Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds where legal regime changed between prior judgments and current claim period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid overtime wages. The appellant argued that prior final judgments established res judicata for her claims covering the period from January 1, 1994, to October 31, 1997. However, the court found that the legal regime governing her salary had changed during this specific timeframe, meaning the earlier judgments did not cover the same legal issue. Consequently, the court ruled that no res judicata applied and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime governing the legal relationship or its consequences has changed between the time of the prior judgment and the time of the subsequent litigation, thereby lacking the required identity of legal cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 767 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 767/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ι. χας Ι. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 793/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2398/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον (ήδη αναιρεσίβλητο) με την από 16-6-2001 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1618/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2398/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 10085/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6-3-2008 αίτησή της. Εκδόθηκε η 468/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-7-2011 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 5-12-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-3-2008 αίτησης της Ι. Λ. για αναίρεση της 10085/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στη προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα, για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγομένη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή των Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από την έναρξη της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Περαιτέρω, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κ.λπ.
του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομοιούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του παραπάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς των προαναφερόμενων Διαιτητικών Αποφάσεων (42/1981 και 74/1982) μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την Εθνική Συλλογική αυτή Σύμβαση Εργασίας, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με το Ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολό τους στους εργαζόμενους - πλην ιατρών - με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές, από αυτές που καθορίζονται με την συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2003, 10/2002).
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ., στις 17-1-1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως καθαρίστρια, αμειβόμενη με τις μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες για την ειδικότητά της συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις.
Με τις υπ' αριθμ. 4269/1990 και 6693/1995 αποφάσεις του ίδιου Εφετείου (Αθηνών), που εκδόθηκαν επί προηγούμενων αγωγών της αναιρεσείουσας για επιδίκαση σ' αυτήν μισθολογικών διαφορών των χρονικών διαστημάτων από 1-7-1986 έως 30-11-1988 και 1-12-1988 έως 31-3-1993, κρίθηκε τελεσίδικα ότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας διέπεται από τις προϊσχύσασες διατάξεις της Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ και μετά την 1-7-1988 που ίσχυσε η Ε.Σ.Σ.Ε. αυτή και επιδικάσθηκαν έτσι στην αναιρεσείουσα μισθολογικές διαφορές για τα παραπάνω χρονικά διαστήματα με βάση τις Δ.Α. 42/1981 και 74/1982. Η αναιρεσείουσα - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - με την ένδικη από 12-12-1997 αγωγή της ζήτησε την επιδίκαση διαφορών α) για δεδουλευμένες αποδοχές, ποσού 30.428.598 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-10-1997, β) για πρόσθετη αμοιβή, λόγω τακτικώς παρεχόμενης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ποσού 7.231.644 δραχμών, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (1-1-1994 έως 31-10-1997) και γ) για υπερωριακή απασχόληση, ποσού 3.341.764 δραχμών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1995 έως 31-10-1997.
Επί της ένδικης αυτής αγωγής εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 793/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθμ. 2398/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και συνεχίζει το Εφετείο, ότι με την τελευταία αυτή απόφαση (την 2398/2001) το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 4269/1990 και 6693/1995 τελεσίδικες αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο και για τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή όμοιες αξιώσεις της αναιρεσείουσας του επίδικου από 1-1-1994 έως 31-10-1997 μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για διαφορές πρόσθετης αμοιβής λόγω τακτικώς παρεχόμενης εργασίας της κατά τις Κυριακές και τις αργίες και για διαφορές λόγω υπερωριακής απασχολήσεώς της, κατά το οποίο διάστημα (1-1-1994 έως 31-10-1997) δεν είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς και οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατά της αποφάσεώς του αυτής (2398/2001) ασκήθηκε από το ήδη αναιρεσίβλητο η από 16-6-2001 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1618/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά το επίδικο από 1-1-1994 έως 31-10-1997 χρονικό διάστημα, ίσχυαν οι από 21-3-1994, 17-5-1995 και 2-4-1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις οποίες επικαλείται και η ήδη αναιρεσείουσα (τότε αναιρεσίβλητη), για τον προσδιορισμό των αποδοχών της και οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές αυτές, κατά τα διάφορα, του επίδικου, χρονικά διαστήματα, για τα οποία έκριναν οι τελεσίδικες αυτές αποφάσεις (4269/1990 και 6693/1995), και ότι, επομένως, το Εφετείο (έκρινε καταλήγοντας ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του) κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι για όλες τις επίδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης (ήδη αναιρτεσείουσας) υπάρχει δεδικασμένο.
Έτσι αναίρεσε την εν λόγω υπ' αριθμ. 2398/2001 εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών). Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη και τούτο διότι η αναιρεσείουσα, απασχολούμενη στο αναιρεσίβλητο ως καθαρίστρια με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εντάχθηκε από 1-7-1988 στο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με βάση την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ, και ότι συνεπώς κατά το επίδικο από 1-1-1994 έως 31-10-1997 χρονικό διάστημα οι αποδοχές της καθορίζονταν από την ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και όχι από το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς, στο οποίο η αναιρεσείουσα στηρίζει και με βάση αυτό υπολογίζει το σύνολο των ασκουμένων με την ένδικη αγωγή της αξιώσεων.
Έκρινε δε ακόμη το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι από τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 4269/1990 και 6693/1995 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών δεν απορρέει δεδικασμένο και για τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή όμοιες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, καθόσον οι αξιώσεις της αυτές ανάγονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (1-1-1994 έως 31-10-1997), κατά το οποίο επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που ρύθμιζε μέχρι τότε τις αποδοχές της (αναιρεσείουσας) και με βάση το οποίο υπολογίστηκαν αυτές, για τα χρονικά διαστήματα, επί των οποίων έκριναν οι παραπάνω εφετειακές αποφάσεις (4269/1990 και 6693/1995), ενόψει του ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1994 έως 31-10-1997) ίσχυαν οι ως άνω από 21-3-1994, 17-5-1995 και 2-4-1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., όπως, κατά τρόπο δεσμευτικό (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), κρίθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1618/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ακολούθως το Εφετείο, βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (793/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη όσον αφορά το κεφάλαιό της περί επιδικάσεως διαφορών λόγω υπερωριακής απασχολήσεως και εξαφάνισε την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), η οποία είχε κρίνει ότι απορρέει δεδικασμένο από τις ανωτέρω υπ' αριθμ. 4269/1990 και 6693/1995 εφετειακές αποφάσεις ως προς τα κεφάλαια της αγωγής περί επιδικάσεως διαφορών από δεδουλευμένες αποδοχές και από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες, για το διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1995, για το οποίο έκρινε (η πρωτόδικη απόφαση) νόμιμη την αγωγή και την απέρριψε λόγω παραγραφής, για δε το υπόλοιπο διάστημα από 1-1-1996 έως 31-10-1997 δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή.
Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, σύμφωνα με το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις προαναφερθείσες εφετειακές αποφάσεις και σύμφωνα με το νόμο δεν δέχθηκε "πράγματα" προταθέντα από την αναιρεσείουσα (δηλαδή την ύπαρξη δεδικασμένου), ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., τις οποίες ορθά εφάρμοσε.
Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, γι' αυτό και οι δύο λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2008 αίτηση της Ι. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10085/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