε η σύγκρουση"). Επιπλέον, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του στο προσήκον μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα το ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής και νυκτερινή ώρα, ώστε να μπορεί να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματός του, προκειμένου να αποφύγει τους κινδύνους που εύλογα θα εμφανίζονταν στην οδό, ενεργώντας επομένως κατά παράβαση των επιβαλλόμενων από τα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ υποχρεώσεών του.

Στο ότι είχε αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, χωρίς να μπορεί να υπολογιστεί το ακριβές ύψος της, συνηγορεί ιδίως η σφοδρότητα της σύγκρουσης, καθόσον και τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημιές, όπως προκύπτουν εναργώς από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας και των δύο οδηγών, σύμφωνα και με τις παραδοχές της από 19.1.2008 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Σ.

Γ. υπαλλήλου της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο οποίος είχε διοριστεί κατά την ποινική προδικασία από προανακριτικό υπάλληλο του Α.Τ.... Σύμφωνα με το πόρισμα της εν λόγω έκθεσης, "...είναι αδύνατον οπτικά να εντοπισθεί αν υπήρξε μηχανική βλάβη σε κάποιο από τα δύο οχήματα που να ήταν η αιτία που προκλήθηκε το ατύχημα.

Η πιθανή αιτία αν κρίνω από την κατάσταση (παραμόρφωση) των οχημάτων είναι η υπερβολική ταχύτητα". Επιπλέον, συνεκτιμάται το γεγονός ότι το καθαρού βάρους 1.350 κιλών όχημα τύπου τζιπ που οδηγούσε ο Α. Λ. ωθήθηκε από το σαφώς μικρότερο σε όγκο και βάρος ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Μ. (καθαρό βάρος 1070 κιλά, βλ.

τα τεχνικά χαρακτηριστικά των οχημάτων στην ως άνω από 18.12.2009 τεχνική έκθεση που προσκομίζει ο εναγών) σε περιστροφή, εξετράπη πλήρως της πορείας του και ακινητοποιήθηκε τελικά στο αντίθετο προς την αρχική του πορεία ρεύμα κυκλοφορίας με μέτωπο κάθετο προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή, σε απόσταση περίπου 9 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος.

Η παράβαση των ως άνω διατάξεων του Κ.Ο.Κ. εκ μέρους του Α. Λ.τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος, καθόσον, εάν κινείτο με επαρκή προσήλωση στην οδήγηση και με τη νόμιμη ταχύτητα των 50 χλμ. ωριαίως, θα μπορούσε να είχε αποφύγει τη σύγκρουση με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση και σε κάθε περίπτωση θα είχαν μειωθεί αισθητά οι συνέπειές της.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και έκρινε ειδικότερα ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ενάγοντος της υπό στοιχείο 1 αγωγής και πρώτου εναγομένου της υπό στοιχείο Β' αγωγής, οδηγού του υπ' αριθμ. Κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Σ. Μ., όσο και του μη διαδίκου Α.

Λ., οδηγού του υπ' αριθμ. Κυκλ…. ΙΧΕ αυτοκινήτου, έκρινε επίσης ότι συντρέχει η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας του ενδίκου ατυχήματος με την κατάσταση μέθης, στην οποία βρίσκονταν ο οδηγός του με αριθμ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Σ. Μ. και επίσης προσδιόρισε την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α' αγωγής, Σ.

Μ., στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος σε ποσοστό 70%, τη δε συνυπαιτιότητα του Α. Λ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος σε ποσοστό 30%, σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν, δεν έσφαλε, αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο 1 με αριθμ.

εκθ. κατάθεσης 247/2015 έφεσης, πρώτος λόγος της υπό στοιχείο 2 με αριθμ. εκθ. κατάθεσης 248/2015 έφεσης, καθώς και δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο 3 με αριθμ. κατάθεσης 252/2015 έφεσης, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι...". Στην προκειμένη περίπτωση με το λόγο της αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του και κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα, ότι α) ενώ δέχθηκε ότι "οι οδηγοί των δύο οχημάτων είχαν αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα που υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ωριαίως" δεν προσδιορίζει την ταχύτητα που είχε αναπτύξει έκαστος εξ αυτών ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς η ορθότητα ή μη της εν συνεχεία παραδοχής του ότι "ο Α.

Λ. είχε σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας τη δυνατότητα να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό...", ο προσδιορισμός της οποίας, έστω και κατά προσέγγιση, ήταν απαραίτητος στην προκειμένη περίπτωση, διότι εκινούντο αντιθέτως και επομένως η ταχύτητα ενός εκάστου εξ αυτών τελεί σε άμεση σχέση, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το χρόνο σύγκλισής τους προς το ίδιο σημείο (της σύγκρουσης), αφού ο χρόνος αυτός (της σύγκλισής τους) είναι το άθροισμα των επιμέρους ως άνω ταχυτήτων, δεδομένου δε ότι ο χρόνος σύγκλισης των εν λόγω οχημάτων τελεί σε άμεση σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο της μερικότερης ως άνω, ουσιαστικής παραδοχής ότι "ο Α.Λ.

