Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of additional disability compensation under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to award additional disability compensation. The appellant argued that the lower court failed to properly apply Article 931 of the Civil Code regarding future financial loss due to permanent disability. The court held that the lower court correctly interpreted and applied the statute, finding no direct violation of substantive law in the award of compensation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) C.P.D.; Art. 931 A.C.: The Supreme Court dismissed the appeal because the lower court correctly interpreted and applied the substantive law regarding disability compensation, finding no direct violation of the statutory provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 766/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο, που διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσιο και τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Κακατσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ι. Σ., χας Π. Σ. (C. I. S. χας P. S.), για τον εαυτό της ατομικά και ως δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Γ. Π. Γ. (I. P. I.), 2) Ι. Π. Γ., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα, μετά της συζύγου του Ε. Ν. Γ., της ανηλίκου θυγατρός του Χ. Ι. Π., 3) Γ. Κ. Σ., 4) Π. Γ. Β., 5) Ε. Ν. Γ., συζ. Ι. Γ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα, μετά του συζύγου της Ι. Π. Γ., της ανηλίκου θυγατρός της Χ. Ι. Γ., 6) Ι. Χ. Ν., 7) Ρ. Γ. Ν., όλων κατοίκων ... και 8) Α. Π. του Ε., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατρός του Ε. Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η, 4η, 5η, 6ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καυκούλα και ο 8ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε στο αναιρετήριο ότι ο Α. Π. παρίσταται και ατομικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-11-2008, 19-11-2008 και 17-6-2009 αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, των ήδη 1ης, 2ου, 3ης, 4ης, 5ης, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη 8ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4507/2009 μη οριστική, 2197/2010 εν μέρει οριστική και 277/2011 οριστική (1η αγωγή), 4505/2009 οριστική (2η αγωγή) και 2894/2010 οριστική (3η αγωγή) του ίδιου Δικαστηρίου και 3337/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 12-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3337/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή, ενίοτε, του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντιστοίχως. Επομένως η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του διαδίκου, όταν αυτή απορρέει από το ουσιαστικό δίκαιο, ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1922/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008). Εξάλλου, ο δικαστικός συμπαραστάτης ανάλογα αν πρόκειται για στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση είτε εκπροσωπεί τον συμπαραστατούμενο ενεργώντας αντ' αυτού είτε απλώς συναινεί για τη διενέργεια όλων ή μερικών πράξεων και δικών.
Στη στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ο νόμος προβλέπει ότι εφαρμόζονται, εκτός αντιθέτων ρυθμίσεων, αναλόγως οι διατάξεις για την επιτροπεία ανηλίκων (ΑΚ 1682 εδ. α'). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1672 ΑΚ, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν και μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει με αίτηση ενός προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1667 ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, η εξουσία του οποίου περιλαμβάνει τη λήψη κάθε ασφαλιστικού μέτρου απαραίτητου για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου.
Ο όρος "ασφαλιστικό" δεν χρησιμοποιείται με την τεχνική - δικονομική έννοια αλλά περιλαμβάνει κάθε άλλο μέτρο υλικής ή νομικής φύσεως απαραίτητο για την "εξασφάλιση" του προσώπου ή της περιουσίας του συμπαραστατέου από σοβαρό κίνδυνο. Το ίδιο υποστηριζόταν και στο προηγούμενο δίκαιο κατά την ερμηνεία του παλαιού άρθρου 1692 ΑΚ που έκανε λόγο για "συντηρητικό μέτρο", θεωρία και νομολογία δέχονται ότι ο όρος "συντηρητικό μέτρο" έπρεπε να ληφθεί όχι με την στενή δικονομική σημασία του αλλά με την ευρύτερη έννοια του κάθε αναγκαίου (και κατεπείγοντος) μέτρου για τη συντήρηση του προσώπου και της περιουσίας του πάσχοντος, ακόμη και αν αυτό δεν ενέπιπτε στη στενή δικονομική έννοια του συντηρητικού μέτρου.
