Legislator Case Law & Legislation
767/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and final judgment res judicata grounds.

Case Number 767/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the claim was time-barred and that the final judgment did not constitute res judicata regarding the right to compensation. The court held that the five-year statute of limitations had expired and that the final judgment covered the entire legal relationship, thereby precluding a new claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 332, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code: A final judgment on compensation for personal injury constitutes res judicata for a new claim with the same historical and legal cause, and the five-year statute of limitations applies to such claims.

Keywords

AI generated
statute of limitations res judicata personal injury compensation claim final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 332, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Articles 247, 251, 298, 914 and 937 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 767 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 767/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. χας Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκι.

Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Ταμπαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 798/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 13-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της από 15-10-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 798/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Ειδικότερα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή. Ειδικότερα, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημιώσεως, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α’ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α’ ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (αρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ’ άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/ 2003, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 2039/2013.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ, από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 1365/2010).

Εξ άλλου, αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, νοούνται στη διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 254 ΑΚ και 11 αρ. 7 ΚΠολΔ, εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή του να εξαρτάται από αίρεση.

Δεν αποτελούν, επομένως, περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικά. Κατά δε το άρθρο 928 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή.

Η οφειλή αυτή έχει χαρακτήρα αποζημίωσης του δικαιούχου, ο οποίος στερήθηκε της διατροφής του στο μέλλον, είναι δε ενιαία και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή. Η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ’ αρχήν καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (αρ. 930 παρ. 1 εδ.

α’ ΑΚ), δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανομένων παροχών υπό την άνω έννοια. Επομένως, αν η αξίωση, καθό μέρος αφορά μελλοντική ζημία καταβλητέα σε δόσεις, βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ.

Όμως η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει, στην, μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα, βραχυχρόνια παραγραφή. Επομένως, σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω πρόκλησης παράνομης ζημίας, ήτοι θανάτωσης του προσώπου από αυτοκίνητο, του οποίου έχει ασφαλισθεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζομένων προσώπων για την πρόκληση του ατυχήματος, σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται κατ’ αρχήν επιμήκυνση της διετούς (ήδη για τα μετά το έτος 2007 ατυχήματα, πενταετούς παραγραφής, του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976) σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (στέρηση διατροφής) αναγόμενης, δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερου εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση.

Και αυτό διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχει ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (έμμεσα), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την έναρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Ομοίως, η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη, μέχρι της τελεσιδικίας, βραχυχρόνια παραγραφή. Αυτό, διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης, τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής για μεταγενέστερο χρόνο, για την οποία η παραγραφή, ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/ 1976, άρχισε την επομένη του ατυχήματος (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 23/ 1994, ΑΠ 732/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου, παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 798/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, λόγω στερήσεως της διατροφής της, εξ αιτίας του επισυμβάντος, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή της αυτοκινητικό ατυχήμα, θανάτου του συζύγου της. "Στο ένδικο ατύχημα που επισυνέβη στις 17-2-1984, επί της οδού ..., της πόλης της …, τραυματίσθηκε θανάσιμα ο σύζυγος της ενάγουσας, Χ.

Σ., και το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία. Προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από το ατύχημα η ενάγουσα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, την από 13/12/1986 (αριθ. εκθ καταθ. 68/1986) αγωγή, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, και αποζημίωση κατ’ άρθρο 928 εδ.

β’ ΑΚ, για τη στέρηση της διατροφής της, λόγω του θανάτου του συζύγου της, κατά το χρονικό διάστημα από 18-2-1984 έως 31-12-1989. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η 599/1987 απόφαση και κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 2409/1990 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δημοσιεύθηκε στις 12-6-1990, η οποία έκρινε συνυπαίτιο του ένδικου ατυχήματος, σε ποσοστό 70%, τον εναγόμενο οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, Ν.

Κ. (και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 30% συνυπαίτιο τον θανόντα σύζυγο της ενάγουσας) και, στη συνέχεια, δεχθείσα την αγωγή κατά ένα μέρος, υποχρέωσε, εις ολόκληρον, αυτόν, τον ιδιοκτήτη του Σ. Τ. (δεύτερο εναγόμενο), και την ως άνω ασφαλιστική εταιρία (τρίτη εναγομένη), να της καταβάλλουν τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά αποζημιώσεως (μεταξύ των οποίων και τα ποσά των 11.500 δρχ.

