Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that a guarantee letter constitutes a penalty clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the annulment request filed by the Olympic and Endowments Commission against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the appellate court violated substantive law by failing to apply interpretative rules regarding gaps in the contract and by mischaracterizing a guarantee letter as a penalty clause. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly identified the nature of the document based on the undisputed facts and provided sufficient reasoning for its decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The appellate court is not required to apply general interpretative rules regarding gaps or ambiguities in declarations of will if it has already reached a clear conclusion on the nature of the obligation based on the proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 766/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα (Ζάππειο Μέγαρο). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 16-11-2018 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …., στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7315/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία,είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ10/2011,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).Εξάλλου,οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ518/2018, 1225/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση,με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της,έγιναν δεκτά,κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία,τα ακόλουθα:<Δυνάμει του υπ'αριθ….90/1998 συμβολαίου του συμβ/φου Σ. Μ., το καθού η ανακοπή και ήδη....(και ήδη αναιρεσείον) ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΩΝ'' εκμίσθωσε στον Α.
Π. το κτιριακό συγκρότημα του αναψυκτηρίου και του θερινού κινηματογράφου "..." του ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή για τη λειτουργία αναψυκτηρίου, καφενείου και εστιατορίου, με παρουσίαση, κατά τους θερινούς μήνες και σε υπαίθρια εξέδρα αυτού, ζωντανής μουσικής καθώς και μουσικοχορευτικών ή πολιτιστικών εκδηλώσεων, για τη διασκέδαση των πελατών της "...", αλλά και γενικότερα των περιπατητών του ...
καθώς και για τη λειτουργία του θερινού κινηματογράφου κατά το χρονικό διάστημα από 15 Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για εννέα (9) έτη και ειδικότερα από 13-2-1998 μέχρι 12-2-2007, με δυνατότητα παράτασης για άλλα εννέα έτη με τις ίδιες τυπικές προϋποθέσεις, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 7.000.000 δρχ., με τη συμφωνία να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά το μέσο ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού και να καταβάλλεται μέσα στο πρώτο δεκαήμερο εκάστου σύμφωνα με το άρθρο 19 του ανωτέρω μισθωτηρίου συμβολαίου ο αρχικός μισθωτής Α.
Π., συνέστησε, μετά της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "... LIMITED", την ανακόπτουσα... (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία δυνάμει του υπ' αριθ. ….90/27-11-1998 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, στο οποίο συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλομένη, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, ως μισθώτρια .
Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. …26/10-4-2003 πράξης του ίδιου συμβολαιογράφου εγκρίθηκε η συνέχιση της μίσθωσης με την εφεσίβλητη, ενώ κατά τα λοιπά ίσχυαν τα αναφερόμενα στο υπ' αριθ. …90/13- 2-1998 μισθωτήριο συμβόλαιο και περαιτέρω με το υπ' αριθ. …35/2008 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου τα συμβαλλόμενα μέρη ήτοι το εκκαλούν ως εκμισθωτής και η εφεσίβλητη ως μισθώτρια αναγνώρισαν την αυτοδίκαιη παράταση της ένδικης μίσθωσης μέχρι 12-2-2016, με τις ίδιες τυπικές προϋποθέσεις .
Εξάλλου σύμφωνα με τον 20° όρο της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ο αρχικός μισθωτής παρέδωσε στον εκμισθωτή (εκκαλούν) την υπ' αριθ. …51/13-2-1998 εγγυητική επιστολή της Τράπεζας "... ΑΕ" για το ποσό των 84.000.000 δρχ., για "την υπ' αυτού προσήκουσα εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του που πηγάζουν από την παρούσα μίσθωση" και με τη συμφωνία όπως η εγγυητική αυτή επιστολή παραμείνει στα χέρια του εκμισθωτή καθ' όλο το χρόνο της μίσθωσης και θα επιστραφεί στο μισθωτή μόνο μετά την απόδοση του μισθίου, εφόσον δεν υπήρξε περίπτωση καταπτώσεώς της, σε περίπτωση δε που η μίσθωση λυθεί λόγω καταγγελίας εκ μέρους του εκμισθωτή, για οποιοδήποτε λόγο, η εγγύηση θα επιστρέφεται μετά τη λήξη του τυχόν υπάρχοντος δικαστικού αγώνα ή μετά την εξώδικη ρύθμιση των σχέσεων μισθωτή και εκκαλούντος, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση καταπτώσεώς αυτής, ενώ τον μήνα Μάρτιο 2007 η εφεσίβλητη αντικατέστησε την ανωτέρω εγγυητική επιστολή και παρέδωσε στο εκκαλούν την υπ' αριθ.
