Supreme Court dismisses appeal on property ownership, rejecting review of lower court's factual assessment of adverse possession claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a property dispute involving adverse possession claims. The appellants argued that the lower court erred in its factual findings regarding the duration and nature of their possession of the disputed land. The court rejected this, ruling that the lower court's evaluation of evidence and facts was not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot re-evaluate the evidence or factual findings of the lower court; appeals challenging the substantive assessment of facts must be dismissed as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 766/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. χήρας Γ. Ο., το γένος Σ. του Μ. και Ο., 2) Φ. Ο. του Γ. και Σ., 3) Μ. Ο. του Γ. και Σ., κατοίκων ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικoύ εναγομένου Γ. Ο. του Α. και Φ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπακατσή και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ό. και Α., χήρας Θ. Κ., 2) Θ. Κ. του Θ. και Α., 3) Σ. Κ. του Θ. και Α., 4) Σ. Κ. του Θ. και Α., 5) Ι. Κ. του Θ. και Α., κατοίκων ..., κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Θ. Κ. του Σ. και Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Τσαγκαλίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2013 αγωγή του Θ. Κ. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-1-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15/01/2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 130/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων ,κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της αριθμ. 425/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος Θ. Κ. κατά του αρχικού εναγομένου Γ. Ο., ερειδόμενη, αποκλειστικά, στον πρωτότυπο, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, τρόπο κτήσεως κυριότητας, έκτακτη χρησικτησία. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ` άρθρο 1051 ΑΚ.
Φυσική εξουσία επί του πράγματος υπάρχει και στην περίπτωση που ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ), (ΑΠ615/2016, ΑΠ 1501/2013).
Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) και το κληρονομιαίο ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή των Ιονίων Νήσων, η κληρονομιά του διέπεται, κατ' άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, από τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 629, 630, 631, 632 και 633 αυτού του Κώδικα, προκύπτει ότι σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, εφόσον ο κληρονομούμενος πατέρας απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και υπάρχουν κατά το χρόνο του θανάτου του άρρενα τέκνα ή άλλοι εξ αρρενογονίας άρρενες κατιόντες αυτού καλούνται μόνον αυτοί στην κληρονομιά του, ενώ δεν κληρονομούν τον αποβιώσαντα και συνεπώς δεν αποκτούν την κληρονομιά του οι θυγατέρες αυτού, οι οποίες έχουν μόνο δικαίωμα προίκας.
Η σχετική αποδοχή κληρονομίας μπορούσε να ήταν ρητή ή σιωπηλή. Ρητή εθεωρείτο η αποδοχή όταν κάποιος λάμβανε το όνομα του κληρονόμου σε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και σιωπηλή όταν ο κληρονόμος ενεργούσε κάποια πράξη, από την οποία να προέκυπτε αναγκαίως η θέλησή του προς αποδοχή της κληρονομίας και την οποία (πράξη) είχε δικαίωμα να κάνει μόνο ως κληρονόμος.
Για τη σιωπηλή, δηλαδή, αποδοχή ήταν απαραίτητο να προβούν οι κληρονόμοι σε εμφανείς υλικές πράξεις, οι οποίες να μαρτυρούν σαφώς τη θέλησή τους να εξουσιάζουν τα κληρονομιαία ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος (κληρονομουμένου) (ΑΠ1501/2013, ΑΠ857/2007). Ωστόσο, με το άρθρ. 13 εδ. α' ν. 2310/1920 (ΦΕΚ Α' 148/03-07-1920), καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις που ήταν αντίθετες στο νόμο αυτό και, ιδίως, τα άρθρα 615-662 του Ιονίου Πολιτικού (Αστικού) Κώδικα, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1814 και 1820 του ΑΚ, που ισχύει από 23-02-1946, και οι οποίες επαναλαμβάνουν τη διατύπωση των άρθρων 1, 2 και 7 του ν. 2310/1920, αντιστοίχως, ως κληρονόμοι του αποβιούντος, χωρίς διαθήκη, καλούνται κατά σειρά οι κατιόντες, όπως αναφέρονται στο άρθρ. 1813 ΑΚ, εκ των οποίων τα τέκνα κατ' ισομοιρία και στη συνέχεια οι γονείς και αδελφοί του κληρονομουμένου και τα τέκνα και οι εγγονοί προαποβιωσάντων αδελφών του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 1814 ΑΚ, και τέλος ο επιζών σύζυγος, ο οποίος, όταν μεν συντρέχει με τους συγγενείς της πρώτης τάξεως, λαμβάνει το ένα τέταρτο της κληρονομιάς, ενώ όταν συντρέχει με συγγενείς των άλλων τάξεων καλείται στο μισό της κληρονομιάς (πλέον του "εξαίρετου"). 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ.
