Legislator Case Law & Legislation
767/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on foreign judgment enforceability and statute of limitations grounds.

Case Number 767/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision regarding the enforceability of a foreign judgment. The appellant argued that the foreign judgment had expired under its own statute of limitations, yet the domestic court declared it enforceable, creating a contradiction. The court ruled that the domestic declaration of enforceability creates a new legal status independent of the foreign judgment's validity, and the appeal's arguments regarding the statute of limitations were based on a false premise. Consequently, the appeal was rejected in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 268 of the Civil Code; Article 758 of the Code of Civil Procedure: A foreign judgment declared enforceable by a domestic court acquires a new legal status independent of the original judgment's validity, meaning the domestic declaration remains effective even if the foreign judgment later loses force in its country of origin.

Keywords

AI generated
foreign judgment enforceability statute of limitations declaration of enforceability res judicata civil procedure appeal legal status creation contradiction in findings

Cited Legislation

AI generated
Article 268 of the Civil Code
Article 758 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 numbers 1, 19 and 16 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 767 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 767/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "... Inc" (...), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γερακιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6230/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3074/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκτελεστός τίτλος αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, τέτοιον δε αποτελεί μόνον ο περιέχων την απαίτηση τίτλος, ενώ από το περιεχόμενό του κρίνεται, μεταξύ άλλων και η έκταση της απαίτησης, της οποίας η ικανοποίηση επιδιώκεται με την αναγκαστική εκτέλεση. Οι αλλοδαποί εκτελεστοί τίτλοι δεν αναπτύσσουν αμέσως εκτελεστότητα στα όρια της ελληνικής επικράτειας, αλλά θα πρέπει να λάβουν το χρίσμα της εκτελεστότητάς τους επίσημα και πανηγυρικά από τα δικαστήρια της ημεδαπής πολιτείας, με απόφαση που δεν διαγιγνώσκει εκ νέου την κρίσιμη ουσιαστική αξίωση, ούτε και αναγνωρίζει απλώς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της εκτελεστότητας, αλλά απονέμει την ενέργεια της εκτελεστότητας στον αλλοδαπό εκτελεστό τίτλο.

Διαμορφώνει, επομένως, μια νέα νομική κατάσταση και για το λόγο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι διαπλαστική απόφαση και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να γίνεται λόγος για αναγνώριση της εκτελεστότητας, αλλά, ακριβέστερα, για κήρυξη της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης. Η στάθμιση αυτή σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι δεν χάνει άνευ ετέρου την εκτελεστοτητα της η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή στη Χώρα μας, ακόμη και όταν εξαφανίστηκε στη χώρα έκδοσης της.

Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να ζητηθεί ανάκληση της απόφασης του ημεδαπού δικαστηρίου που κήρυξε την εκτελεστότητα (ΚΠολΔ758) ή και να ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή με αίτημα να βεβαιωθεί ότι έπαυσε η εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης, ενώ, αν έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση, το γεγονός αυτό μπορεί να προβληθεί ως λόγος ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Η διαδικασία αυτή απονομής της εκτελεστότητας, το επονομαζόμενο διεθνές "exequatur", που διευκολύνει την πρόσβαση στα ελληνικά όργανα εκτέλεσης, ακολουθείται υποχρεωτικά τόσο στην περίπτωση του αυτόνομου εθνικού δικαίου (ΚΠολΔ905, 906), όσο και στην περίπτωση των κανόνων του ευρωπαϊκού αστικού δικονομικού δικαίου.

Πρωταρχική προϋπόθεση για την κήρυξη της εκτελεστότητας στην ημεδαπή αλλοδαπού τίτλου είναι ότι αυτός θα πρέπει να είναι εκτελεστός κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσης του. Δεν είναι λογικό να εκτελείται στη χώρα μας ένας αλλοδαπός τίτλος, που δεν είναι εκτελεστός στη χώρα από την οποία προέρχεται. Η εκτελεστότητα στο κράτος προέλευσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο, η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή στο κράτος εκτέλεσης.

Μετά την κήρυξη της εκτελεστότητάς του, εκτελούμενος εξακολουθεί να παραμένει ο αλλοδαπός τίτλος.

