Supreme Court allows appeal against final judgment, remands case and orders restitution of executed amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to set aside a final first-instance judgment regarding a civil dispute. The court found the appeal admissible because the appellant had waived the right to appeal via cassation, rendering the first-instance decision legally final. Consequently, the court ordered the lower court to be reconstituted for a new trial and mandated the respondent to return the 15,000 euros paid under the executed judgment with interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 579(2) of the Code of Civil Procedure: A final first-instance judgment becomes subject to appeal when the party waives the right to appeal via cassation, and such an appeal results in the annulment of the decision and the remittal of the case for retrial by a different panel, while the party who executed the decision must restore the status quo ante.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 766/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Γ. Α.Ε.Μ.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 6-2-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1012/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2011 αίτησή της, με τις δε από 6-2-2012 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 30-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδάφ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επομένως και με το δικόγραφο της αναιρέσεως.
Η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως ανατρέχει μάλιστα στο χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του δικογράφου έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (πρβλ Ολ.ΑΠ 9/1996). Υπό τα δεδομένα αυτά, η νομοτύπως ασκηθείσα στις 9-6-2011 ένδικη αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 1012/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από συζήτηση της υποθέσεως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή, κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αφού στο δικόγραφό της, το οποίο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 11812Ζ'/27-7-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...
μετά τις κάτω από αυτή, με ημερομηνία 27-7-2011 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου της Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Ηλιουπόλεως και με ημερομηνία 28-7-2011 βεβαίωση παράδοσης από τον άνω δικαστικό επιμελητή στην αρμόδια υπάλληλο του Ταχυδρομικού Γραφείου Πειραιά συστημένης επιστολής, επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσίβλητο στις 27-7-2011, περιέχεται δήλωση της ηττημένης (εν μέρει) εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ότι παραιτείται από το δικαίωμα προσβολής της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με το ένδικο μέσο της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο, μέσα στο νόμιμο ωράριο, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και η οποία (πρόσθετη) εργασία παρέχεται συνήθως με μισθό, ο εργοδότης, αν δεν έχει συμφωνηθεί ιδιαίτερος πρόσθετος μισθός, ούτε συμφωνήθηκε ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, υποχρεούται να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται συνήθως σε άλλους μισθωτούς, που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Περαιτέρω, από τις αυτές ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 του Ν. 1876/1990 και 2 επ. του Ν.Δ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά την διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες κ.λπ., για τον λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ.
Αντίθετα, στην περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό την μορφή της απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως προς εργασία, στην οποία ο εργαζόμενος συμφωνεί να περιορίσει την προσωπική του ελευθερία, αναλαμβάνοντας μόνο την υποχρέωση να παραμείνει σε ορισμένο τόπο για ορισμένο χρόνο, χωρίς να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, τις οποίες υποχρεούται να κινητοποιήσει μόνο αν υπάρξει ανάγκη, δεν εφαρμόζονται, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.
Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Τέλος, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας προς εργασία και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη περίπτωση.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, στις 27-9-1999 ως οδηγός σχολικού λεωφορείου και απασχολήθηκε σ' αυτή δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που άρχιζαν με την έναρξη της σχολικής περιόδου (την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους) και έληγαν με το πέρας αυτής (στις 15 Ιουνίου κάθε έτους), έως τις 15-6-2008, που συνταξιοδοτήθηκε.
Με όλες τις παραπάνω συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε ότι αυτές θα διέπονταν από τους όρους της ισχύουσας την αντίστοιχη χρονική περίοδο κλαδικής ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Στη συνέχεια δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι, ενώ είχε συμφωνηθεί ότι ο ενάγων θα εργαζόταν ως οδηγός σχολικού λεωφορείου με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες την εβδομάδα, αυτός εργαζόταν, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρας 06.30' έως ώρα 17.30', ήτοι επί 11 ώρες την ημέρα και 55 ώρες την εβδομάδα (11 ώρες Χ 5 ημέρες).
Συγκεκριμένα - συνεχίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο - ο ενάγων, οδηγώντας το σχολικό λεωφορείο της εναγομένης, πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, που βρίσκονται στις ..., κατά τις ώρες 06.30' έως 08.30', ενώ, μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων, ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών στις κατοικίες τους, κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30, δεδομένου ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 14.00' και άλλοι στις 16.00'.
Σημειώνεται - όπως δέχεται το Μονομελές Πρωτοδικείο - ότι στις παραπάνω ώρες εργασίας του ενάγοντος δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης αυτού από την κατοικία του μέχρι την κατοικία του πρώτου μαθητή που παραλάμβανε το πρωί, ούτε και ο χρόνος μετάβασής του, από την κατοικία του τελευταίου μαθητή που άφηνε κάθε μεσημέρι, μέχρι την κατοικία του.