ΑΠ 175/2020, ΑΠ 997/2019, ΑΠ 55/2018, ΑΠ 1051/2010). 3. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εαν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π.559/2020, ΑΠ 162/2020). Εξάλλου, όταν με το λόγο αναίρεσης πλήττεται, πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τότε ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ918/2019, ΑΠ142/2017, ΑΠ 1008/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος Θ.
Κ. κατά του αρχικού εναγομένου Γ. Ο.: <<Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, εμβαδού 1.065,36 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο κείται στην ειδική θέση "..." και εντός του οικισμού "..." της διαπόντιας νήσου ... της Περιφερειακής ... και συνορεύει με την δημοτική οδό, που οδηγεί από το λιμάνι "..." προς το λιμάνι "..." και με ιδιοκτησίες Χ.
Κ., αρχικού εναγομένου, Ε. Μ. και Σ. Κ.. Αρχικώς, αυτό αποτελούσε τμήμα ακινήτου, εμβαδού 4.000 τετραγωνικών μέτρων, του οποίου κύριος είχε καταστεί ο Θ. Κ. του Γ., παππούς του αρχικού ενάγοντος και του αρχικού εναγομένου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../12-7-1897 συμβολαίου αγοράς των πράξεων του τότε συμβολαιογράφου Διαπόντιων Νήσων Δημητρίου Κέντρου, νομίμως μεταγεγραμμένου.
Το έτος 1913 ο Θ. Κ. του Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10-10-1913 συμβολαίου του ίδιου, ως άνω, συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου στον αδελφό του Σ. Κ. του Γ.. Ο Θ. Κ. του Γ. απεβίωσε το έτος 1922 και κατέλιπε μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς του την σύζυγό του Σ.
και τα τέκνα του Σ. Κ. (πατέρα του αρχικού ενάγοντος) και Φ. Κ. (μητέρα του αρχικού εναγομένου). Λόγω του ότι ο θάνατός του επισυνέβη πριν την εισαγωγή του ισχύοντος Α.Κ. (23-2-1946), σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας και επειδή στην περιοχή, όπου κείται το ακίνητο, τότε ίσχυε ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας, στην κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβάνονταν ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου επί του προαναφερθέντος ακινήτου, εκτάσεως 4.000 τετραγωνικών μέτρων, κλήθηκε ως κληρονόμος του μόνον ο υιός του Σ.
Κ., πατέρας του αρχικού ενάγοντος, χωρίς να κληθεί σε αυτήν η θυγατέρα του Φ. Κ., μητέρα του αρχικού εναγομένου, η οποία, κατά τα προ- αναφερθέντα, είχε μόνο δικαίωμα προίκας. Ο Σ. Κ. αποδέχθηκε σιωπηρώς την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά και μέχρι τον, επισυμβάντα το έτος 1942, θάνατό του, ασκούσε επ' αυτού πράξεις διανοία κυρίου, συνεχώς, αδιακόπως και δημοσίως, πράξεις, οι οποίες καταδείκνυαν την θέλησή του να εξουσιάζει το κληρονομιαίο ακίνητο ως κληρονόμος του αποβιώσαντος κληρονομουμένου πατέρα του και, ειδικότερα, κατά τους θερινούς μήνες διέμενε στο εντός αυτού ισόγειο κεραμοσκεπές κτίσμα, το φρόντιζε, το καθάριζε και καλλιεργούσε εντός αυτού διάφορα δέντρα και κηπευτικά.