Εξάλλου,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16ΚΠοΛΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠοΛΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β`ΚΠολΔ(ΑΠ89/2013).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την παράβαση του άρθρου 559αρ 16ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι αν και η ίδια ισχυρίστηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο κατά το άρθρο 933 παρ 4ΚΠοΛΔ, από την 4318/2002 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό της ότι υφίσταται δεδικασμένο, από την άνω απόφαση, που κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την 98023049CC664/14-10-1999 απόφαση του Πρωτοδικείου Βαλτιμόρης της Πολιτείας Μαιρυλάνδης ΗΠΑ και δέχθηκε ότι η ημεδαπή απόφαση δεν αντικαθιστά τον αλλοδαπό εκτελούμενο τίτλο, αλλά απλώς επεκτείνει την εκτελεστότητά του στην Ελλάδα, τα αποτελέσματα της οποίας συνεπώς και τα χρονικά όρια της εκτελεστότητας κρίνονται κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσης του τίτλου.

Το Εφετείο, ως προς το άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: "Η ανακόπτουσα εταιρεία...(ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου της Βαλτιμόρης της Πολιτείας Μαιρυλάνδης (Maryland) των Η.Π.Α. αγωγή κατά της καθ' ης η ανακοπή εταιρείας,....(αναιρεσείουσας) και η τελευταία άσκησε εναντίον της πρώτης, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να της καταβάλει η ανακόπτουσα το ποσό των 154.319 δολαρίων Η.Π.Α.

για απαίτησή της, προερχόμενη από υπηρεσίες που της παρέσχε, κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Απριλίου του έτους 1994 μέχρι μηνός Ιουλίου του έτους 1997. Επί των δικογράφων αυτών εκδόθηκε η 98023049/cc664/14-10-1999 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, η ανταγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η αντεναγόμενη ανακόπτουσα) να καταβάλει στην αντενάγουσα (καθ' ης η ανακοπή) το προαναφερόμενο ποσό των 154.319 δολαρίων Η.Π.Α.

Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, όπως προκύπτει απο την απευθυνόμενη προς τα Ελληνικά Δικαστήρια, από 11-1-2002, ανακοίνωση τελεσίδικης απόφασης. Κατόπιν της, από 10-2-2002, αίτησης της καθ' ης η ανακοπή εκδόθηκε η 4318/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία η, ως άνω, αλλοδαπή απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα.

Ήδη η απόφαση αυτή, μετά την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής, έχει καταστεί αμετάκλητη. Ακολούθως, στις 17-6-2013, η καθ' ης η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα, προς γνώση της και για να επέλθουν οι νόμιμες συνέπειες, την, από 4-6-2013, επιταγή προς πληρωμή, κάτω από το ακριβές αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της προαναφερόμενης 98023049/cc664/14-10-1999 τελεσίδικης απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βαλτιμόρης και με αριθμό απογράφου 51/2013, με τη συνημμένη, από 4-1-2013, μετάφραση από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, μαζί με τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν έγγραφα και συγκεκριμένα, (α) την απευθυνόμενη στα Ελληνικά Δικαστήρια, από 14-7-2000, ανακοίνωση τελεσίδικης απόφασης του δικαστικού υπαλλήλου της ….

F. M. C., με τη συνημμένη σ' αυτήν, από 17-1-2013, μετάφρασή της από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, (β) την απευθυνόμενη στα Ελληνικά Δικαστήρια, από 11-1-2002, ανακοίνωση τελεσίδικης απόφασης του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου, με τη συνημμένη σ' αυτήν, από 17-1-2013, μετάφρασή της από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, (γ) την 4318/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η, ως άνω, αλλοδαπή απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, (δ) το ακριβές αντίγραφο, νομίμως επικυρωμένο από το επίσημο αντίγραφο, με την ...93 επισήμανση της Συνθήκης της Χάγης της 5-10-1961 του Γραφείου του Υπουργού Εσωτερικών της ….., με τη συνημμένη, από 4-6-2013, μετάφρασή της από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, καθώς και (ε) την απευθυνόμενη στα Ελληνικά Δικαστήρια, από 7-5-2013, ανακοίνωση περί τοκοφορίας μετά την έκδοση απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βαλτιμόρης, με τη συνημμένη σ' αυτήν, από 4-6-2013, μετάφρασή της από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα.

