Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence sufficiency and document interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court misinterpreted a bank document regarding unpaid promissory notes, but the court found this claim baseless because the disputed document was not submitted for review. Furthermore, the court determined the lower court correctly evaluated the bank's document alongside other evidence, including witness testimony, to establish the facts. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the document is not submitted for inspection, and the lower court's evaluation of evidence remains valid when based on a holistic assessment of all available proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 766/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ψωμά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Φ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούγο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3941/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 19-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. ι ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη νομική θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο ή απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σ’ αυτήν, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1650/2012).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι ιδρύονται, στην μεν πρώτη περίπτωση όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ’ αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, στην δε δεύτερη όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, παραλείποντας αντίστοιχα να κηρύξει ή να μην κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, θα πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ορισμένη ή απορρίφθηκε, ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, κατά λέξη, ότι "...όλως εσφαλμένως δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη. Αντίθετα, έπρεπε να κάνει δεκτή την ένσταση αοριστίας που πρόβαλα και πρωτοδίκως και στο δεύτερο βαθμό, τόσο προφορικά όσο και με τις κατατεθείσες προτάσεις μου, αλλά και με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς μου, διότι η αγωγή είναι παντελώς αόριστη, καθώς δεν περιλαμβάνει ορισμένο ιστορικό και ορισμένο αίτημα.
Δεν περιγράφει με σαφήνεια την δήθεν απαίτηση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου την οποία ζητά να του επιδικαστεί. Δεν αναφέρεται πότε δήθεν έγινε η συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, του πρώτου εναγομένου και εμένα ότι θα γινόταν συμψηφισμός δήθεν οφειλής του πρώτου εναγομένου με οφειλή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου προς εμένα...".
Έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της επίμαχης αγωγής, τουλάχιστον κατά τα κύρια κρίσιμα σημεία του και ποια ακριβώς από τα αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα έλαβε υπόψη το Εφετείο που δεν περιέχονται σ’ αυτήν και την έκρινε ορισμένη, ούτε με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους.
Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, διότι αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του αποδεικτικού μέσου.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε με επίκληση προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, και απόδειξη των δικών του ισχυρισμών καταλήγοντας έτσι στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι από αδικοπραξία αυτού συνισταμένη στην από κοινού με τον Θ.
Κ. απάτη σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ζημίωσε τον τελευταίο κατά το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη ποσόν. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αφενός μεν την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφετέρου δε τις .../18-9-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Κ.-Β. που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα από την εκτίμηση, "των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, από όλα ανεξαιρέτως τα έγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις υπ’ αριθ. .../18-9-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Κ.-Β., που παραδεκτά για πρώτη φορά επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών Α. Γ. ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχουν δε δοθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του", σε συνδυασμό με το όλο επισκοπούμενο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα των επικαλούμενων, ως μη ληφθέντων υπόψη, αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το επίμαχο έγγραφο, κατά το σχηματισμό του πορίσματός του, ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 219/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλει την πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το ...29-4-2002 έγγραφο της Α.Τ.Ε., με το να δεχθεί ότι οι επίδικες επιταγές εκδόσεως του αναιρεσίβλητου σε διαταγή του (αναιρεσείοντος) "πόσου 2.723.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών εμφανίσθηκαν προς πληρωμή από τον εκκαλούντα Α.
Γ. στο κατάστημα ... της ίδιας τράπεζας, αλλά δεν πληρώθηκαν αφενός διότι η ώρα ήταν 13:50 και το συγκεκριμένο κατάστημα δεν διέθετε αρκετά χρήματα για την πληρωμή τους λόγω αποσυμφόρησης μετρητών που είχε γίνει από το ταμείο του προς το κεντρικό κατάστημα της τράπεζας και αφετέρου λόγω της εμφανούς διόρθωσης της ημερομηνίας έκδοσης από 30-6-2001 σε 30-8-2001", ενώ στο έγγραφο αυτό πουθενά δεν αναφέρεται ότι δεν πληρώθηκαν οι επιταγές λόγω διορθώσεως της ημερομηνίας από 30-6-2001 σε 30-8-2001, αλλά αντίθετα αναφέρεται ότι "αν υπήρχαν χρήματα οι επιταγές θα είχαν εξοφληθεί από εμάς, όπως και ο ίδιος γνώρισα την επομένη στον εκδότη που ήρθε στο κατάστημά μας μαζί με το δικηγόρο του".
Ο λόγος είναι, προεχόντως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται το επικαλούμενο έγγραφο προς επισκόπηση του περιεχομένου του. Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την προσκόμιση προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα των επίμαχων επιταγών και την μη πληρωμή των τελευταίων, για να καταλήξει στους λόγους που συντέλεσαν σ’ αυτό, συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο της τράπεζας, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ιδίως δε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την οποία ρητά μνημονεύει, ως προς το σημείο αυτό και από την οποία αντλεί το πραγματικό περιστατικό ότι οι εν λόγω επιταγές δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, εκτός του πρώτου λόγου που αναφέρει, και λόγω της εμφανούς διόρθωσης της ημερομηνίας έκδοσης αυτών από 30-6-2001 σε 30-8-2001.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/7/2014 αίτηση του Α. Γ., για αναίρεση της 244/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