….673-8 εγγυητική επιστολή της ..., με ημερομηνία έκδοσης 9-3-2007, ποσού 365.914 ευρώ, ισχύος μέχρι 28-2-2016, υπέρ της εφεσίβλητης και για "την υπ' αυτής προσήκουσα εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών της που πηγάζουν από την υπ' αριθ. …90/1998 σύμβαση μισθώσεως", όπως ρητά αναγράφεται στο σώμα της εγγυητικής επιστολής . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τα υπ' αριθ. 2159/2-5-2012 και 886/6-3-2013 Πρακτικά συνεδριάσεως της Τριμελούς Επιτροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εγκρίθηκε η αναστολή της ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος για δύο έτη καθώς και η μείωση αυτού κατά ποσοστό 20%, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 μέχρι 31-12-2012 και από 16-1-2013 αντίστοιχα .
Κατόπιν τούτου το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε το έτος 2013, από το αρχικό 34,747,22 ευρώ σε 27.797,78 ευρώ. Επειδή όμως η εφεσίβλητη καθυστέρησε την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Μαϊου έως Νοεμβρίου 2013, συνολικού ποσού 194.584,46 ευρώ, κατόπιν της από 7-1-2014 αίτησης του εκκαλούντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 25/2014 διαταγή απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εφεσίβλητη να αποδώσει στο εκκαλούν τη χρήση των μίσθιων ακινήτων, ενώ ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής απόδοσης μισθίου, με την κάτωθι αυτού από 21-1-2014 επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 22-1-2014 .
Ας σημειωθεί ότι με την από 30-1-2014 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανεστάλη η εκτέλεση της παραπάνω διαταγής απόδοσης μισθίου μέχρι τη συζήτηση της από 27-1-2014 και με αριθ, εκθ, καταθ. 10398/66/2014 αίτησης αναστολής, που ασκήθηκε από την εφεσίβλητη και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στις 9-1- 2015 .
Εξάλλου το εκκαλούν, λόγω της καθυστέρησης πληρωμής των μισθωμάτων, στις 5-2-2014 αιτήθηκε την ολική κατάπτωση της ως άνω από 9- 3-2007 και με αριθμό 41673-8 εγγυητικής επιστολής της ..., ποσoύ 365.914 ευρώ υπέρ της εφεσίβλητης που κατείχε και παρά το γεγονός ότι η τελευταία με την από 7-2-2014 επιστολή της προς το εκκαλούν ζήτησε μεταξύ άλλων να περιοριστεί η κατάπτωση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής στο ποσό των μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία καθυστερούμενων μισθωμάτων, το εκκαλούν εισέπραξε το σύνολο της εγγυητικής επιστολής εκ ποσού 365.914 ευρώ .
Στη συνέχεια το εκκαλούν με τις υπ' αριθ. 7/2-4-2015 και 8/21-4-2015 αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου (προσβαλλόμενες) αποφάσισε ομόφωνα την ταμειακή βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ. ... σε βάρος της εφεσίβλητης όλων των οφειλόμενων μισθωμάτων από τον Δεκέμβριο 2013 μέχρι και το Μάιο 2014, συνολικού ποσού 201.533,88 ευρώ . Συνεπεία των αποφάσεων αυτών συντάχθηκε ο προσβαλλόμενος υπ' αριθ.
…95/28-4-2015 χρηματικός κατάλογος και η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. …991/25-5-2015 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ..., ποσού 201.533,88 ευρώ, η οποία κοινοποιήθηκε με την επίσης προσβαλλόμενη υπ' αριθ. πρωτοκ. …607/3-6- 2015 ατομική ειδοποίηση χρεών της ίδιας ως άνω Δ.Ο.Υ. την 11-6-2015.Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 1920/1939 που διέπει τη λειτουργία του εκκαλούντος '' Η Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων αποτελεί νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, σκοπός δε αυτής είναι η διοίκησις και διαχείρισις της περιουσίας της ανηκούσης εις ταύτην η διαχειριζομένης υπό ταύτης συμφώνως προς τους κειμένους νόμους, τας διαθήκας και τας εν γένει συστατικός πράξεις.