Με την επιταγή αυτή η ανακόπτουσα επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή τα ακόλουθα ποσά, ήτοι: (α) για κεφάλαιο, το οποίο επιδικάστηκε • με την 98023049/cc664/14-10-1999 αλλοδαπή απόφαση, το ισόποσο σε ευρώ του ποσού των 154.319,38 δολαρίων Η.Π.Α, κατά την ημέρα της καταβολής, (β) για τόκους του χρονικού διαστήματος, από 16-10-1999 μέχρι 4-6-2013, σύμφωνα με την προαναφερόμενη, από 7-5-2013, ανακοίνωση περί τοκοφορίας, το ισόποσο σε ευρώ των 210.423,99 δολαρίων Η.Π.Α, κατά την επίσημη ισοτιμία τους, όπως αυτή θα ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατά την ημέρα της καταβολής, (γ) το ποσό των δέκα (10) ευρώ για παραγγελία προς επίδοση, (δ) το ποσό των σαράντα (40) ευρώ για έξοδα επίδοσης και (ε) το ποσό των εκατό (100) ευρώ για σύνταξη της επιταγής και όλα αυτά τα κονδύλια, εκτός από το κονδύλιο των τόκων, νομιμοτόκως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την επίδοση της επιταγής μέχρι την εξόφληση.

Ωστόσο, κατά το χρόνο επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης με. την προσβαλλόμενη, από 4-6-2013, επιταγή, ο εκτελεστός τίτλος, στον οποίο αυτή στηρίζεται, δηλαδή η 98023049/cc664/14-10-1999 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βαλτιμόρης, είχε παύσει πλέον να είναι εκτελεστή στον τόπο της έκδοσής της, δηλαδή στην πολιτεία της …...

Τούτο διότι από την έκδοσή της, στις 14-10-1999, μέχρι την επίδοση της, ως άνω, επιταγής, στις 17-7-2013, είχε παρέλθει το, προβλεπόμενο από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του δικαίου του τόπου έκδοσής της, χρονικό διάστημα ισχύος της των δώδεκα (12) ετών από την έκδοσή της και, συνεπώς, αυτή από τις 14-10-2011 που συμπληρώθηκε το χρονικό διάστημα των δώδεκα ετών από την έκδοσή της, απώλεσε αυτοδικαίως την εκτελεστότητά της, καθώς η κάτοχος της απόφασης, δηλαδή η καθ' ης η ανακοπή, δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα αίτηση ανανέωσης της ισχύος της πριν από την εκπνοή της δωδεκαετίας.

Ειδικότερα, η καθ' ης η ανακοπή, με την απευθυνόμενη προς το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βαλτιμόρης, από 8-7-2013, αίτηση, δηλαδή μετά την πάροδο δεκατριών (13) ετών, οκτώ (8) μηνών και είκοσι τεσσάρων (24) ημερών, ζήτησε την ανανέωση της 98023049/cc664/14-10-1999 απόφασης. Η αίτησή της έγινε δεκτή, η ισχύς της απόφασης ανανεώθηκε και η ανανέωση αυτή καταχωρίστηκε στο αρχείο του παραπάνω δικαστηρίου στις 23-7-2013.

Η ανακόπτουσα προσέφυγε κατά της ανανέωσης αυτής και με την απευθυνόμενη στο ίδιο Δικαστήριο, από 31-1-2014. αίτησή της ζήτησε την ακύρωσή της. Επί της αίτησής της εκδόθηκε η, από 7-3- 2014, διαταγή του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αίτηση για την ανανέωση της ισχύος της, ως άνω, απόφασης υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά από δεκατρία (13) έτη, οκτώ (8) μήνες και είκοσι τέσσερις (24) ημέρες και ότι ο χρόνος αυτός υπερβαίνει τη δωδεκαετία που προβλέπεται από τον Κανονισμό της …., διατάχθηκε ο γραμματέας του Δικαστηρίου να σημειώσει στο αρχείο της εν λόγω υπόθεσης ότι η φερόμενη ανανέωση έχει κηρυχθεί άκυρη και ανίσχυρη, αυτή δε η δικαστική διαταγή καταχωρίστηκε στις 10-3-2014 από το γραμματέα του παραπάνω δικαστηρίου στο αρχείο αυτού, με αριθμό υπόθεσης 24-0-98-023049.

