Legislator Case Law & Legislation
766/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor court judgment regarding back pay and Sunday work premiums for public employee.

Case Number 766/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's judgment regarding back pay and Sunday work premiums. The appellant argued the lower court incorrectly calculated weekly hours, using 40 instead of the statutory 37.5 hours for public employees, which resulted in underpayment. The court found this calculation error violated substantive law and ordered the lower court to recalculate the amounts and retry the case with a new panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 48(3) and 49 of Law 496/1974; Article 10(1) of Presidential Decree 748/1946: The two-year limitation period for public employees' claims is constitutionally valid, and Sunday work premiums must be calculated based on the statutory weekly working hours of 37.5 hours for public sector employees.

Keywords

AI generated
public employee back pay Sunday work premium statutory working hours limitation period validity calculation error correction labor law appeal weekly hour standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 48(3) and 49 of Law 496/1974
Article 10(1) of Presidential Decree 748/1946
Article 12 of Law 1199/1981
Article 1 of Law 1476/1984
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 178 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 766 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 766/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Γ, κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο ...", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4102/1995 και 1685/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 3885/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2003 αίτησή της και τους από 26-8-2005 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-9-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πέμπτος κατά το δεύτερο και πέμπτο μέρος του, έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του Ν.Δ.496/1974,οχρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δυο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Η θεσπιζόμενη με τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνο των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ.6 και 17 Α.Κ. και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του αυτού Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ.

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (0λ.

ΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ 9/2009).Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θεσπίσεως της τριετούς αυτής προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, με αφετήριο σημείο τη δημοσίευση τους υπήρξε ο περιορισμός της ασκήσεως της εφέσεως και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων.

Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την ένδικη από 18-10-1993 αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας, που γεννήθηκαν μέχρι την 31-12-1990,είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής, λόγω συμπληρώσεως διετίας από ίο τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και εκείνες του άρθρου 28 παρ.1α του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950 και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, και οι πρώτος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ(άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν ιόν κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, σύμφωνα με διάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία ζητείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο.

Ειδικότερα, από το άρθρο 6 αρ.1 της ΕΣΔΑ που, εκτός άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερου δικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή.

Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει ωστόσο σε μεμονωμένες περιπτώσεις την κατ' εξαίρεση πρόβλεψη της δυνατότητας θέσεως σε κίνηση της διαδικασίας αυτεπάγγελτα από το δικαστή. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι, όμως, η ύπαρξη ενός, αντικειμενικού, ουσιαστικού λόγου, όπως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης θέσης σε κίνηση της διαδικασίας χάριν του γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ταυ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ.3 του Ν.Δ.496/1974 ένσταση παραγραφής των κότα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".Η εξαίρεση αυτή υπέρ των Ν.Π.Δ.Δ.

δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ.1 του ΚΠολΔ., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω ρητές εγγυήσεις, η δε διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Ν.Π.Δ.Δ.

από τη δυνατότητα να προβάλλουν, καθ' υποφοράν, ενόψει του(εκ του νόμου)γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής. Εξάλλου, από μόνη την αυτεπάγγελτη εξέταση της παραγραφής στην προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης.

Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ' του Ν.Δ.496/1974 δεν είναι αντίθετη και προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών και ενοχικών) δικαιωμάτων ( ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών),αλλ' όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής οπό το δικαστήριο.

Και τούτο διότι περιουσία κατά την άνω διάταξη αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτιμήσεως εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτιμήσεως έννομη σχέση του δανειστή του Ν.Π.Δ.Δ. δεν αποτελεί, λογικώς, το, κατ' ένσταση μόνο, προβλητό της παραγραφής της απαιτήσεως του. Άλλωστε, από τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 1 αυτού(Πρόσθετου Πρωτοκόλλου),που ορίζει ότι "Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή Π3οστίμων",προκύπτει ότι και τούτο, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει Νόμους, αν κρίνει τούτο αναγκαίον, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα προεκτιθέμενα (Ολ ΑΠ 11/2003).Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, εξαφάνίσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή για επιδίκαση αξιώσεων της αναιρεσείουσας, καθαρίστριας του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, Ν.Π.Δ.Δ.

συνδεόμενου με την πρώτη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-12-1990,έκρινε δε, στη συνέχεια, ότι οι εν λόγω αξιώσεις έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ. γ' του άνω Ν.Δ., αυτεπαγγέλτως, αφού η περί παραγραφής ένσταση δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου ούτε είχε επαναφερθεί σε αυτό νομίμως, διά συγκεκριμένης αναφοράς κότα το άρθρο 240 ΚΠολΔ σε σχετικό μέρος των πρωτόδικων προτάσεων του εναγομένου όπου ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος του κυρίου δικογράφου και πρώτος των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναίρεσε ίων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάζοντας το παρατιθέμενο αποσπασματικά στην απόφαση του περιεχόμενο της αιτήσεως με αριθμό 12299/30-12-1991,την οποία είχε υποβάλλει η αναιρεσείουσα μαζί με άλλους συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο και την οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο προς απόδειξη του ισχυρισμού της (αντενστάσεως)για διακοπή της παραγραφής, έκρινε ότι με την αίτηση αυτή δεν ζητήθηκαν ή δεν ζητήθηκαν κατά τρόπο ορισμένο οι επίδικες διαφορές αποδοχών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εκτίμησε ανέλεγκτα το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επί σης ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 48 παρ.3, 49 και 51 περ.