Μετά τον θάνατό του όμοιες πράξεις συνέχισε να ασκεί επί του ακινήτου ο αρχικός ενάγων, γιός του, είτε αυτοπροσώπως, είτε διά της μητέρας του Θ. Κ., ο οποίος κλήθηκε στην κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Σ., στην οποία περιλαμβάνονταν το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας επί του ανωτέρω ακινήτου και την οποία κληρονομιά ο αρχικός ενάγων αποδέχτηκε σιωπηρώς, με την ενεργό ανάμειξή του στην διοίκηση και την διαχείριση αυτής, καθιστάμενος έτσι συγκύριος του ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, χωρίς να προβεί στην σύνταξη και την μεταγραφή σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού αυτό δεν ήταν αναγκαίο, επειδή ο θάνατος του πατέρα του Σ.
επισυνέβη πριν την εισαγωγή του ισχύοντος Α.Κ. (άρθρο 92 του Εισ.Ν.Α.Κ.). Το έτος 1964, ο αρχικός ενάγων, ως συγκύριος του ακινήτου και οι Ν. και Γ. Κ., τέκνα του ετέρου συγκύριου Σ. Κ., προέβησαν σε άτυπη διανομή του ακινήτου σε δύο τμήματα και, βάσει αυτής, ο αρχικός ενάγων έλαβε στην νομή του τμήμα, εκτάσεως 2.100 τετραγωνικών μέτρων.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι αρχικοί διάδικοι, ενάγων και εναγόμενος, πρώτοι εξάδελφοι, διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Στα πλαίσια των σχέσεών τους αυτών, το έτος 1978 και μετά από παράκληση του αρχικού εναγομένου Γ. Ο., ο αρχικός ενάγων Θ. Κ.ς μεταβίβασε στον τελευταίο, λόγω δωρεάς, προκειμένου να ανεγείρει οικία, τμήμα του ακινήτου του, εκτάσεως 900 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνορεύει με τον άλλοτε κοινοτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Μ.
Μ. και Ν. Κ., ενώ, μετά την παροχή αυτή, λόγω της δωρεάς, στον αρχικό ενάγοντα απέμεινε ακίνητο, κατ' ακρίβειαν, εκτάσεως 1.065,36 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται μπροστά από το παραχωρηθέν τμήμα, έχει πρόσοψη στην δημοτική οδό, που οδηγεί από το λιμάνι "..." προς το λιμάνι "..." και αποτελεί το επίδικο. Μεταξύ του εναπομείναντος στον αρχικό ενάγοντα ακινήτου και του δωρηθέντος από αυτόν υφίσταται διαχωριστικό όριο, αποτελούμενο από τσιμεντόλιθους, ενώ, όπως αποτυπώνεται και στις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, η φυσιογνωμία μεταξύ των δύο ακινήτων είναι εντελώς διαφορετική, δεδομένου ότι, στο μεν δωρηθέν έχει ανεγερθεί οικία και επ' αυτού είναι εμφανής η φροντίδα και του περιβάλλοντος χώρου, ενώ στο επίδικο δεν απεικονίζονται ίδιου επιπέδου ενέργειες, αφού σε αυτό έχει αναπτυχθεί χαμηλή βλάστηση με χόρτα, η οποία δεν συνάδει με την κατάσταση του ομόρου δωρηθέντος ακινήτου.
Ο αρχικός ενάγων, από το έτος 1961, μετανάστευσε και εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς, όμως, να αποκοπεί από την ..., αφού την επισκέπτονταν κάθε χρόνο, όπως και το επίδικο, για την φροντίδα του οποίου επιμελούνταν. Μετά την προαναφερθείσα άτυπη διανομή του μεγαλυτέρου ακινήτου και μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αγωγής του, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, νέμονταν διανοία κυρίου, αρχικώς την μεγαλύτερη έκταση των 2.100 τετραγωνικών μέτρων και μετά το έτος 1978, οπότε μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον αρχικό εναγόμενο εξάδελφό του τμήμα του, εκτάσεως 900 τετραγωνικών μέτρων, το επίδικο ακίνητο, είτε ο ίδιος αυτοπροσώπως, είτε διά αντιπροσώπου και, ειδικότερα, της μητέρας του Θ.