Εξάλλου, από το περιεχόμενο της, από 28-4-2014, διαταγής του ανωτέρω αλλοδαπού δικαστηρίου προκύπτει ότι τούτο έκρινε ότι η κάτοχος της 980230049/14-10-1999 δικαστικής απόφασης, δηλαδή η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία, σύμφωνα με τον Κανονισμό της … 2-625, δεν μπορεί, μετά τη λήξη της ισχύος της απόφασης αυτής, να επιδιώξει την_είσπραξη της απαίτησής της.

Συνεπώς, εκ του γεγονότος ότι η εκτελεστότητα του αλλοδαπού τίτλου και θέματα συναφή με αυτή (πχ η ακύρωση ή μεταρρύθμισή του ή η επέκταση της εκτελεστότητάς του) κρίνονται από το δίκαιο του τόπου έκδοσης αυτού (αλλοδαπού τίτλου), εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, η παραπάνω αλλοδαπή απόφαση έπαυσε (μετά την έκδοση της παραπάνω ημεδαπής απόφασης που την κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα) να ισχύει και να είναι εκτελεστή στον τόπο έκδοσής της (...), σύμφωνα με το εφαρμοστέο εκεί δίκαιο, δεν μπορεί να στηρίξει ούτε στην Ελλάδα έγκυρη αναγκαστική εκτέλεση, δεδομένου ότι λείπει η βασική προϋπόθεση για τη διενέργειά της, δηλαδή η ύπαρξη ενεργού τίτλου εκτελεστού, η υπόσταση του οποίου πρέπει να υπάρχει καθ' όλη την πορεία της εκτελεστικής διαδικασίας, σε περίπτωση δε που λείπει καθιστά άκυρη τη διαδικασία της εκτέλεσης.

Έτσι δεν μπορεί να γίνει καμία πράξη εκτέλεσης, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, που να βασίζεται στην εν λόγω αλλοδαπή απόφαση, η οποία είναι πλέον ανίσχυρη και μη εκτελεστή. Το γεγονός ότι η 4318/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην ημεδαπή η παραπάνω αλλοδαπή απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη δεν καθιστά έγκυρη την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η καθ' ης η ανακοπή, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ημεδαπή απόφαση δεν αντικαθιστά τον εκτελούμενο τίτλο (τέτοιος παραμένει η αλλοδαπή απόφαση), αλλά απλώς επεκτείνει την εκτελεστότητα στην ημεδαπή, τα αποτελέσματα της οποίας, συνεπώς και τα χρονικά όρια της εκτελεστότητάς του, όπως προεκτέθηκε, κρίνονται από το δίκαιο του τόπου έκδοσης του τίτλου.

Ως εκ τούτου, με την παύση της ύπαρξης του εκτελεστού τίτλου μετά την έκδοση της ημεδαπής απόφασης που τον κήρυξε εκτελεστό στην Ελλάδα, όπως συνέβη εν προκειμένω που έληξε η δωδεκαετής ισχύς του παραπάνω αλλοδαπού εκτελεστού τίτλου και δεν ανανεώθηκε εμπρόθεσμα, πριν από την εκπνοή της διάρκειας ισχύος του, υπάρχει ημεδαπή απόφαση που κηρύσσει εκτελεστότητα ανύπαρκτου τίτλου, το ελάττωμα δε αυτό του εκτελεστού τίτλου βάσιμα προβλήθηκε από την ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, ο οποίος είναι βάσιμος.