μπορούσε να προβεί σε κατάλληλο αποφευκτίκό ελιγμό ή τροχοπέδηση....", και συνεπώς, είναι προφανές ότι η έλλειψη αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ουσιώδης και στερεί αυτή νομίμου βάσεως. β) Η μερικότερη παραδοχή κατά την οποία, εάν ο Α. Λ. τροχοπεδούσε, θα απεφεύγετο η σύγκρουση ή θα μειώνονταν αισθητά οι συνέπειες αυτής, βρίσκεται σε λογική αντίθεση με την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος εκινείτο με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη των 50 χλμ/ω, ότι οδηγούσε σε κατάσταση βαριάς μέθης, που δεν του επέτρεπε να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και ότι συνεπεία αμφότερων των ως -άνω-παραβάσεών του εισήλθε αιφνιδίως στο αντίθετο ρεύμα και συγκεκριμένως σε απόσταση μόλις δέκα πέντε (15 μέτρων πριν από τo σημείο σύγκρουσης.

Η λογική δε αυτή αντίφαση έγκειται στο, (ερειδόμενο στο δίδαγμα της κοινής πείρας), γεγονός, ότι οιοσδήποτε μέσος συνετός οδηγός που κινείται εντός του ρεύματος πορείας του είναι αντικειμενικώς αδύνατο να πράξει οτιδήποτε για να αποφύγει σύγκρουση με αντιθέτως κινούμενο όχημα, το οποίο αντιλαμβάνεται να εισέρχεται στο ρεύμα του από απόσταση 15 μέτρων, τούτο δε ανεξαρτήτως της ταχύτητος την οποία έχει αναπτύξει εντός του ρεύματός του κινούμενος, είτε δηλαδή κινείται με ταχύτητα άνω του επιτρεπομένου ορίου είτε με ταχύτητα κάτω του επιτρεπομένου ορίου, είτε τέλος, βρίσκεται ακόμη και ακινητοποιημένος, διότι ο χρόνος σύγκλισης των δύο αντιθέτως κινουμένων είναι σε μια τέτοια περίπτωση απειροελάχιστος (κλάσματα δευτερολέπτου), ενώ, σύμφωνα με τα διεθνώς παραδεδεγμένα ο χρόνος αντίδρασης ενός οδηγού είναι τουλάχιστον ένα (1) δευτερόλεπτο.

Η λογική ως άνω αντίφαση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παραμένει αυτούσια ακόμη και υπό την εσφαλμένη μερικότερη παραδοχή ότι ο Α. Λ. μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο της επιγενόμενης συγκρούσεως από το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου άρχισε να πλαγιολισθαίνει σε απόσταση 45 μέτρων πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα.

Και τούτο, διότι και σε μια τέτοια περίπτωση, ενόψει της ιλιγγιώδους ταχύτητας του αναιρεσιβλήτου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και το αυτοκίνητο του Α. Λ. βρισκόταν σε κίνηση, ο χρόνος σύγκλισης των δύο αυτοκινήτων, δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να υπερβεί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δηλ.

τον χρόνο που είναι αναγκαίος για κάθε οδηγό να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να δώσει εντολή ο εγκέφαλος σε αντίδραση διά των χεριών η των ποδιών (ελιγμό ή τροχοπέδηση). γ) Η ως άνω παραδοχή κατά την οποία ο Α. Λ. μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο της επιγενόμενης συγκρούσεως από το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου άρχισε να πλαγιολισθαίνει σε απόσταση 45 μέτρων πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, όπου εκινείτο ο ίδιος (...) είναι αντίθετη με το δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά το οποίο, κατά τις νυκτερινές ιδίως ώρες, κατά τις οποίες τα αυτοκίνητα κινούνται με αναμμένα τα φώτα και οι αντιθέτως κινούμενοι οδηγοί δεν μπορούν να αντιληφθούν την ακριβή θέση επί του οδοστρώματος των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων λόγω της μερικής θάμβωσης που προκαλεί ο φωτισμός των αυτοκινήτων, (τούτο δε συμβαίνει ακόμη και αν υπάρχει τεχνητός φωτισμός), δεν είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή η είσοδος του αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πριν αυτή πράγματι συμβεί, ούτε είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό ότι το αντιθέτως κινούμενο όχημα, ενόσω κινείται στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, βρίσκεται σε φάση τυχόν τροχοπέδησης ή ελαφράς πλαγιολίσθησης.

Το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού είναι απαράδεκτο διότι τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, και ο λόγος αυτός πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου, με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί αποτελούν επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων του αναιρεσειόντος.

Περαιτέρω με το να δεχθεί τα παραπάνω το Εφετείο, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων στο ατύχημα, την αμελή οδηγική συμπεριφορά και των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της πρόκλησης του ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και των άρθρων 5 παρ. 8 και 16 παρ. 4 ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς και των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αποκλειστική υπαιτιότητα, του αναιρεσιβλήτου Σ.

Μ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Συνεπώς ο εκτιμώμενος ως θεμελιούμενος επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της ελλιπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και των άρθρων 5 παρ. 8 και 16 παρ. 4 ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Λ. και του αναιρεσιβλήτου Σ. Μ., οδηγού του με αριθμ. Κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της πρόκλησης του ατυχήματος που δεν διακόπηκε από οποιαδήποτε αιτία. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον στο δεύτερο σκέλος του λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί και κατά το σκέλος του αυτό ο λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί από το αναιρεσείον, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.