Κ. και του αρχικού εναγομένου, οι οποίοι ενεργούσαν κατ' εντολήν του και για λογαριασμό του, ασκώντας επί του επιδίκου όλες τις υλικές πράξεις, που αρμόζουν σε ιδιοκτήμονα, με την καλλιέργεια κηπευτικών, επίσκεψη, εποπτεία, επιτήρηση, διαφύλαξη των ορίων του, τον κατά διαστήματα καθαρισμό του και την οριοθέτησή του, καθώς και την φροντίδα τού εντός αυτού πηγαδιού και, τοιουτοτρόπως, κατέστη κύριος του επιδίκου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι επί του επιδίκου και μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό της, το έτος 1996, επ' αυτού και για λογαριασμό του καλλιεργούσε κηπευτικά η μητέρα του Θ. Κ.. Εν συνεχεία και λόγω των πολύ καλών σχέσεων μεταξύ των αρχικών διαδίκων και την, αναγκαστικώς λόγω της μεταναστεύσεώς του, πολύμηνη απουσία του αρχικού ενάγοντος στην αλλοδαπή, ο αρχικός εναγόμενος, εξάδελφός του, ενεργώντας, αποκλειστικώς για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος του αρχικού ενάγοντος, κατόπιν σχετικής συμφωνίας τους, μόνον δαπάναις του αρχικού ενάγοντος, φρόντιζε για τον καθαρισμό του επιδίκου από τα άγρια χόρτα, τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο και για την οριοθέτηση του επιδίκου με αυλάκια απορροής υδάτων και συρματοπλέγματα, με την πρόσληψη των εργατών προς τούτο, ενώ η οποιαδήποτε ενέργεια του αρχικού εναγομένου επί του επιδίκου γίνονταν μόνον κατ' ανοχήν και ύστερα από άδεια του αρχικού ενάγοντος.
Για την διευκόλυνση των εργασιών αυτών και την διαρκή φροντίδα του επιδίκου είχε ανοιχθεί κοινός τραπεζικός λογαριασμός του αρχικού ενάγοντος και της συζύγου τού αρχικού εναγόμενου Σ. Ο., στον οποίον κατέθετε χρήματα μόνον ο αρχικός ενάγων, μέσω του οποίου ο αρχικός εναγόμενος κάλυπτε τα ανακύπτοντα διάφορα έξοδα για την συντήρηση του επιδίκου.
Πλέον αυτών, ο αρχικός ενάγων, προκειμένου να διευκολυνθεί ο αρχικός εναγόμενος στην χρήση του δωρηθέντος σε αυτόν ακινήτου, συναίνεσε και το έτος 1980 ο τελευταίος τοποθέτησε στο πηγάδι, που βρίσκεται εντός του επιδίκου, πιεστικό μηχάνημα αντλήσεως ύδατος και σωληνώσεις για την υδροδότηση της, κατασκευασθείσας το έτος 1979 στο δωρηθέν ακίνητο, οικίας του, ενώ το έτος 2005 ο τελευταίος, κατόπιν αδείας του αρχικού ενάγοντος, προέβη στην διαπλάτυνση εντός του επιδίκου και κατά μήκος της πλευράς αυτού που συνορεύει με το ακίνητο του Χ.
Κ., τσιμεντένιου δρόμου, πλάτους 4 μέτρων, τον οποίο είχε σε προγενέστερο χρόνο κατασκευάσει με πλάτος 2 μέτρα, προκειμένου, μέσω αυτού, το όμορο ακίνητό του να έχει πρόσβαση στην δημοτική οδό. Επίσης, το έτος 1982, κατ' εντολήν του αρχικού ενάγοντος, ο αρχικός εναγόμενος προέβη στην κατεδάφιση της παλαιάς αγροικίας, που υπήρχε εντός του επιδίκου.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει οποιαδήποτε πρόθεση του αρχικού ενάγοντος να αποξενωθεί από την νομή του επί του επιδίκου, αλλά προκύπτει σαφής και σταθερή ενασχόλησή του με αυτό. Το έτος 2013, όμως, ο αρχικός εναγόμενος αμφισβήτησε την κυριότητα του αρχικού ενάγοντος επί του επιδίκου, ισχυριζόμενος ότι έχει καταστεί κύριος μετά προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ολοκλήρου του ακινήτου, ήτοι τόσον του δωρηθέντος σε αυτόν, όσον και του επιδίκου, ύστερα από άτυπη παραχώρηση του όλου ακινήτου στον ίδιον, το έτος 1978, από τον πατέρα του Α.