Τέτοιο αναγκαίο μέτρο, σε περίπτωση σοβαρού τραυματισμού σε ατύχημα του συμπαραστατέου, ο οποίος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον και βρίσκεται σε αδυναμία να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του και να διασφαλίσει τις αξιώσεις του από το ατύχημα κατά των υπόχρεων σε αποζημίωση, είναι και η άσκηση της σχετικής αγωγής, για την οποία δεν είναι δυνατόν να αναμένεται ο διορισμός οριστικού συμπαραστάτη, δοθέντος ότι η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση κατά το άρθρο 1673 ΑΚ λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κυρίας δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ασκήθηκαν τρεις αγωγές κατά των (μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη) Λ. Β., Η. Π., της αναιρεσείουσας εταιρείας ΦΑΓΕ και της ασφαλιστικής εταιρείας "CENERAL UNION Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (επίσης μη διάδικος στην αναιρετική δίκη), με τις οποίες ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες, ο καθένας εις ολόκληρο, τα αναφερόμενα στις αγωγές ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία, την ηθική βλάβη και την ψυχική οδύνη που αυτοί υπέστησαν από το αναφερόμενο στις αγωγές ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων, που οδηγούσε το ασφαλισμένο στην τέταρτη εναγομένη αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου τούτων και τον οποίο (οδηγό) συνέδεε σχέση πρόστησης και με την τρίτη εναγομένη (αναιρεσείουσα), για λογαριασμό της οποίας μετέφερε γάλα.
Η από 6-11-2008 αγωγή ασκήθηκε από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητά της ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Γ. Π. Γ., η οποία ζήτησε να της επιδικασθούν νοσήλια, αυτοτελής αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ. και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που η θυγατέρα της υπέστη συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού της από το ένδικο ατύχημα.
Η από 19-11-2008 αγωγή ασκήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, πλην του Α. Π., οι οποίοι ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους Π. Σ., που έλαβε χώρα κατά το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, η δε πρώτη τούτων και αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής.
Ο Α. Π. άσκησε την από 17-6-2009 αγωγή, για τον εαυτό του και ως ασκών τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Ε., με την οποία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του παππού της ανήλικης, Π. Σ., και την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη από τον τραυματισμό του, καθώς και αποζημίωση για τη θετική και αποθετική του ζημία.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν, αντίστοιχα, α) οι 4507/2009, 2197/2010 εν μέρει μη οριστικές και 277/2011 οριστική, β) η 4505/2009 οριστική και γ) η 2894/2010 οριστική, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές. Κατ' αυτών ασκήθηκαν εφέσεις από όλες τις διάδικες πλευρές, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με αυτήν το Εφετείο συνεκδίκασε τις εφέσεις, τις δέχθηκε κατ' ουσίαν (πλην της έφεσης του Α. Π.), εξαφάνισε τις πρωτόδικες, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, στους αναιρεσίβλητους τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων, ποσά.
Σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της πρώτης ενάγουσας - ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, Χ. Ι. Σ., για την άσκηση των ένδικων αγωγών, ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Γ. Π. Γ., διέλαβε τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι, συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος... η Γ. Π. Γ. [θυγατέρα του και σύντροφος του ενάγοντος της τρίτης αγωγής, Α.
Π.] υπέστη πολλαπλά κατάγματα, ήτοι βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με κάταγμα ρινικού οστού αριστερά, μετωπιαίων άμφω, κατάγματα ωλεκράνου, επισκληρίδιο αιμάτωμα αρ. βρεγματικής, αιμορραγικά στοιχεία κοιλιακού συστήματος και υπαραχνοειδών χώρων, διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα, ανθεκτική ενδοκράνια υπέρταση με βαρβιτουρικό κώμα και καθετήρα υποθερμίας, μετατραυματική μηνιγγίτιδα από σταφυλόκοκκο, αιμορραγικά στοιχεία κοιλιακού συστήματος και υπαραχνοειδών χώρων, κατάγματα εγκαρσίων αποφύσεων Ο3 και Ο4 οσφυϊκών σπονδύλων, θλάσεις ήπατος στους λοβούς VII και VIII και βρίσκεται ήδη σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, λόγω των σοβαρών εγκεφαλικών κακώσεων, του απαλλικού συνδρόμου, της εσωτερικής υδροκεφαλίας, του κοιλιακού - περιτοναϊκού SHUNT.
Η ανωτέρω αρχικά διακομίσθηκε στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, όπου νοσηλεύθηκε έως 26-8-2008, οπότε μεταφέρθηκε στη Βουλγαρία, ήδη δε λόγω της ανωτέρω κατάστασής της [άγρυπνου κώματος], είναι διασωληνωμένη και χωρίς επαφή με το περιβάλλον και λόγω της καταστάσεως της υγείας της είχε τεθεί αρχικά υπό προσωρινή δικαστική συμπαράσταση, δυνάμει της από 4-11-2008 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ακολούθως, δυνάμει της 1299/2010 οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, τέθηκε υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και διορίσθηκε ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια αυτής η ενάγουσα μητέρα της Χ.