Επίσης η συντήρησις του ... και των κήπων αυτού, η εμψύχωσις της Γεωργίας, της Βιομηχανίας, της κτηνοτροφίας και των ωραίων τεχνών δια της ανά τετραετίαν τελέσεως των "Ολυμπίων" ήτοι διαγωνισμών καθ ους θέλουσι εκτίθεσθαι εν τω ... και τω περί αυτό χώρω τα προίοντα της Ελληνικής ενεργείας και παραγωγής, συμφώνως προς τας διατάξεις της διαθήκης του Ε.
Ζ.. Ομοίως η τέλεσις εν τω ... Εκθέσεων προϊόντων προς διαφήμισιν και προαγωγήν της Ελληνικής Παραγωγής και ενεργείας εν γένει". Περαιτέρω, το εκκαλούν εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Πρόεδρο της Επιτροπής ( άρθρο 8 παρ. 1 ), η οποία αποτελείται από εννέα μέλη που διορίζονται αμισθί με τριετή θητεία ( άρθρο 3 ) και απολαμβάνει όλων των δικαστικών και οικονομικών προνομίων του Δημοσίου ( άρθρο 8 παρ. 6 ) .
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη 18 παρ. 11 του ίδιου νόμου " Εν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεως τινός ανεξαρτήτως των εν ταις διατάξει των ανωτέρω άρθρων οριζόμενων συνεπειών επιδιώκεται η δια της δικαστικής οδού έξωσις του μισθωτού και πάντος ελκόντος εξ αυτού δικαιώματα και τα καθυστερούμενα μισθώματα, καθό ποσόν δεν καλύπτονται εκ της κατατεθείσης και καταπιπτούσης χρηματικής εγγυήσεως, βεβαιούνται και εισπράττονται κατά τας διατάξεις του άρθρου 22", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 22 "Πάντα τα οφειλόμενα εις την Επιτροπήν Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων έσοδα, δικαιώματα και αι δικαστικώς αναγνωρισθείσαι απαιτήσεις αυτής μετά των οικείων τελών και δικαστικών εξόδων εν δυστροπία των οφειλετών δια την οικειοθελή καταβολήν βεβαιούνται υπό του Προέδρου της Επιτροπής εις το Ζ Ταμείον Εισπράξεων, εισπράττονται παρ' αυτού κατά τας διατάξεις των νόμων περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και κατατίθενται εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, εις πίστωσιν των παρ αυτή λογαριασμών πλην των τελών χαρτοσήμου αποδιδομένων εις το Δημόσιον" .
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία ισχυρίστηκε ότι οι ανωτέρω προσβαλλόμενες πράξεις, δια των οποίων επισπεύδεται σε βάρος της διοικητική εκτέλεση για το ποσό των 201.533,88 ευρώ, είναι παράνομες και πρέπει να ακυρωθούν καθόσον αφενός μεν δεν υφίσταται οφειλή της προς το καθού η ανακοπή και ήδη εκκαλούν από ληξιπρόθεσμα μισθώματα, αφού μετά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, η οποία παραδόθηκε ως εγγυοδοσία για την προσήκουσα εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ποσού 365.914 ευρώ, και την είσπραξη αυτού εκ μέρους του εκκαλούντος έχει αποσβεστεί οποιαδήποτε οφειλή απορρέουσα από την ένδικη σύμβαση και συγκεκριμένα από ληξιπρόθεσμα μισθώματα, αφετέρου δε καθόσον το εκκαλούν υπαίτια και παράνομα αποφάσισε την ταμειακή βεβαίωση καθυστερούμενων μισθωμάτων, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 11 του Ν. 1920/1939, με την οποία προβλέπεται η διαδικασία της ταμειακής βεβαίωσης για καθυστερούμενα μισθώματα μόνο στην περίπτωση μη κάλυψης αυτών από τη δοθείσα χρηματική εγγύηση .
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα, η βεβαίωση των οποίων αποφασίστηκε με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος, συνολικού ποσού 201.533,88 ευρώ, υπερκαλύπτονται από την κατατεθείσα και καταπίπτουσα εγγυητική επιστολή ( εγγύηση ), ύψους 365.914 ευρώ.