Ο., ο οποίος το είχε αποκτήσει από την σύζυγό του Φ. Κ., μητέρα του αρχικού εναγομένου, η οποία αποβίωσε το έτος 1933 και στην οποία είχε δοθεί ως προίκα από τον παππού του Θ. Κ. του Γ.. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του αρχικού εναγομένου δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Κατ' αρχήν, όπως προαναφέρθηκε, στην περιοχή, όπου κείται το ακίνητο, πριν την εισαγωγή του ισχύοντος Αστικού Κώδικα, στις 23 Φεβρουάριου 1946, ίσχυε ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας, βάσει του οποίου κληρονόμοι της πατρικής περιουσίας γίνονταν μόνον τα άρρενα τέκνα του αποβιώσαντος.
Το αυτό ίσχυσε και στην συγκεκριμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο του παππού των αρχικών διαδίκων Θ. Κ. του Γ. το έτος 1922. Η μητέρα του αρχικού εναγομένου Φ. Κ. με την τέλεση του γάμου της με τον πατέρα του τελευταίου, το έτος 1927, έλαβε ως προίκα μόνο κινητά πράγματα, κατά τον ισχύοντα τότε Ιόνιο Αστικό Κώδικα, χωρίς ουδέποτε να καταστεί κληρονόμος του πατέρα της.
Για την σύσταση της προίκας της, μάλιστα, αυτής, καταρτίσθηκε από τον αδελφό του πατέρα της Σ. Κ., αφού ο πατέρας της είχε προαποβιώσει, το από 16 Ιανουάριου 1927 έγγραφο, στο οποίο αναφέρονται τα προικώα αντικείμενα, καθώς και η αξία καθενός αυτών. Πράξεις νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου, είτε κατά τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα, είτε κατά τον ισχύοντα Αστικό Κώδικα, από τους γονείς του αρχικού εναγομένου ουδόλως αποδείχθηκαν.
Άλλωστε, αν ο ισχυρισμός αυτός του αρχικού εναγομένου ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, δεν υπήρχε λόγος τα δύο τμήματα του αρχικού ακινήτου των 4.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου, ήτοι το δωρηθέν στον τελευταίο και το επίδικο να έχουν εντελώς διαφορετική όψη μεταξύ τους και καθένα αυτών να είναι σε εντελώς διαφορετική κατάσταση το ένα από το άλλο.
Όλα τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, πλέον των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων και από τις σαφείς και κατηγορηματικές μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, μετά οποία αποδεικτικά στοιχεία οι ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις βρίσκονται σε πλήρη αρμονία και όλα αυτά τα αποδεικτικά μέσα επιστηρίζουν πλήρως τους αγωγικούς ισχυρισμούς (άρθρο 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, δεδομένου ότι πυρήνας των καταθέσεων αυτών είναι μόνον η άσκηση εμφανών πράξεων επί του επιδίκου του αρχικού εναγομένου, χωρίς, όμως, οι εξετασθέντες μάρτυρες να είναι σε θέση να γνωρίζουν βάσει ποιού δικαιώματος ο τελευταίος ασκούσε τις επικαλούμενες από αυτόν πράξεις.
Η συνεχής παρουσία του επί του επιδίκου δεν οφείλονταν σε πράξεις νομής επί του επιδίκου διανοία κυρίου, αλλά αποκλειστικώς στην, καθ' υπόδειξιν και δαπάναις του αρχικού ενάγοντος, συντήρηση και, εν γένει, φροντίδα αυτού. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, αφενός μεν, επί του επιδίκου μετά τον θάνατο του Θ. Κ. του έτος 1922 εφαρμόσθηκε ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας και το επίδικο περιήλθε ως κληρονομιαίο μόνο στον πατέρα του αρχικού ενάγοντος Σ.
