Supreme Court dismisses appeal against Athens Court of Appeal decision on co-ownership rent distribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding the distribution of rent from a jointly owned shop. The appellant argued that the lower court incorrectly relied on a prior final decision to establish that she alone collected the rent, but the Court found the lower court had independently assessed the evidence to reach the same conclusion. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal may independently evaluate evidence to determine rent collection from co-owned property even if a prior final decision addressed the same issue, provided the new assessment is based on the facts and not merely a restatement of the previous ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 767 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 767/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Διονύσιο Δελαπόρτα και Απόστολο Ανδρεουλάκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Χατζημιχαλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαρτίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 29.1.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις, αφενός μεν η 795/2011 του ιδίου δικαστηρίου που ανέστειλε την πρόοδο της δίκης ως προς τη δεύτερη αγωγή και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη, αφετέρου δε η 5282/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5282/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 15.4.2011 έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 795/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της ένδικης από 27.3.2006 αγωγής της αναιρεσίβλητης, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την απόφαση αυτή, ενώ ανεστάλει η πρόοδος της δίκης ως προς τη συνεκδικασθείσα από 29.1.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ακολούθως και η εφετειακή απόφαση εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης για το μικρότερο ποσό των 25.893,64 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να το καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη, ως όφελος (μισθώματα) που παράνομα ως κακόπιστη νομέας εισέπραξε από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου τους (καταστήματος).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996? 70/2008? 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 864/2003? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986? 1011/ 1994).
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005? 1072-3/2005? 798/2010).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995? 567/1996).
Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις, που προβλέπονται στα άρθρ. 270§2, 650§1 και 671§1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενες από τα έγγραφα και τους μάρτυρες, γι' αυτό πρέπει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύονται ειδικά οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, διαφορετικά ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1391/2008).
Οι ένορκες όμως βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν εξ αφορμής και για τις ανάγκες άλλης δίκης, δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, που εκδίδεται στην ένδικη υπόθεση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και να επαληθεύεται αυτό από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ώστε να μην υπάρχει έτσι η οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε τελικώς υπόψη του και τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις (ΑΠ 1798/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αν και επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της και προσκόμισε στο Εφετείο μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων και τις υπ' αριθ. 532/3.4.2012 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και 6433 και 6434/4.4.2005 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις των Ά.
Ι., Α. Λ. και Ι. Π., που συντάχθηκαν ύστερα από νόμιμη από μέρους της κλήτευση της αντιδίκου της, εντούτοις το Εφετείο δεν τις αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τελικώς δεν τις έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό της κρίσης του. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 24.4.2012 προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο (561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι και οι τρεις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν συντάχθηκαν στο πλαίσιο της ένδικης υπόθεσης, αλλά για τις ανάγκες διαφορετικών δικών μεταξύ των αυτών διαδίκων και συγκεκριμένα η μεν πρώτη αφορά τη δίκη που άνοιξε με την από 9.9.2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και της μητέρας τους Ι.
χας Δ. Μ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι δε υπόλοιπες δυο αφορούν τη δίκη επί της από 14.5.2004 αγωγής του πατέρα των ήδη διαδίκων Δ. Μ. κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν όφειλε να μνημονεύσει ειδικά τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις στην προσβαλλόμενη απόφασή του και ούτε η σχετική παράλειψή του υποδηλώνει από μόνη της ότι δεν τις έλαβε τελικά υπόψη του ως έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν μάλιστα ρητά στην απόφασή του βεβαιώνει ότι για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Το ότι εξ άλλου με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η σύναψη προφορικής συμφωνίας των διαδίκων με τον πατέρα τους, κατά την οποία αυτός θα εισέπραττε για λογαριασμό του τα μισθώματα του κοινού καταστήματός τους, δεν καθιστά αμφίβολη τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε για το σχηματισμό της κρίσης του υπόψη και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, αφού ναι μεν σ' αυτές, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, γίνεται αναφορά σε τέτοια συμφωνία, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αγνοήθηκαν, αλλά ότι το περιεχόμενό τους δεν κρίθηκε από το Εφετείο πειστικό και ότι συνεπώς ούτε από αυτές προκύπτει η επικαλούμενη συμφωνία.
Πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 3. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία από έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και συνεπώς είναι κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.
Παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όταν μ' αυτόν προβάλλεται μεν η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία, όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 2191/2007? 282/2010).
Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να μη λάβει υπόψη τις υπ' αριθ. 4627 και 4628/25.5.2007 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που με επίκληση προσκόμισε σε αντίγραφο η αναιρεσείουσα στην κατ' έφεση δίκη, δεν έλαβε υπόψη ούτε την περιεχόμενη στα πρακτικά της πρώτης από τις αποφάσεις αυτές εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι μέχρι το Μάϊο του 2003 τα μισθώματα του κοινού καταστήματος των διαδίκων τα εισέπρατταν οι γονείς τους και συνεπώς, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, δεν μπορεί κατά το αντίστοιχο διάστημα, κατά το οποίο είχε στην αποκλειστική νομή της το κοινό κατάστημα, να θεωρηθεί κακόπιστη νομέας του καταστήματος αυτού κατά την ιδανική μερίδα της αναιρεσίβλητης.
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις παραπάνω ποινικές αποφάσεις, το γεγονός δε ότι δεν συνήγαγε από την πρώτη των αποφάσεων αυτών εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης και πολύ περισσότερο δεν προσάρμοσε προς αυτή το αποδεικτικό πόρισμά του αποτελεί κατά τα προεκτεθέντα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.
Πρέπει έτσι ως αβάσιμος να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 4. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999? 26/2004).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 785, 786, 787, 792§2, 961, 962 & 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 554/1998? 1480/2000? 2191/2007).
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρ. 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρ. 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 163/1994? 1671/1995? 440/2000? 953/2006? 362/2010) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού.
Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (πρβλ.
και ΑΠ 1761/2008). Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο τη θεώρησε κατά την ιδανική μερίδα της αναιρεσίβλητης στο κοινό κατάστημα κακόπιστη νομέα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και την υποχρέωσε έτσι να αποδώσει σ' αυτή την αναλογία της από τα μισθώματα του καταστήματος, χωρίς όμως να διαλάβει στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το εάν γνώριζε και πριν από την άκυρη διανομή του καταστήματος αυτού με το υπ' αριθ. .../9.5.2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Λεονταρίδου ότι η μητέρα τους, που ενήργησε για λογαριασμό τους τη διανομή του καταστήματος, δεν είχε με βάση το υπ' αριθ. .../ 5.10.2000 πληρεξούσιο συμβόλαιο της αυτής συμβολαιογράφου αντίστοιχο δικαίωμα.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και χωρίς κακή πίστη η αναιρεσείουσα υποχρεούται, κατά τις παραπάνω νομικές σκέψεις, να αποδώσει στην αντίδικό της το όφελος που αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση του κοινού καταστήματος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε κάθε δε περίπτωση κρίσιμη είναι η κακή πίστη της κατά το διάστημα αυτό και όχι η γνώση της για την ακυρότητα του συμβολαίου διανομής ήδη από προηγούμενο χρόνο.
Κατά την ίδια έννοια δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι κατά την παραίτηση του πατέρα τους από την επικαρπία του κοινού καταστήματος, που έγινε με το υπ' αριθ. 3111/17.10.2000 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων και του πατέρα τους ότι θα περιέρχονταν σ' αυτόν τα μισθώματα του κοινού καταστήματος, να διευκρινίσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν έκτοτε και μέχρι την άκυρη διανομή του καταστήματος, δηλαδή για χρονικό διάστημα πριν από το επίδικο, εισέπραξε για δικό του λογαριασμό τα αντίστοιχα μισθώματα του καταστήματος.
Συνεπώς είναι αλυσιτελή τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος του αυτό. Ο ίδιος λόγος είναι και κατά τα λοιπά δυο μέρη του απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι σχετικές από τον αριθμό και πάλι 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες σε σχέση με το κρίσιμο για την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης ζήτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας προφορικής για τα μισθώματα του κοινού καταστήματος συμφωνίας των διαδίκων με τον πατέρα τους, δεν αφορούν σε παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και επομένως σε αιτιολογίες της απόφασής του ικανές να ελεγχθούν αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο, αλλά σε επιχειρήματα και κρίσεις του Εφετείου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων.
Ειδικότερα επιχειρήματα, με τα οποία το Εφετείο ενίσχυσε την κρίση του σχετικά με την ανυπαρξία προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και του πατέρα τους ότι θα εισέπραττε αυτός για δικό του λογαριασμό τα μισθώματα του κοινού καταστήματος, αποτελούν οι περιεχόμενες στην απόφασή του ακόλουθες εκτιμήσεις: "Η σύναψη τέτοιας προφορικής συμφωνίας προσκρούει ευθέως κατά το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά της στο περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της πράξης παραίτησης από το δικαίωμα της επικαρπίας.