και 13.650 δρχ. κατά τις αναφερόμενες σε αυτήν χρονικές διακρίσεις για την στέρηση της διατροφής της ενάγουσας). Επακολούθησε n άσκηση, κατά των αυτών ως άνω εναγομένων, στις 18-2-1999, της από 9/10/1991 (αριθ. εκθ. καταθ. .../1991) αγωγής, με την οποία η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, αιτήθηκε και πάλι, μεταξύ των άλλων και αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής της, συνεπεία της, εξαιτίας του ως άνω ατυχήματος, θανατώσεως του συζύγου της, για το διάστημα από 1-1-1990 - 31-12-1994.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό n 55/1995 απόφαση, η οποία, για την αιτία αυτή, υποχρέωσε τους εναγόμενους, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το αναφερόμενο σε αυτήν ποσό, για το ως άνω χρονικό διάστημα. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη, με την 1811/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δημοσιεύθηκε στις 17-4-1997, των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων.

Στην συνέχεια ασκήθηκε η από 30-7-1998 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../7-9-1998) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η 316/1999 απόφαση, η οποία, για την ίδια ως άνω αιτία, υποχρέωσε τους ίδιους παραπάνω εναγόμενους, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το αναφερόμενο σε αυτήν ποσό, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1999.

Εναντίον της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε έφεση και έτσι αυτή έγινε τελεσίδικη. Ήδη με την κρινόμενη από 29-6-2009 και με αριθμ. εκθ. καταθ. .../10-7- 2009 (τέταρτη κατά σειρά) αγωγή, που στρέφεται εκτός των άλλων και κατά της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και ασκήθηκε στις 28-7-2011 (συγκεκριμένα κατατέθηκε στις 10-7-2009 και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-7-2011), όπως αυτό προκύπτει από τη με αριθμό .../28-7-2011 έκθεση επίδοσης της διενεργήσασας την επίδοση δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Π.

Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι), η ενάγουσα ζήτησε, μεταξύ των άλλων την επιδίκαση αποζημιώσεως, για την αυτή ως άνω αιτία, ποσού 71.540,49 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 - 31-12-2009. Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη η οποία, δεχόμενη τον περί παραγραφής ισχυρισμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, έκρινε ότι η αξίωση αυτή της ενάγουσας έχει παραγραφεί, λόγω παρελεύσεως εικοσαετίας από τη δημοσίευση της με αριθμό 2409/1990 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθόσον από τις 12-6-1990 που δημοσιεύθηκε αυτή έως τις 28-7-2011, οπότε και επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία η κρινόμενη αγωγή, ο διαδραμών χρόνος είναι πλέον της εικοσαετίας (που αρχίζει από την επομένη της τελεσιδικίας) στον οποίο επιμηκύνθηκε η 5ετής, από τις διατάξεις από τη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους από αδικοπραξία, παραγραφή έναντι της εφεσίβλητης, σε 20ετή, κατ’ άρθρο 268 του ΑΚ.

Στην κρινόμενη περίπτωση όμως, ακόμη και στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, επειδή η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας προς αποζημίωσή της πηγάζει από τη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους, που συνήφθη μεταξύ τους (δεδομένου ότι τέτοια βάση από σωρευτική αναδοχή χρέους δεν περιλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή - βλ.

ΑΠ 1363/2010 Δημ. ΤΝΠ Νόμος), η περιεχόμενη στην αγωγή αυτή αξίωση αποζημιώσεως της ενάγουσας έχει υποκύψει στην πενταετή αυτή παραγραφή, δοθέντος ότι από την επομένη του ατυχήματος (18-2-1984), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 28-7-2011 (βλ. την προαναφερόμενη έκθεση επίδοσής της), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Η τελεσίδικη 2409/1990 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου δεν ωφελεί, καθόσον η πενταετής παραγραφή είχε ήδη συμπληρωθεί πολύ πριν τη δημοσίευση αυτής (τελεσίδικης αποφάσεως), που όπως εξ αυτής προκύπτει, έγινε στις 12.6.1990 και συγκεκριμένα στις 18.2.1989, οπότε συμπληρώθηκε πενταετία από την επομένη του ατυχήματος.