Κατά τις ενδιάμεσες ώρες, ήτοι από ώρας 08.30', που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών, μέχρι ώρας 13.30', που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ο ενάγων απασχολείτο, όπως και οι άλλοι οδηγοί της εναγομένης, με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι για δύο ημέρες την εβδομάδα απασχολείτο με διάφορες εργασίες της εναγομένης (η χαρακτηριζόμενη ως εφημερία), που απαιτούσαν την απασχόληση οδηγού, και τις λοιπές τρεις ημέρες βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο ...
και απασχολείτο με την καθαριότητα και την συντήρηση του λεωφορείου (π.χ. αφαίρεση τσιχλών και σκουπιδιών και εφοδιασμός με καύσιμα), διατηρώντας - σε κάθε περίπτωση - σε εγρήγορση τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις του για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή του από την εναγομένη, τελώντας κατά τον τρόπο αυτό σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς οποιαδήποτε παρεμφερή, με τις ανωτέρω, εργασία, ενώ πολλές από τις παραπάνω ημέρες ακολουθούσε τους μαθητές στις διάφορες ολοήμερες εκδρομές για ψυχαγωγία (σε θέατρα ή σε εξοχές, όπως π.χ.
στο Λαύριο).
Συνεπώς - καταλήγει το Μονομελές Πρωτοδικείο - ο ενάγων απασχολήθηκε πραγματικά με πλήρες ωράριο και μάλιστα και υπερωριακά και ως εκ τούτου οφείλεται σ' αυτόν ο πλήρης μισθός, όπως σε έναν εργαζόμενο πλήρους απασχολήσεως για όλες τις ώρες εργασίας, ήτοι και για αυτές που απασχολείτο με συναφείς και παρακολουθηματικές εργασίες (δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για πρόσθετη εργασία, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται), ή βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα να παράσχει την εργασία του στην εναγομένη.
Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του καταβαλλόμενου εκάστοτε μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου του παρασχεθείσα εργασία, κατά το από 1-9-2004 έως 15-6-2008 επίδικο χρονικό διάστημα, και ειδικότερα για απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία και για διαφορές επιδομάτων (δώρων) εορτών και επιδόματος και αποδοχών αδείας (με τον συνυπολογισμό και των αμοιβών για την παρεχόμενη σταθερά και μόνιμα υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία), το συνολικό ποσό των 36.525,14 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε, με καταψηφιστική διάταξη, σ' αυτόν.
Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποίες ήταν, κατά περιεχόμενο και αντικείμενο, οι διάφορες εργασίες, με τις οποίες απασχολείτο ο αναιρεσίβλητος κατά τις ενδιάμεσες ώρες, ήτοι από 08.30', που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών, έως 13.30', που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ώστε να κριθεί εάν επρόκειτο για συναφείς εργασίες προς την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού σχολικού λεωφορείου και ποίες ειδικότερα εργασίες, εάν παρίστατο ανάγκη, όφειλε ο αναιρεσίβλητος να εκτελέσει, ποίες από αυτές, ειδικότερα, εκτέλεσε και ο συγκεκριμένος χρόνος που απασχολήθηκε με καθεμία εργασία, κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα του ωραρίου του, κατά το οποίο βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι βάσιμος. Κατά παραδοχή, λοιπόν, ως βασίμου του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως και παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο, όμως, από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, με την απόδοση σ' αυτήν του ποσού που έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, η οποία (αίτηση) υποβλήθηκε νομότυπα με το αναιρετήριο και με τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 6-2-2012, την προτεραία δηλαδή της συζητήσεως, στηρίζεται στο άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Όπως αποδεικνύεται δε από την απόδειξη καταβολής ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία 3-6-2011, και το αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, με την ίδια ημερομηνία (3-6-2011), ποσού 15.000 ευρώ, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αυτή κατέβαλε οικειοθελώς στον Εμμανουήλ Λύτρα, πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, διά της ως άνω τραπεζικής επιταγής, το ποσό των 15.000 ευρώ σε εκτέλεση της διατάξεως της αναιρούμενης υπ' αριθμ. 1012/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία (διάταξη) κηρύχθηκε αυτή προσωρινά εκτελεστή για το εν λόγω ποσό των 15.000 ευρώ.
Πρέπει, επομένως, η αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση να γίνει δεκτή και κατ' ουσία και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της αναιρεσείουσας, από της επιδόσεως της παρούσης αποφάσεως, αφότου, δηλαδή, καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ, διότι γενεσιουργός λόγος της εναντίον του απαιτήσεως, για την απόδοση του ποσού, είναι η αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέσθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1012/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της ανωτέρω αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης αποφάσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