Αν ο πατέρας των διαδίκων ήθελε να καρπώνεται ο ίδιος τα μισθώματα του επιδίκου, ασφαλώς δεν θα παραιτείτο από την επικαρπία του πάνω σ' αυτό. Ακόμη ουδείς λόγος φορολογικής ελάφρυνσης των διαδίκων επέβαλε την - έστω εικονική - παραίτηση αυτή..., διότι το αντίθετο από το επιδιωκόμενο γι' αυτές αποτέλεσμα η παραίτηση είχε, δηλαδή την επιβάρυνσή τους με τον αναλογούντα στα μισθώματα φόρο εισοδήματος...
Και αν ακόμη, λοιπόν, ο πατέρας των διαδίκων έχει εισπράξει τα αντίστοιχα ωφελήματα από τις μισθώσεις του επιδίκου ως ανήκοντος στην εναγομένη (αναιρεσείουσα), δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό της, αυτή και όχι ο πατέρας της νομιμοποιείται παθητικά στην αξίωση της ενάγουσας να της αποδοθεί η επ' αυτών αναλογία της.
Εξ άλλου τυχόν περαιτέρω εκ μέρους της εναγομένης, διάθεση, για οποιαδήποτε αιτία, στον πατέρα της των ωφελημάτων που εξήχθησαν, ούτε την ιδιότητά της ως λήπτριας αυτών αναιρεί ούτε συνακόλουθα την υποχρέωσή της να αποδώσει στην ενάγουσα την επ' αυτών αναλογία της παντάπασι θίγει". Περαιτέρω έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο πλαίσιο της από 1.4.2005 δεύτερης μίσθωσης του κοινού καταστήματος η αναιρεσείουσα εισέπραξε από τους μισθωτές Δ.
Τ. και Φ. Τ., για άϋλη εμπορική αξία του καταστήματος αυτού, το ποσό των 22.000 ευρώ και όχι το ποσό των 33.000 ευρώ, που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή της αντιδίκου της ότι είχε συμφωνηθεί για την αιτία αυτή και καταβλήθηκε σε μετρητά μόνο κατά το μέρος των 22.000 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 11.000 ευρώ παραδόθηκε στην αναιρεσείουσα ισόποση τραπεζική επιταγή, την οποία όμως τελικά αυτή δεν εισέπραξε.
Το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δεν παρέχεται η οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο που δεν εισπράχθηκε από την αναιρεσείουσα η επιταγή αυτή, δεν καθιστά αναιτιολόγητη την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη του ανάλογου προς την ιδανική μερίδα της στο κοινό κατάστημα ποσού των 11.000 ευρώ, δηλαδή του μισού του ως άνω ποσού των 22.000 ευρώ, αφού σημασία έχει το ποσό που πραγματικά εισπράχθηκε από την αναιρεσείουσα και όχι το επιπλέον ποσό που θα μπορούσε να εισπράξει ή η αιτία για την οποία δεν το εισέπραξε.
Συνεπώς ο αντίθετος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος. 5. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι το δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 2766/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 5724/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καλύπτει την ακυρότητα της εκούσιας διανομής του κοινού καταστήματός τους, το δικαίωμα συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης στο κατάστημα αυτό κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου και επίσης το ζήτημα της παράνομης από την αναιρεσείουσα προσβολής του δικαιώματος συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης στο κατάστημα, που συντελέστηκε με την αποβολή της απ' αυτό με την εκούσια, αλλά άκυρη, διανομή του καταστήματος, την εκμίσθωσή του ακολούθως σε τρίτο πρόσωπο και την είσπραξη των σχετικών μισθωμάτων μόνον από την αναιρεσείουσα.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι το δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 2766/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καλύπτει και την παραδοχή ότι αποκλειστικά αυτή εισέπραξε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τα μισθώματα από την εκμίσθωση του κοινού καταστήματος των διαδίκων.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού το Εφετείο δεν βασίστηκε στη σχετική κρίση της παραπάνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκειμένου να διατυπώσει το αποδεικτικό πόρισμά του, αλλά, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε και το ίδιο ότι τα μισθώματα του κοινού καταστήματος των διαδίκων εισπράχθηκαν κατά το επίδικο διάστημα από μόνη την αναιρεσείουσα και ότι συνεπώς αυτή υποχρεούται να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το ανάλογο προς την ιδανική της μερίδα στο κατάστημα αυτό μέρος των μισθωμάτων και λοιπών ωφελημάτων.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ' αριθ. 1059319, 1059320 και 1059321/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, όπως αυτά αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 957/13.12.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Εξ άλλου η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.11.2012 αίτηση της Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5282/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με τα υπ' αριθ. 1059319, 1059320 και 1059321/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 24/13.11.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