Ι. Σ. και από της τελεσιδικίας της εν λόγω αποφάσεως [βλ. 2358/2011 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά], ως οριστική δικαστική συμπαραστάτρια αυτής η ίδια [μητέρα της]. Επομένως, η πρώτη ενάγουσα, μητέρα της, νομιμοποιείτο ενεργητικά, αρχικά μεν, ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια και εν συνεχεία, ως οριστική δικαστική συμπαραστάτρια της Γ.
Π. Γ. στην άσκηση των προαναφερθεισών αγωγών και την εκπροσώπησή της ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων, προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματα και αξιώσεις της, από το ένδικο ατύχημα. Ήταν δε αναγκαία και επείγουσα η εκ μέρους της άσκηση των ανωτέρω αγωγών, για την αντιμετώπιση μεταξύ άλλων και των δαπανών νοσηλείας της, λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού της, απορριπτόμενων των αντιθέτων υποστηριζόμενων με τον πρόσθετο λόγο έφεσης της τρίτης εναγόμενης εταιρίας, με την επωνυμία ΦΑΓΕ ΑΕ".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ήτοι να κρίνει ότι η πρώτη ενάγουσα νομιμοποιείτο ενεργητικά, ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια της θυγατέρας της, δηλαδή πριν την (επελθούσα μετά τριετία περίπου) τελεσιδικία της απόφασης, με την οποία η τελευταία τέθηκε υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, στην άσκηση των ένδικων αγωγών της εν λόγω θυγατέρας της, η οποία δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, προκειμένου να διασφαλίσει τις αξιώσεις της, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, από τις οποίες απορρέει η νομιμοποίησή της και τις οποίες εφάρμοσε ορθώς.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Εξάλλου, το γεγονός ότι διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά που προέκυψαν μετά την άσκηση της αγωγής, ήτοι ο εν συνεχεία διορισμός της ενάγουσας, ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της, τα οποία αναφέρονταν στην νομιμοποίησή της, όχι για την άσκηση των ένδικων αγωγών αλλά στην νόμιμη εκπροσώπηση της συμπαραστατουμένης ενώπιον των δικαστηρίων, δεν ιδρύουν την πλημμέλεια του αρ. 8 περ.
α' Κ.Πολ.Δ., ήτοι της λήψης πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, και ο δεύτερος λόγος, κατά τη δεύτερη αιτίαση αυτού, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθεντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν σ' αυτό, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής σχετικά με την υπαιτιότητα πραγματικά περιστατικά: "Την 26-4-2008 και κατά τις μεσονύκτιες ώρες, ο Π. Σ. υπήκοος Βουλγαρίας οδηγώντας το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, έχων ως συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού τον γιό του Ι. Γ. και στα πίσω καθίσματα τη σύζυγό του Χ. Σ., τη νύφη του Ε. Γ. και την εγγονή του Χ. Γ., κινείτο στην Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Μετά τη διέλευσή του από τα διόδια των Αφιδνών, περί ώρα 00.55, στάθμευσε το όχημά του, με αναμμένα τα φώτα προσωρινής στάσης [alarm], στο ύψος του 24ου χιλιομέτρου [όπως προκύπτει από την συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας], στη λωρίδα εκτάκτου ανάγκης, στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα και ανέμενε τη θυγατέρα του Γ.
Π. Γ. με τον σύντροφό της Α. Π. [ενάγοντα της υπό στοιχείο Γ αγωγής], οι οποίοι επέβαιναν στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητό τους, με τους οποίους είχε ορίσει εκεί ως σημείο συνάντησης, προκειμένου να προπορευθεί το αυτοκίνητο των τελευταίων και να κατευθυνθούν στη συνέχεια στην οικία της θυγατέρας του και του συντρόφου της, στην περιοχή Περάματος Πειραιά.
Όταν κατέφθασε και το αυτοκίνητο της θυγατέρας τους, οδηγούμενο από τον Α. Π., στάθμευσε έμπροσθεν του οχήματος του Π. Σ. και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων, με αναμμένα επίσης τα φώτα προσωρινής στάσης, εντός της λωρίδας εκτάκτου ανάγκης. Ο Α. Π. και η Γ. Π. Γ. κατέβηκαν από το αυτοκίνητό τους και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο του Π.
Σ.. Από το τελευταίο αυτοκίνητο εξήλθαν οι Π. Σ. και ο γιος του Ι. Π. Γ., ο οποίος στάθηκε έμπροσθεν του οχήματος, εντός του οποίου επέβαινε, ενώ οι λοιποί, δηλαδή η Γ. Π. Γ., ο πατέρας της Π. Σ. και ο Α. Π. στάθηκαν αριστερά του αυτοκινήτου του Π. Σ., για να ανταλλάξουν ευχές και να συνεννοηθούν για τη διαδρομή που έπρεπε ν' ακολουθήσουν, για να μεταβούν στο Πέραμα.