Η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή της αξίωση της ενάγουσας θα μπορούσε να διασωθεί από την παραγραφή, αν επρόκειτο για απρόβλεπτη ζημία, για την οποία αρχίζει νέα παραγραφή, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα είχε επιφυλαχθεί με τις προηγούμενες αγωγές της για τη δικαστική επιδίωξη της ένδικης αξίωσης αποζημιώσεώς της δεν ασκεί, σύμφωνα μετά όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, καμία επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, γι’ αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός της κρίνεται κατ’ ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η ένδικη αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας από τη στέρηση της διατροφής που θα της παρείχε ο θανών σύζυγός της, δεν συμπεριλαμβάνεται στην εξαίρεση (των περιοδικά επαναλαμβανόμενων αξιώσεων) του άρθρου 268 εδ. β’ ΑΚ, που υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Ειδικότερα, ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών νοούνται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 268 εδ.

β’ , 250 αριθμ. 17, 254 του ΑΚ και 11 αριθμ. 7 του ΚΠολΔ, εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση και οφείλονται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα πραγματικά περιστατικά και χωρίς η γέννηση ή η άσκησή τους να εξαρτάται από αίρεση (όπως είναι η αξίωση για μισθό, επιδόματα, ισόβιες χρηματικές παροχές, τόκους κ.λπ.), ενώ οι από αδικοπραξία αξιώσεις, όπως η αξίωση αποζημίωσης για στέρηση διατροφής ή για στέρηση εισοδημάτων εργασίας ή για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής δεν εντάσσονται στις εν λόγω (περιοδικές) παροχές, γιατί δεν έχουν εκ των προτέρων ορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, αλλ’ εξαρτώνται από την κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευση των εν λόγω ζημιών και του ύψους τους (ΑΠ 660/2001 στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 525/1981 ΝοΒ 30/61, όπως και οι ΕΠατρ 649/1996, ΕΑ 4414/1992 στη ΝΟΜΟΣ, βλ.

και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, κάτω από το άρθρο 268, αριθμό 12 και εκεί παραπομπές στη νομολογία).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της κρινομένης εφέσεως της ενάγουσας τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, όπως και ο δεύτερος λόγος αυτής σύμφωνα με τον οποίο εφόσον το δικαίωμα αποζημίωσής της, που εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας, έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα μέχρι το έτος 2014 και μόνο η επιδίκασή του γίνεται περιοδικά και για οικονομικούς λόγους, η αντίθετη ερμηνεία της εκκαλουμένης απόφασης προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

Και τούτο διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα καμία τελεσίδικη αναγνώριση περιουσιακού της δικαιώματος δεν επήλθε. Συνακόλουθα, μετά τις ως άνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται μ’ αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, απορρίπτοντας, ως ουσία αβάσιμη (παραγεγραμμένη), την υπ’ αριθμ.

καταθέσεως 29-6-2009 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../10-7-2009) ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις και ορθά, επίσης, εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν στην κρίση του. Επομένως, όλοι οι περιλαμβανόμενοι στην κρινόμενη έφεση λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τ’ αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Κατά συνέπεια, μετά τα ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει... να απορριφθεί η έφεση, ως ουσία αβάσιμη". Και με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις περί παραγραφής διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, από την ημερομηνία της επελεύσεως του ατυχήματος (17-2-1984) έως τη δημοσίευση της τελεσίδικης υπ’ αριθμ. 2409/1990 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έγινε στις 12-6-1990, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 18-2-1989 και εξ αυτού του λόγου δεν επήλθε επιμήκυνση της πενταετούς, σε εικοσαετή παραγραφή.

Συνεπώς η ένδικη αξίωση της ενάγουσας που ασκήθηκε με την από 29-6-2009 αγωγή της και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-7-2011, είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή. Επισημαίνεται, ότι την ένσταση της παραγραφής ρητά προέβαλε η αναιρεσίβλητη, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης), όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου (Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), (βλ. προσκομιζόμενες προτάσεις της), όσα δε υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα, ότι η ένδικη, τέταρτη κατά σειρά αγωγή της, είχε ασκηθεί εντός του χρόνου της, επιμηκυνθείσης, σε εικοσαετή, παραγραφής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο περιουσία συνιστούν και βεβαιωμένες αξιώσεις, στις οποίες εμπίπτει, κατά την αναιρεσείουσα και η ένδικη αξίωσή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, εν προκειμένω, δεν πρόκειται περί βεβαιωμένης (τελεσιδίκως) αξιώσεώς της.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που κατατέθηκαν για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 798/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