Κ., αφετέρου δε, η μητέρα του αρχικού εναγομένου, εκτός από την προίκα που έλαβε λόγω του γάμου της, ουδέποτε, ούτε αυτή, ούτε ο σύζυγός της, άσκησαν πράξεις νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου, ώστε να επιστηριχθεί επιτυχώς ο προβληθείς ισχυρισμός του αρχικού εναγομένου περί κτήσεως από αυτόν του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Ενισχυτικό των ανωτέρω, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, είναι και το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από προσαγόμενα και κατωτέρω αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δυνάμει των οποίων τρίτοι, όμοροι ιδιοκτήτες ακινήτων, περιγράφουν τις ιδιοκτησίες τους, σε αυτά ως όμορος ιδιοκτήτης του επιδίκου αναγράφεται ο αρχικός ενάγων.
Ειδικότερα, αυτό αναγράφεται στα ακόλουθα έγγραφα: α) στο υπ' αριθμ. .../28-1-2004 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή των πράξεων της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μαριέττας Κασίμη Σαββανή, στο οποίο συμβάλλεται ως όμορος ιδιοκτήτης του επιδίκου ο μάρτυρας ανταποδείξεως Χ. Κ. του Α., β) στην συνταγείσα από την συμβολαιογράφο Κέρκυρας Ιωάννα Ζωχιού υπ' αριθμ. .../26-7-2007 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των κληρονόμων του θανόντος όμορου ιδιοκτήτη Ν.
Κ. και γ) στην συνταγείσα από την συμβολαιογράφο Κέρκυρας Αικατερίνη Βοντετσιάνου υπ' αριθμ. .../29-10-2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των κληρονόμων του θανόντος όμορου ιδιοκτήτη Γ. Κ. του Σ.. Τέλος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από την προσκομισθείσα από την πλευρά του αρχικού εναγομένου, υπ' αριθμ.
πρωτοκόλλου .../8-3-2009, βεβαίωση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ... και μάρτυρα ανταποδείξεως Χ. Κ. του Α., σύμφωνα με την οποία ο αρχικός εναγόμενος κατέστη κύριος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ακινήτου, εκτάσεως 1.700 τετραγωνικών μέτρων περίπου, καθόσον, πλέον του ότι ο Πρόεδρος της Κοινότητας δεν μπορεί να εκδίδει πιστοποιητικά, σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση των κατοίκων της Κοινότητας, περαιτέρω, η παραπάνω βεβαίωση αναιρείται απολύτως από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ακόμη και από συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο συνεβλήθη και ο ίδιος ο μάρτυρας ανταποδείξεως.
Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι ο αρχικός ενάγων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ ο όμοιος ισχυρισμός του αρχικού εναγομένου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν>>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αρχικός ενάγων Θ.
Κ.ς έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου), που βρίσκεται στη νήσο ... της Περιφερειακής ..., με πρωτότυπο, τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), καθόσον χρησιδέσποζε από το έτος 1964 έως το μήνα Σεπτέμβριο 2013, οπότε τούτο καταλήφθηκε παράνομα και αυθαίρετα από τον αντίδικό του, αρχικό εναγόμενο, κατόπιν δε τούτου δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ερειδόμενη, αποκλειστικά, στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τις διατάξεις του ΑΚ, κτήσεως κυριότητας ένδικη διεκδικητική ακινήτου (οικοπέδου) αγωγή του αρχικού ενάγοντος Θ.
Κ. κατά του αρχικού εναγομένου Γ. Ο., απέρριψε δε την ένσταση ιδίας κυριότητας που ο τελευταίος είχε προτείνει, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου , που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην προεκτεθείσα νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Ιόνιου Αστικού Κώδικα , των άρθρων 629, 630, 631, 632 και 633, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστές, καθόσον είχαν καταργηθεί με το άρθρο 13 του ν. 2310/1920.