Στο σημείο αυτό πρέπει ν' αναφερθεί ότι η Ν.Ε.Ο. Αθηνών -Λαμίας στη συγκεκριμένη χιλιομετρική θέση [24,5 χλμ], είναι ευθεία, έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, με πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, 11,20 μέτρων, πλάτος λωρίδας εκτάκτου ανάγκης 2,40 μέτρων και ρείθρο υδάτων 1,44 μέτρων και όριο ταχύτητας 120 χλμ/ω, ενώ, κατά τον ανωτέρω χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν υγρή, λόγω ελαφράς βροχόπτωσης, οι συνθήκες φωτισμού ήταν νύκτας, με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο και είχε αραιή κυκλοφορία οχημάτων και ανύπαρκτη κυκλοφορία πεζών.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή, στην ίδια κατεύθυνση, ήτοι στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας και στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας έβαινε ο πρώτος εναγόμενος, Λ. Β., οδηγώντας το ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου, βυτιοφόρο όχημα τροφίμων, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Η.
Π., το οποίο μετέφερε γάλα από φάρμες της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, στο εργοστάσιο της τρίτης εναγόμενης εταιρίας [ΦΑΓΕ ΑΕ], στη ..., και το οποίο όχημα ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία [GENERAL UNION ΑΕ], η άδεια της οποίας ήδη ανακλήθηκε οριστικά και στη θέση της οποίας υπεισήλθε αυτοδίκαια το εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.
Ο τελευταίος οδηγός, αφού διήλθε τα διόδια Αφιδνών, τα οποία βρίσκονται στο 27ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού [βλ. από 3-6-09 βεβαίωση του Β' τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων] και ενώ κινείτο με ταχύτητα 55 χλμ/ω [βλ. από 26-4-08 ταχογράφο], ήτοι κατά πολύ κατώτερη του επιτρεπομένου για το συγκεκριμένο όχημα, ορίου των 80 χλμ/ω [βλ.
σχετ. έκθεση αυτοψίας], αποκοιμήθηκε ενώ οδηγούσε, λόγω της υπερβολικής κούρασης, αφού οδηγούσε, κατά παράβαση των άρθρων 1, 4 § 1 και 48 του Ν. 3446/2006, για 21 ώρες και 40' και ειδικότερα από τις 03.30 της 26-4-2008 μέχρι την 00.50 της 27-4-2008, με αποτέλεσμα το όχημά του να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα δεξιά και να επιπέσει με το εμπρόσθιο και δεξιό μέρος του επί του σταθμευμένου οχήματος του Π.
Σ., το οποίο κτυπήθηκε περιμετρικά και στην οροφή, καθώς και στους πεζούς Π. Σ., Α. Π. και Γ. Γ., τους οποίους παρέσυρε εντός της λωρίδας έκτακτης ανάγκης. Από τους ανωτέρω ο Π. Σ. τραυματίσθηκε θανάσιμα και απεβίωσε αμέσως, ενώ η Γ. Γ. και ο Α. Π. [ενάγοντες] τραυματίσθηκαν σοβαρά, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των συνεπειών του είναι ο πρώτος εναγόμενος [των ανωτέρω αγωγών] Λ. Β., ο οποίος λόγω έλλειψης της προσοχής, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να επιδείξει και συμπεριφερόμενος, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στις συνθήκες της ανωτέρω οδού, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, αλλά, αποκοιμηθείς στιγμιαία κατά τη διάρκεια της οδήγησης, λόγω της υπερκόπωσης, κατά παράβαση των άρθρων 12, 13, 16, 21 και 23 του ΚΟΚ, επέπεσε επί του οχήματος του Π.
Σ. και των έξωθεν αυτού ισταμένων πεζών. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από την χωρίς όρκο από 27-4-2008 προανακριτική κατάθεση του ως άνω εναγόμενου οδηγού [Λ. Β.], στην οποίαν ανέφερε κατά λέξη: "κατά τη διάρκεια της επιστροφής αισθανόμουν κουρασμένος, έκανα μία στάση 35 λεπτών περίπου στην περιοχή του Αγ.