Εξάλλου, αφού με τον παραπάνω εκτελεστό τίτλο δεν μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα, να γίνει αναγκαστική εκτέλεση για την κύρια απαίτηση, δηλαδή το κεφάλαιο ύψους 154.319,38 δολαρίων Η.Π.Α, ως προς το οποίο και μόνο είχε κηρυχθεί εκτελεστή η αλλοδαπή απόφαση με την 4318/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση ούτε για την παρεπόμενη απαίτηση των τόκων αυτού, του χρονικού διαστήματος, από 16-10-1999 μέχρι 4-6-2013, ποσού 210.423,99 δολαρίων Η.Π.Α.

η καταβολή των οποίων προβλέπεται απευθείας από το αλλοδαπό δίκαιο (διατάξεις Μd Κανονισμού 2-604 και Μd Κώδικα Δικαστικής και πολιτικής Δικονομίας Ann παρ. 11-107). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλοΰμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι ακύρως επισπεύδεται -η αναγκαστική εκτέλεση με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, -τόσο για το κεφάλαιο της απαίτησης, όσο και για τους τόκους, αφού κατά το χρόνο επίσπευσή της η αλλοδαπή απόφαση, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, είχε απωλέσει την εκτελεστότητα της, λόγω της παρέλευσης δώδεκα ετών από την έκδοσή της και μη εμπρόθεσμης ανανέωσης της ισχύος της έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ο οποίος συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ...> Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο ουδόλως ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου και κατά τούτου δεν στοιχειοθετείται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, υπό τις ως άνω αιτιάσεις, που δεν έχουν νόμιμη επίκληση δεδικασμένου, ελήφθη υπόψη, από το Εφετείο, τον οποίο και απέρριψε, κρίνοντας ότι η αναγκαστική εκτέλεση στην Ελλάδα γίνεται με βάση τον αλλοδαπό τίτλο, ο οποίος κατά το χρόνο της αναγκαστικής εκτέλεσης είχε απωλέσει την ισχύ του και όχι με την αμετάκλητη απόφαση του ημεδαπού δικαστηρίου που τον είχε κηρύξει εκτελεστό στην ημεδαπή.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ10/2011,7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ακόμη και αν δέχθηκε ότι η Αμερικανική απόφαση έχει μικρότερη παραγραφή από την εικοσαετία, θα έπρεπε να δεχθεί, ότι με την ήδη αμετάκλητη Ελληνική απόφαση παραγράφεται μετά 20ετία, έτσι ώστε να ισχύει η μεγαλύτερη παραγραφή των 20 ετών και συνεπώς εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 268 ΑΚ, επιπλέον ενώ δέχεται την ισχύ του εκτελεστού τίτλου της ελληνικής απόφασης, όλως αντιφατικά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες αναιρεί την ισχύ αυτής, δεχόμενο ότι αυτή εξαρτάται από την ισχύ της αμερικανικής απόφασης και τέλος, μη νόμιμα δεν δέχθηκε δεδικασμένο από την ελληνική απόφαση, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1, 19 και 16 Κ.Πολλ.Δ.

Ο λόγος αυτός είναι κατά το πρώτο μέρος του απαράδεκτος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ αναφέρεται σε απόφαση με την οποία βεβαιώνεται έστω και τελεσιδίκως μια αξίωση και όχι σε απόφαση έστω και τελεσίδικη, με την οποία κηρύσσεται εκτελεστός αλλοδαπός τίτλος, ο οποίος και βεβαιώνει την αξίωση. Περαιτέρω, δεν υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές του Εφετείου ότι ναι μεν έχει καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, πλην όμως δεν μπορεί αυτή να εκτελεστεί, εφόσον, κατά το δίκαιο του τόπου εκδόσεώς της, αυτή έχει απωλέσει την ισχύ της κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η εκτέλεσή της στην Ελλάδα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. Τέλος, ως προς τις αιτιάσεις περί δεδικασμένου ισχύουν όσα εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα στο σύνολό της .Κατόπιν τούτων, θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ). Έξοδα δικαστικά δεν θα επιβληθούν γιατί δεν υπάρχει αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από27-4-2017 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "... INC" κατά της 3074/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Διατάσσει τη ν εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