Ο λόγος αυτός, ως προς τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αλυσιτελής, διότι οι σχετικές με τις άνω διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα παραδοχές - αιτιολογίες του Εφετείου, διατυπώθηκαν πλεοναστικά, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου για την άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της απόφασης ως προς την άσκηση από τον αρχικό ενάγοντα εμφανών διακατοχικών πράξεων νομής επί του επιδίκου υπό την ισχύ του ΑΚ, δεν στηρίζουν ΔΕ το διατακτικό της προσβαλλομένης, αφού η ένδικη αγωγή, όπως προεκτέθηκε, στηρίζεται αποκλειστικά, στην κτήση κυριότητας του αρχικού ενάγοντος επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), η δε προσβαλλομένη στήριξε το διατακτικό της στην παραδοχή ότι ο αρχικός ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ και όχι σε εκείνες που ίσχυαν πριν την εισαγωγή του (ΑΚ) και δη στις διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, κύρια αιτιολογία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης (ΑΠ 2007/2009).
Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στο ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας (ΑΠ 824/2014, ΑΠ 1310/2006, ΑΠ 155/2006, 1445/2006).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
Β. 1 Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.
ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ851/2015, ΑΠ180/2011, ΑΠ 1795/2008,). Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (Α.Π.559/2020, ΑΠ633/2019, ΑΠ625/2008, ΑΠ1813/2006). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβασή της(ΑΠ1055/2013). 2.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). 3. Ο από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ ...5/2014, 495/2013, ΑΠ 567/2013). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Οι κατά τα άρθρα 421 επομ.ΚΠολΔικ. ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ξεχωριστό των κατά τις παραπάνω διατάξεις εγγράφων και γι' αυτό η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ.20 αναιρετικό λόγο (ΑΠ 567/2013, 1613/201,3ΑΠ 25/2011).
Εξάλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 743/2019, ΑΠ 579/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο αποδίδοντας στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β', 11γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, τις αριθμ. 4377/2015, 5462/2018, 5475/2018, 5474/2018, 5461/2018 ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν με επίκληση (αριθμοί 8β'και 11γ') και παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους (αριθμός 20).
Ο ανωτέρω λόγος ως προς την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι τα όσα διαλαμβάνονται σ' αυτόν ανάγονται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, στο περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων (ένορκων βεβαιώσεων), και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, έτσι, ώστε, δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος ως προς την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<..... τις αριθμ. 4377/2015, 5462/2018, 5475/2018, 5474/2018, 5461/2018 ένορκες βεβαιώσεις .....>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κάνοντας αναφορά και στην 1η σελίδα του 6ου φύλλου της προσβαλλομένης, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθεμιάς από αυτές.
Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (ένορκων βεβαιώσεων) από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τις αναιρεσείουσες, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο ανωτέρω λόγος ως προς την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αφενός είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου ως προς την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, της μη λήψης υπόψη από την αναιρεσιβαλλομένη των αμέσως πιο πάνω αποδεικτικών μέσων ήτοι των ένορκων βεβαιώσεων και αφετέρου δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια των άρθρων 339 και 432 επομ.
ΚΠολΔ, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες και ως εκ τούτου η προσβαλλομένη δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο ως άνω λόγο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχός τους, αρχικός εναγόμενος, δεν διενεργούσε ιδίω ονόματι, εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου, αλλά ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και επ' ονόματι του αρχικώς ενάγοντος, μετά ταύτα δε δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη διεκδικητική του επιδίκου αγωγή και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας, αγνοώντας τις πράξεις νομής τις οποίες αυτός (δικαιοπάροχός τους) και οι ίδιοι ως οικογένεια, σταθερά, δημόσια, ανεμπόδιστα και καλόπιστα ενεργούσε επί τόσα πολλά έτη (πολύ πέραν της εικοσαετίας) με πνεύμα αποκλειστικού κυρίου σε όλο το ακίνητα, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου και ειδικότερα ότι: 1) Το 1979 έτος ο αρχικός εναγόμενος, Γ.
Ο. κατασκεύασε στο πίσω μέρος του όλου ακινήτου ισόγειο οικία εμβαδού 60 τ.μ. στην οποία κατοικούσαν έκτοτε και μέχρι σήμερα. 2) Από το 1980 μέχρι και σήμερα το όλο ακίνητο κάθε χρόνο το καθαρίζαν από τα αυτοφυή χόρτα με εργάτη δύο φορές τουλάχιστον. 3) Το 1980 τοποθετήσαν επί του επιδίκου πηγάδι πιεστικό μηχάνημα αντλήσεως ύδατος, καπάκι επικαλύψεως και σωληνώσεις και επί έτη μέχρι και σήμερα υδροδοτούν το σπίτι καθόσον η ...