Κωνσταντίνου και στη συνέχεια άλλη μία πεντάλεπτη στάση στην περιοχή της Υλίκης. Περνώντας τα διόδια Αφιδνών, περί ώρα 00.55 την 27-4-08 λίγα μέτρα μετά και κινούμενος στη δεξιά λωρίδα, κλείσανε τα μάτια μου για λίγα δευτερόλεπτα και τα άνοιξα με το θόρυβο της πρόσκρουσης σε επιβατηγό IX που βρισκόταν εν στάση στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης".
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι, το ατύχημα δεν έλαβε χώρα 60 με 70 μέτρα μετά τα διόδια των Αφιδνών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με τις αγωγές τους οι ενάγοντες και δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις εκκαλούμενες ως άνω αποφάσεις του, αλλά μετά από 2,5 περίπου χιλιόμετρα, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας και το προαναφερθέν έγγραφο της Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων, δεκτού γενομένου επί του θέματος τούτου, του τρίτου λόγου της εφέσεως του δεύτερου εναγόμενου Η.
Π.. Εξάλλου, θα ήταν αδύνατον ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος να έχει αποκοιμηθεί, αμέσως μετά τη διέλευσή του από τα διόδια, γιατί η διαδικασία της επιλογής της σχετικής διόδου [ταμείου], έστω και με e-pass επιβάλλει εγρήγορση, που αποτρέπει το "νυσταγμό". Αμέσως όμως μετά και στα ολίγα δευτερόλεπτα που απαιτούνταν για τη διαδρομή των δύο χιλιομέτρων, λόγω της κούρασης που προαναφέρθηκε, αυτός αποκοιμήθηκε στιγμιαία, με τις ανωτέρω τραγικές συνέπειες ...
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι τρεις πεζοί, οι οποίοι ήσαν όρθιοι έξω από το αυτοκίνητο του Π. Σ., δεν είχαν εισέλθει και εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, έτσι ώστε να παρεμποδίζουν με την παρουσία τους την κυκλοφορία των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τους εναγόμενους, αφού, όπως εμφαίνεται στο συνταχθέν από το Τμήμα Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων σχεδιάγραμμα, η λωρίδα έκτακτης ανάγκης έχει πλάτος 2,40 μέτρα, ενώ το όχημα του Π.
Σ., όπως εμφαίνεται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες έχει φάρδος, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1,40 - 1,50 μ., οπότε ο κενός χώρος που απέμεινε στην αριστερή πλευρά της λωρίδας έκτακτης ανάγκης και πλησίον της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το ζημιογόνο όχημα, είχε πλάτος 90 cm περίπου, χώρος επαρκής για να παραμείνουν εντός αυτού επ' ολίγον οι τρεις πεζοί, χωρίς να εισέλθουν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Εξάλλου, ούτε η στάθμευση των οχημάτων τους, εντός της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, η οποία ασφαλώς έγινε κατά παράβαση του άρθρου 29 § 9 του ΚΟΚ, συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού όπως ήδη έχει προεκτεθεί το ζημιογόνο όχημα παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά και αφού εισήλθε εντός της λωρίδας έκτακτης ανάγκης, προσέκρουσε επί του εκεί σταθμευμένου πρώτου οχήματος και των πεζών.
Η ως άνω παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, εκ μέρους του οδηγού Π. Σ. και του ενάγοντος της τρίτης αγωγής, επίσης οδηγού Α. Π., δεν αρκεί για να θεμελιώσει υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητά τους στην επέλευση του ατυχήματος, χωρίς τη διαπίστωση ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό εκείνο αποτέλεσμα. Τέλος, ούτε η παράλειψη τοποθέτησης τριγώνου συνδέεται αιτιωδώς με το ως άνω ατύχημα, αφού και τα δύο οχήματα είχαν αναμμένα τα φώτα στάσης τους, τα οποία εάν δεν είχε αποκοιμηθεί ο εναγόμενος οδηγός, ασφαλώς θα είχε αντιληφθεί και θα είχε συνεχίσει κανονικά την πορεία του, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, με δεδομένη μάλιστα τη μικρή ταχύτητα, με την οποίαν εκινείτο.
Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, οι υποβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερόμενοι με λόγο εφέσεως, καθώς και με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως της εταιρίας με την επωνυμία ΦΑΓΕ ΑΕ, ισχυρισμοί των εναγομένων, περί συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος και των παθόντων στην πρόκληση του ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού τους".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 12, 13, 21 και 29 παρ. 9 του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις, διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για το ένδικο ατύχημα, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή, απώλεια ελέγχου του οχήματός του λόγω υπερκόπωσης που του προκάλεσε ύπνο, με συνέπεια να παρεκκλίνει της πορείας του ακούσια προς τα δεξιά), όσο και ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας των παθόντων, αιτιολογώντας ειδικά την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της στάθμευσης του αυτοκινήτου του οδηγού Π.