Συνεπώς παράνομα και κατά παράβαση του άρθρου 18 παρ. 11 του Ν. 1920/1939 που προβλέπει τη διαδικασία της ταμειακής βεβαίωσης για καθυστερούμενα μισθώματα μόνο στην περίπτωση μη κάλυψης αυτών από τη χρηματική εγγύηση, αποφασίστηκε δια των προσβαλλομένων αποφάσεων του ΔΣ του εκκαλούντος η ταμειακή βεβαίωση του ανωτέρω ποσού για ληξιπρόθεσμα μισθώματα . Και είναι μεν αληθές ότι η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 11 του Ν. 1920/1939 είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου, ώστε να μην αποκλείεται αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, στην ένδικη όμως υπόθεση αναμφισβήτητα δεν υφίσταται διαφορετική συμβατική ρύθμιση. Ας σημειωθεί δε ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, που επιχειρεί να θεμελιώσει στα άρθρα 20, 22 και 23 της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, ότι η χρηματική εγγύηση στην προκειμένη περίπτωση δόθηκε ως ποινική ρήτρα, καταπίπτουσα σε κάθε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους της μισθώτριας των υποχρεώσεών της από τη μισθωτική σύμβαση, με αποτέλεσμα η λειτουργία αυτής να είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη ζημία του εκκαλούντος, όπως η μη καταβολή των μισθωμάτων, ο οποίος είχε προταθεί πρωτοδίκως και απορριφθεί, επαναφέρεται δε στο παρόν Δικαστήριο με τους τρεις πρώτους λόγους της κρινόμενης εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον δεν αποδεικνύεται από το συμβατικό κείμενο ή από την ως άνω ισχύουσα νομοθεσία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι παράνομα αποφασίστηκε η ταμειακή βεβαίωση του ως άνω ποσού για οφειλόμενα μισθώματα και κατόπιν αυτού απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Το αναιρεσείον και με τους τρεις λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλειες το μεν από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το δε από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γιατί παρά το ότι διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, παρέλειψε να προσφύγει και να εφαρμόσει τους κανόνες αυτούς και σε κάθε περίπτωση διέλαβε ως προς την κρίση του ανεπαρκείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 404, 405, 406 και 407 ΑΚ, γιατί δέχθηκε, ότι η χρηματική εγγύηση έχει την έννοια της εγγυοδοσίας, αποκλείοντας τον χαρακτηρισμό της ως ποινικής ρήτρας και σε κάθε περίπτωση διέλαβε ως προς την κρίση του αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τέλος, με τον τρίτο λόγο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 11 ν. 1920/1939 και του άρθρου 361 ΑΚ, γιατί στήριξε την κρίση του για το χαρακτήρα της εγγυήσεως αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 18§11 ν.1920/1939, παρά το ότι η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και σε κάθε περίπτωση διέλαβε και ως προς το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές το δικαστήριο δεν διαπίστωσε ούτε αμέσως, ούτε εμμέσως κενό ή ασάφεια για να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ σχετικά με το αν η δοθείσα εγγυητική επιστολή συνιστά εγγυοδοσία για την εξόφληση καθυστερούμενων μισθωμάτων ή ποινική ρήτρα και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι το καλυπτόμενο με αυτήν ποσό είναι εγγυοδοσία για την εξόφληση των καθυστερούμενων μισθωμάτων, μη παραβιάζοντας ευθέως ή εκ πλαγίου (αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 Κ.ΠολΔ) τις άνω διατάξεις.
Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι το κατατεθέν ποσό ήταν εγγυοδοσία για την προσήκουσα εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων από τη σύμβαση μίσθωσης και δεν συμφωνήθηκε να καταπίπτει ως ποινική ρήτρα. Τέλος και ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν προσέδωσε στη διάταξη του άρθρου 18 §11 ν. 1920/1939 χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, ωστόσο δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εγγυητική επιστολή είχε χαρακτήρα εγγυοδοσίας.
Κατόπιν τούτων απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ) μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 σε συνδ. με την ΥΑ 134432/1993 ΦΕΚ11Β/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2017 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΩΝ" κατά της 11/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