στερείται υδραγωγείου. 4) Το ίδιο έτος 1980 διάνοιξαν εντός του επιδίκου ευμεγέθη λάκκο, στον οποίο εναποθέτουν μέχρι σήμερα τα απορρίμματα της οικίας τους, όπου και τα καίνε, καθόσον η ... στερείται χωματερής. 5) Το 1982 έτος κατεδαφίσαν παλαιό καλύβι που υπήρχε στο επίδικο. 6) Το 1988 κατασκευάσαν στο επίδικο γκαράζ διαστάσεων 4 x 5 μ.
από τσιμεντόλιθους επικαλυμμένο με στέγη .7) Το όλο ακίνητο περιμετρικά (συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου τμήματος) είναι εμφανώς οριοθετημένο με αυλάκια απορροής όμβριων υδάτων (σούδες) και το 2007 τοποθετήσαν κατά μήκος της βόρειας πλευράς (που συνορεύει με ακίνητο Σ. Μ. και με ακίνητο πρώην Σ. Κ. και ήδη Ν.
Έ.) εν μέρει μουράγιο (τοιχίο) από τσιμεντόλιθους και μέχρι τον Δημοτικό δρόμο σιδηροπασσάλους και δικτυωτό συρματόπλεγμα που υπάρχουν μέχρι σήμερα. 8) Το 1985 κατασκεύασαν εντός του επιδίκου τσιμεντένιο δρόμο πλάτους (2) δύο μέτρων, ο οποίος αρχίζει από τον Ανατολικό Δημοτικό δρόμο, συνεχίζει κατά μήκος της Νότιας πλευράς και καταλήγει στο γκαράζ και στην οικία τους.
Τον δρόμο αυτόν το 2005 έτος τον διαπλάτυναν και τον έκαναν πλάτους (4) τεσσάρων μέτρων. 9) Το 2005 έτος διαπλατύνθηκε ο προς Ανατολάς συνορεύων Δημοτικός δρόμος και για το λόγο αυτό ζητήθηκε από τον δικαιοπάροχό τους Γ. Ο. να παραχωρήσει στο Δήμο λωρίδα εδάφους από το συνορεύον ακίνητό τους για τον σκοπό αυτό.
Ο δικαιοπάροχος τους παραχώρησε από την πλευρά αυτή λωρίδα εδάφους (4) τεσσάρων περίπου μέτρων. 10) Το έτος 2006 επί του διανοιχθέντος δημοτικού δρόμου και στο πέρας των κιγκλιδωμάτων τοποθέτησαν σιδερένιο πορτόνι πλάτους περίπου 4 μέτρων. 11) Το 2005 έτος επέτρεψαν στον κάτοικο ... και οικοδόμο Μ. Π. του Τ., ο οποίος ανέλαβε να κατασκευάσει οικοδομή ενοικιαζόμενων δωματίων στο όμορο προς αυτούς ακίνητο Ε.
Γ., να εισέρχεται σ' αυτό δια του ακινήτου τους, να περνάει οχήματα και να εναποθέτει τα υλικά και τον σιδερένιο οπλισμό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι όλες οι επικαλούμενες από τον αρχικό εναγόμενο διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου γίνονταν μόνο με την ανοχή και ύστερα από άδεια του αρχικού ενάγοντος( φύλλο 5ο, 2η σελίδα), με την επισήμανση ότι γίνεται στην αναιρεσιβαλλομένη ειδική αναφορά στις με στοιχεία 1, 2, 3, 5, 7, 8, 9 ως άνω πράξεις, ενώ ως προς τα ως άνω με στοιχεία 4, 6, 10, 11 επί πλέον περιστατικά, στα οποία δεν γίνεται στην προσβαλλομένη σχετική αναφορά, η σχετική αιτίαση είναι αλυσιτελής, ενόψει των πιο πάνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1055/2013).
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τις αναιρεσείουσες, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτων ,αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι τελευταίες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από15/01/2021 αίτηση για αναίρεση της 130/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στοδημόσιοταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