Σ. στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης ή της παράλειψης τοποθέτησης από αυτόν τριγώνου και της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, που οφείλεται στις προαναφερθείσες αβλεψίες του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Όμως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανατώσεως ή τραυματισμού προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος προϋποθέτει:
α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Ήτοι, η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που χορήγησε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ' αυτούς (ΑΠ 9/2011, ΑΠ 1396/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα σχετικά με την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του οδηγού Λ. Β.: "Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι σχέση πρόστησης συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο οδηγό Λ.
Β., με τον δεύτερο εναγόμενο, ιδιοκτήτη του οχήματος, Η. Π., καθόσον το ως άνω ατύχημα έλαβε χώρα, κατά την πορεία και τον προορισμό που είχε ανατεθεί σ' αυτόν από τον ιδιοκτήτη του, εντός των ορίων των εντολών αυτού. Καθόσον αφορά στον ισχυρισμό του Η. Π., ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος παρέβη τις οδηγίες του, περί μη υπερβάσεως του ανώτατου επιτρεπτού ορίου ημερήσιας οδήγησης και περί διανυκτερεύσεώς του στην Κατερίνη, στην κουκέτα του οχήματος, καθώς και ότι αυτός, κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν κατευθυνόταν στο εργοστάσιο της ΦΑΓΕ, αλλά στην οικία του για τον εορτασμό του Πάσχα, αυτός ουδόλως αποδείχθηκε.
Ειδικότερα, το θέμα της τηρήσεως από τους οδηγούς που χρησιμοποιούσε, του νομίμου ωραρίου ημερήσιας οδήγησης, ευχερώς θα αποδεικνυόταν από την εκ μέρους του προσκόμιση ταχογράφων, τόσο του συγκεκριμένου οχήματος, όσο και πιθανόν άλλων, ιδιοκτησίας του. Ενώ, το γεγονός ότι το εργοστάσιο της ΦΑΓΕ ΑΕ, από την 18.00 ώρα του Μ.
Σαββάτου έως και την 15.00 ώρα της ημέρας του Πάσχα θα παρέμενε κλειστό και έτσι θα ήταν αδύνατη η παράδοση του γάλακτος έως την ανωτέρω ώρα, αποδείχθηκε ότι δεν στέρησε τον οδηγό από τη δυνατότητα στάθμευσης του οχήματος στις εγκαταστάσεις της, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός κατέλαβε αυτογνωμόνως το βυτιοφόρο όχημα και προκάλεσε το ένδικο ατύχημα κατά την οδήγησή του, εκτός του χρόνου και τόπου εργασίας του, με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης του να ευθύνεται μόνον μέχρι του ποσού της αξίας του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος.
Αλλά, ακόμα και αν γίνει δεκτό, ότι ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς στην οδήγηση του ζημιογόνου οχήματος από τον ιδιοκτήτη αυτού, δεύτερο εναγόμενο, ενήργησε κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του τελευταίου, σχετικά με την τήρηση του ωραρίου οδήγησης του οχήματός του, ο προστήσας Η. Π., ευθύνεται αντικειμενικώς για τη ζημία που προξενήθηκε από τον προστηθέντα οδηγό του, στους ενάγοντες, επειδή υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος οδηγού και της ανατεθείσας σ' αυτόν από τον ιδιοκτήτη του οχήματος υπηρεσίας, αφού δηλαδή η ζημιογόνος ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει, χωρίς την πρόστηση.
Συνεπώς, ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται κατά τις διατάξεις περί πρόστησης, εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο στην αποκατάσταση των προκληθεισών στους ενάγοντες ζημιών. Επίσης, σχέση πρόστησης συνέδεε και την τρίτη εναγόμενη εταιρία με τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν ήταν υπάλληλός της, ούτε αμειβόταν από αυτήν, αλλά ούτε ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος ήταν η ίδια.
Ειδικότερα, η εναγόμενη εταιρία, προσδιόρισε στον δεύτερο εναγόμενο Η. Π., τους προμηθευτές της, από τη γεωγραφική θέση των εγκαταστάσεων των οποίων, προσδιοριζόταν και το δρομολόγιο του οδηγού, τις ποσότητες γάλακτος που θα συνέλεγε από αυτούς, την ημέρα συλλογής και το διήμερο, εντός του οποίου έπρεπε αυτό να παραδοθεί στις εγκαταστάσεις της, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η παράδοσή του γινόταν σε πολύ μικρότερο χρόνο, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης του ιδιοκτήτη του βυτιοφόρου.
