Supreme Court dismisses appeal against dismissal of agricultural bank employee upon reaching age 60 with 35 years service.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the dismissal of an employee of the Agricultural Bank of Greece. The court found that the employee had completed 35 years of pensionable service and reached the mandatory retirement age of 60, triggering automatic termination under the bank's organizational regulations. Consequently, the court ruled that the dismissal did not violate constitutional equality principles or EU anti-discrimination directives.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 ND 170/1974; Art. 4, 5 Constitution; Directive 2000/78/EC: Mandatory retirement at age 60 for employees with 35 years of service does not violate equality or anti-discrimination principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 767 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 767/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του ...που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 390/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3287/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-9-1975 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Τ.Ε., η οποία εγκρίθηκε με την Α.Π. 317436/5346/15-9-75 απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Γεωργίας (Φ.Ε.Κ. 1047/24-9-1975 τεύχος Β'), σύμφωνα με εξουσιοδότηση από το άρθρο 1 Ν.Δ. 170/1974, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 127 του Οργανισμού της ΑΤΕ, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, που προέβλεπε την αυτοδίκαιη απόλυση των αρρένων υπαλλήλων της με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, και ορίστηκε πλέον ότι: "2 α) οι μόνιμοι υπάλληλοι αποχωρούν αυτοδικαίως της υπηρεσίας, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, προσδιοριζόμενου διά τους επί βαθμώ Διευθυντού εις το 63ον έτος της ηλικίας, δια τους επί βαθμώ Υποδιευθυντού εις το 62ον έτος της ηλικίας και δια τους επί βαθμώ τμηματάρχου Α' και κάτω εις το 60ον έτος της ηλικίας, εφόσον έχουν συμπληρώσει 35ετή συντάξιμον υπηρεσίαν. Δι' όσους εκ των άνω δεν έχουν συμπληρώσει 35ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, το προσδιοριζόμενον ως άνω όριον της ηλικίας παρατείνεται μέχρι της συμπληρώσεως 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας και εν πάση περιπτώσει ουχί πέραν του 65ου έτους της ηλικίας των. β) ....
". Περαιτέρω, η Φ. 46/3239/23.02.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 108), ορίζει στο άρθρο 13 παρ.2 περ. 1γ' εδ. ε' ότι ο χρόνος σπουδών αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με την προϋπόθεση ότι ο ασφαλισμένος έχει ήδη θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος προβλέπονται στα άρθρα 13, 14 και 15 του παραπάνω καταστατικού και στα άρθρα 47 και 48 του ν. 2084/1992. Μεταξύ δε των διατάξεων του άρθρου 15 του άνω καταστατικού είναι και εκείνη της παρ. 1 περ. α' εδ. ββ' που ορίζει ότι "Οι ασφαλισμένοι στο Ταμείο δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος:
α) αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας έχοντας:...ββ) χρόνο ασφάλισης είκοσι πέντε (25) ετών από τα οποία δεκαεπτά (17) τουλάχιστον χρόνια πραγματικής ασφάλισης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 όταν θα συμπληρώνουν το πεντηκοστό πέμπτο (55) έτος της ηλικίας τους". Εξάλλου, με το άρθρο 47 του ν. 2084/1992 ορίζεται ότι "Για τους άνδρες, που έχουν υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31-12-1982 και συμπληρώνουν τον προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων συντάξιμο χρόνο από 1-1-1998 και μετά, καθώς και για τους υπαγόμενους στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης από 1-1-1983 μέχρι 31-12-1992, ο συντάξιμος χρόνος δεν μπορεί να είναι μικρότερος των 25 ετών".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων ( και ήδη αναιρεσείων), που έχει γεννηθεί το έτος 1943, προσλήφθηκε ως μόνιμος υπάλληλος της εναγομένης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 2-6-1973. Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος θεωρείται ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας.
Ο ενάγων εξελίχθηκε ιεραρχικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' , ενώ ασφαλίστηκε στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας. Με αίτηση του και σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού του Ταμείου αυτού, που είναι Ν.Π.Δ.Δ., αναγνώρισε ως χρόνο ασφάλισης το χρόνο των πέντε ετών των σπουδών του στη Γεωπονοδασολογική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Η σχετική αίτηση έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Ταμείου. Στις 31-12-2003 ο ενάγων συμπλήρωνε την ηλικία των 60 ετών και με συνυπολογισμό το χρόνο που αναγνώρισε στο Ταμείο Συντάξεων ως συντάξιμο, συνολική συντάξιμη υπηρεσία 35 ετών, 6 μηνών και 11 ημερών. Στην πιο πάνω συντάξιμη υπηρεσία συνυπολογίστηκαν και τα αναγνωρισμένα έτη σπουδών του, αφού ήδη είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, βάσει του καταστατικού το Ταμείου Συντάξεων και του ν. 2084/1992, δεδομένου ότι στις 31-12-1997 είχε 17 έτη πραγματικής υπηρεσίας και ασφάλισης.
Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης, εφόσον η σύμβαση του ενάγοντος επρόκειτο να λυθεί αυτοδίκαια στις 31-12-2003, η εναγομένη εγκύρως και νομίμως γνωστοποίησε σ' αυτόν με την υπ' αριθμ.... πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης της Ανθρώπινου Δυναμικού την επικείμενη λύση της συμβάσεως εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης από τη συμπλήρωση της τριακονταπενταετούς υπηρεσίας.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν έπρεπε να λυθεί η σύμβαση, γιατί δεν είχε συμπληρώσει συνολικό χρόνο υπηρεσίας 35 ετών (πραγματικό χρόνο), που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της έφεσης του, απορριπτέος κρίνεται, ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί το άρθρο 127 παρ.2 του Οργανισμού της Α.Τ.Ε., δεν απαιτεί πραγματική υπηρεσία, γεγονός που υπήρχε στον ενάγοντα με την αναγνώριση ως χρόνου ασφάλισης των 5 ετών των σπουδών του.
Περαιτέρω, απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης ότι περιορίστηκε η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ενάγοντος με την απόλυση κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος και της 2000/1978 Κοινοτικής Οδηγίας, γιατί με δική του πρωτοβουλία αναγνώρισε τα έτη σπουδών του ως συντάξιμο χρόνο, χωρίς κανένας να τον υποχρεώσει.
Εξάλλου, θα μπορούσε να παραμείνει 35 συνολικά πραγματικά χρόνια στην εργασία του και μετά να αναγνωρίσει τα συντάξιμα έτη σπουδών γεγονός που δεν έπραξε. Τέλος, απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της έφεσης που αφορά το κύρος της πράξης με την οποία αυτός συνταξιοδοτήθηκε, γιατί ορθά εκδόθηκε κατά τον Οργανισμό της εναγομένης και, άλλωστε, είναι απλώς διαπιστωτική χωρίς καμιά ιδιαίτερη έννομη σημασία, αφού οι συμβάσεις λύνονται αυτοδικαίως κατά τον Οργανισμό της εναγομένης.
Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο πρόσθετος λόγος έφεσης ότι τα ασφαλιστικά αναγνωρισθέντα έτη σπουδών δεν είναι νόμιμο να θεωρούνται ως χρόνος υπηρεσίας, γιατί, σύμφωνα με το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και το ν. 2084/1992, θεωρούνται ως χρόνος υπηρεσίας που λαμβάνονται υπόψη για τη συνταξιοδότηση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της υπ' αριθμ. 425/2003 πράξης της αναιρεσιβλητης για λύση της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσειοντος και την υποχρέωση αυτής να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, αφού ο αναιρεσείων είχε συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας του, είχε θεμελιώσει 17 έτη πραγματικής υπηρεσίας και ασφάλισης στις 31-12-1997 και 35ετή συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία, κατά τα ανωτέρω, συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος των σπουδών του, στις 31-12-2003, οπότε η σύμβαση εργασίας του, θεωρούμενη ορισμένου χρόνου, λύθηκε αυτοδικαίως.
Και, ακόμη, η κατά τα άνω απόλυση του αναιρεσειοντος, που έγινε από την αναιρεσίβλητη με βάση τις διατάξεις αυτές, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 5 του Συντάγματος περί ισότητας και περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας ούτε στην Κοινοτική Οδηγία 2000/78 "για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω ηλικίας...".
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της απολύσεως του αναιρεσείοντος ύστερα από την αναγνώριση ως χρόνου ασφάλισης και ως συντάξιμου χρόνου των ετών σπουδών του με πρωτοβουλία αυτού, περί της δυνατότητας του να παραμείνει 35 συνολικά χρόνια στην εργασία του και μετά να αναγνωρίσει ως συντάξιμα τα έτη σπουδών, γεγονός που δεν έπραξε, και περί ορθής εκδόσεως κατά τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης της παραπάνω διαπιστωτικής πράξης και αυτοδίκαιης λύσης κατά τον ίδιο Οργανισμό της σύμβασης του αναιρεσείοντος, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε, έστω και εμμέσως, τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως από την αναιρεσίβλητη, με την παραμονή στην υπηρεσία αυτής των αναφερομένων υπαλλήλων της οι οποίοι είχαν την ίδια ηλικία και την ίδια πραγματική υπηρεσία με τον αναιρεσείοντα, δεν είχαν όμως ζητήσει την αναγνώριση των σπουδών τους ως χρόνου ασφάλισης πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν αποτελεί οικειοθελή παροχή η παραμονή στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης των άνω υπαλλήλων, αφού αυτή υπείχε για τούτο υποχρέωση από τον Οργανισμό της.
Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-5-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3287/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