Έτσι, ενώ οι εντολές και οδηγίες της απευθύνονταν προς τον ιδιοκτήτη του βυτιοφόρου, με τον οποίον είχε συμβληθεί αυτή, είχαν ως τελικό αποδέκτη τον οδηγό του οχήματος, ο οποίος και τις υλοποιούσε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Από κοινού δε με τον ιδιοκτήτη του βυτιοφόρου επέβλεπε και επόπτευε η εναγόμενη εταιρία την προσήκουσα εκτέλεσή τους, αφού σε περίπτωση εμφάνισης οποιουδήποτε προβλήματος [π.χ.
ακαταλληλότητα γάλακτος ή μεταβολή της προκαθορισμένης ποσότητας], αυτός θα απευθυνόταν μεν στον ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος όμως δεν θα επίλυε κατά την κρίση του το συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά θα ζητούσε οδηγίες από την τρίτη εναγόμενη. Έτσι, αποδεικνύεται ότι υπήρχε σχέση πρόστησης και με την ως άνω εναγόμενη εταιρία, η οποία ασκούσε μία χαλαρή εποπτεία επί του εναγόμενου οδηγού, αφού καθόρισε τη διαδρομή του, το χρόνο συλλογής του γάλακτος από συγκεκριμένους παραγωγούς και παράδοσής του στις εγκαταστάσεις της, εντός του χρόνου που είχε προσδιορισθεί από αυτήν.
Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ανωτέρω ζημιογόνου πράξεως του προστηθέντος και της τρίτης εναγομένης προστήσασας αυτόν, αφού το ένδικο ατύχημα δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς την πρόστηση, ήτοι χωρίς την εκτέλεση του συγκεκριμένου δρομολογίου το οποίο πραγματοποιήθηκε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της.
Συνεπώς, και η τρίτη εναγόμενη εταιρία ΦΑΓΕ ΑΕ ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί με τον πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, στην αποκατάσταση των προκληθεισών από το ένδικο ατύχημα ζημιών των εναγόντων".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του υπαίτιου οδηγού και της συνεπεία αυτής ευθύνης εις ολόκληρο της πρώτης που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος ή τραυματισμός αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causee.
Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (άρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το άρθ. 931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης.
Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου (Ολ.ΑΠ 10/2011, Ολ.ΑΠ 21/2000, ΑΠ 597/2010).
Κατά το όρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΑΠ 532/2012, ΑΠ 442/2008), το καθορισθέν δε από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 6/2009).
Εξάλλου αναγνωρίζεται η δυνατότητα χρηματικής ικανοποίησης για μελλοντική ψυχική οδύνη του νηπίου, το οποίο κατά το χρόνο θανατώσεως του μέλους της οικογένειάς του, λόγω της συναισθηματικής του ανωριμότητας και της ατελούς αναπτύξεώς του, δεν μπορεί να αισθανθεί ψυχικό πόνο, πλην όμως είναι βέβαιο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα την υποστεί αργότερα, όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα αισθάνεται ψυχικό πόνο από την έλλειψη του οικείου του (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 598/2005).
Επίσης, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμα και στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον και χαρακτηρίζεται ως "φυτό". Το συμπτωματικό γεγονός ότι ο παθών για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή, η οποία, μάλιστα, μπορεί να είναι η ίδια η αδικοπραξία, δεν είναι σε θέση, επί του παρόντος, να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας, δεν επιτρέπεται να απαλλάσσει τον υπόχρεο, ενώ δεν αποκλείεται η δυνατότητα βελτίωσης στο μέλλον της κατάστασης του παθόντος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να συναισθανθεί τη σημασία της εις βάρος του αδικοπραξίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η Γ. Γ. από τον ως άνω τραυματισμό της διέλαβε τις εξής αιτιολογίες: "Εξάλλου, ενόψει των συνθηκών και περιστάσεων, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα, του μεγέθους και των συνεπειών του σε βάρος της ενάγουσας Γ. Γ., η οποία τότε ήταν ηλικίας 33 ετών, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της εκτάσεως των τραυμάτων που υπέστη, της σοβαρότητας και της επιδράσεως στη ζωή της, αφού αυτή, βρίσκεται σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και σε πλήρη νοητική στέρηση, γεγονός όμως που δεν μπορεί να αποκλείσει την αποκατάσταση της επαφής της με την πραγματικότητα στο μέλλον, όπως ήδη έχει προεκτεθεί σε άλλο κεφάλαιο της παρούσας, λαμβανομένης επίσης υπόψη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, πλην του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει υποστεί ψυχική και σωματική ταλαιπωρία και συνακόλουθα ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, η οποία με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο κρίσιμο ως άνω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλαβε υπόψη τους προσδιοριστικούς παράγοντες (συνθήκες ατυχήματος ηλικία παθούσας, βαρύτητα του τραυματισμού της, αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση εν γένει των διαδίκων φυσικών προσώπων) για την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών στην ενάγουσα λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και την πιθανότητα αποκατάστασης στο μέλλον της επαφής της με την πραγματικότητα.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ύπαρξης πιθανότητας αποκατάστασης της επαφής αυτής με την πραγματικότητα και της κρίσης της προσβαλλομένης περί μόνιμης 100% αναπηρίας της στο μέλλον.
Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., οι δε αντίθετες αιτιάσεις του έβδομου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες. Όμως, καθ' όσο μέρος υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς πραγματικό ζήτημα (ύψος ποσού χρηματικής ικανοποίησης), το οποίο δεν ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου της ουσίας, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβάλλει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ 670/ 2006).
Το ποσό του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.
αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες (ΑΠ 72/2012, ΑΠ 210/2012, ΑΠ 416/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικού ποσού με βάση το άρθρο 931 Α.Κ. η προσβαλλομένη δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Γ. Γ., έχει καταστεί, μονίμως ανάπηρη κατά ποσοστό 100%. Ειδικότερα, αυτή λόγω του βαρύτατου τραυματισμού της, κατά το ένδικο ατύχημα, βρίσκεται σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, διασωληνωμένη, δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον και δεν έχει συναίσθηση της κατάστασης στην οποίαν βρίσκεται, ενώ έχει ανάγκη νοσηλείας και φροντίδας άλλου ατόμου εφ' όρου ζωής.
Ειδικότερα, αυτή, ηλικίας σήμερα 37 ετών, λόγω των βαρύτατων ως άνω σωματικών βλαβών, σημαδεύτηκε με αναπηρία, η οποία όπως αναφέρουν οι πραγματογνώμονες ιατροί αναμένεται να διαρκέσει για το υπόλοιπο της ζωής της, χωρίς να μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια το προσδόκιμο της ζωής της. Η αναπηρία της αυτή έχει και θα έχει δυσμενείς συνέπειες στην προσωπικότητά της και την προσωπική της ζωή, αφού έχει μόνιμα σοβαρά λειτουργικά και κοσμητικά προβλήματα.
Έχει στερηθεί τη χαρά της ανατροφής της ανήλικης θυγατέρας της Ε., που απέκτησε με τον σύντροφό της Α. Π. και την απόλαυση της συμβίωσής της με αυτόν, ενώ δε περαιτέρω, είχε όλα τα απαιτούμενα εφόδια για την επαγγελματική της αποκατάσταση, ως φυσικοθεραπεύτρια, στερήθηκε εφ' όρου ζωής, αφενός τη δυνατότητα και αφετέρου την πληρότητα που προσφέρει η προσφορά των γνώσεων και εμπειριών σε πάσχοντες που την είχαν ανάγκη.
Έτσι, αυτή έχει καταστεί εφ' όρου ζωής άτομο χωρίς δυνατότητες για την εξεύρεση εργασίας και τη βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης, αφού λόγω της πλήρους αναπηρίας δεν έχει μυϊκές δυνάμεις για να εκτελέσει την εργασία της ως φυσικοθεραπεύτρια, αλλά και κάθε άλλη εργασία που απαιτεί τέτοιες δυνάμεις [μυϊκές], δηλαδή έχασε κάθε δυνατότητα να ζήσει μία φυσιολογική ζωή.
Για το λόγο αυτό πρέπει να της επιδικαστεί, λόγω της δυσμενούς επιδράσεως του τραυματισμού της στο μέλλον και αυτοτελής και πρόσθετη αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ, ύψους 40.000 ευρώ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, επιδικάζοντας πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ., λόγω της αναπηρίας της ανωτέρω ενάγουσας. Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., ως προς το στοιχειοθέτηση του αντίστοιχου δικαιώματος της εν λόγω ενάγουσας, ενόψει του μη προσδιορισμού της εκ της αναπηρίας της μελλοντικής περιουσιακής ζημίας αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (χωριστές ο τελευταίος και ενιαίες οι λοιποί), τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ για κάθε ομάδα με κοινή παράσταση (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 204/21-3-2013 αίτηση για αναίρεση της 3337/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ του τελευταίου και στο αυτό ποσό των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