β' του Ν.Δ. 496/1974, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με την παραπάνω από 30-12-1991 αίτηση της αναιρεσείουσας και των συναδέλφων της δεν ζητήθηκαν οι επίδικες διαφορές αποδοχών και προσαυξήσεων Κυριακών, παρά το γεγονός ότι για τη διακοπή της παραγραφής με υποβολή αιτήσεως κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αρκεί η απαίτηση της πληρωμής γενικώς της διαφοράς μεταξύ των προβλεπόμενων από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε.

και της ΔΑ αποδοχών και εκείνων που καταβλήθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίφαση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πράγματι η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου για το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 7 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, κατά το οποίο τα ποσά που προκύπτουν από το ποσοστό κατά το οποίο αυξάνονται οι αποδοχές των μισθωτών από την εφαρμογή της ΑΤΑ, στρογγυλοποιούνται στην επόμενη μονάδα, προκύπτει ότι η στρογγυλοποίηση αυτή, που είχε προβλεφθεί ενόψει εφαρμογής της ΑΤΑ, δεν αφορά το ημερομίσθιο του άρθρου 1 παρ.1 α της ΕΓΣΣΕ των ετών 1991-1992 της 3-3-1991,το οποίο άλλωστε καθορίζεται σε ακέραιο αριθμό(3.501δρχ.).Περαιτέρω, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο δικαιούνται μεν τόσα ημερομίσθια για κάθε μήνα όσες οι ημέρες που πράγματι εργάσθηκαν κατ' αυτόν, ο βασικός, όμως, μηνιαίος μισθός, επί του οποίου συνήθως υπολογίζονται τα επιδόματα τους, ισούται με 25 ημερομίσθια, αφού 25 είναι κατά μέσο όρο οι εργάσιμες κατά μήνα ημέρες.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι το βασικό ημερομίσθιο της αναιρεσείουσας ανέρχεται στο ποσό των 3.501 δρχ. και ότι ο μηνιαίος μισθός της είναι ίσος με 25 ημερομίσθία, δηλαδή 134.205 δρχ. (βασικός μισθός 3.501 Χ 8/16 Χ 1,15 Χ 25 ημερομίσθια). Επί του ποσού αυτού υπολόγισε τα επιδόματα και τις λοιπές προσαυξήσεις που δικαιούται η αναιρεσείουσα και δέχτηκε ότι ο μηνιαίος μισθός της ανέρχεται στο ποσό των 396.938 δρχ.

και το σύνολο των μισθών της για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 30-6-1991 σε 2.381.628 δρχ. (396.938 Χ 6 μήνες).Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ.1 πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1α, 2 και 3α της 19040/1981 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.1082/1980, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων δικαιούνται όλοι οι μισθωτοί που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους και είναι ίσο με ένα μηνιαίο μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθίο.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στο ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε ολόκληρη τη χρονική περίοδο από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Από τους ανωτέρω μισθωτούς εκείνοι που η σχέση εργασίας τους με τον υπόχρεο εργοδότη δεν διήρκεσε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δικαιούνται σαν επίδομα εορτών Χριστουγέννων ποσό ίσο με 2/25 του μηνιαίου μισθού ή δύο (2) ημερομίσθια, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσεως τους.

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 και 2γ της ως άνω ΥΑ τα επιδόματα εορτών υπολογίζονται με βάση τους πράγματι καταβαλλομένους μισθούς και ημερομίσθια. Σαν καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο νοείται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, από τις οποίες εξαιρείται μόνο το επίδομα δυσχερούς διαβιώσεως. Τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο καθώς και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου.

Μεταξύ των αποδοχών αυτών, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ενδεικτικά και το επίδομα αδείας. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχτηκε ότι η εργασιακή σχέση της αναιρεσείουσας με το αναιρεσίβλητο διήρκεσε κατά το έτος 1991 από 1ης Ιανουαρίου έως 16 Ιουλίου, και ότι το σύνολο των τακτικών αποδοχών της ανέρχεται στο ποσό των 466.413 δρχ.

μηνιαίως, υπολόγισε το επίδομα εορτών Χριστουγέννων που δικαιούται για το έτος αυτό σε 151.118 δρχ. και την αναλογία του επιδόματος αδείας στο επίδομα Χριστουγέννων στο ποσό των 7.774 δρχ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού πράγματι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, το ποσό που δικαιούται η αναιρεσείουσα ως επίδομα Χριστουγέννων ανέρχεται σε 151.118 δρχ. (466.413:25 = 18. 656, 5X2X4, 05 δεκαεννεαήμερα), πλέον της ανωτέρω προσαύξησης κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πέμπτος, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν.1504/66 οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι σε οποιοδήποτε εργοδότη μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος επίδομα αδείας, ίσο με το σύνολο των αποδοχών των από τον ΑΝ 539/45 ή άλλων διατάξεων καθοριζόμενων ημερών αδείας αναπαύσεως με αποδοχές τις οποίες δικαιούται κάθε μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι το επίδομα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, των δεκατριών δε εργασίμων ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο κλπ. Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται ως επίδομα αδείας για το έτος 1991 12,5 ημερομίσθια παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις κατά το βάσιμο πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμορφώνει, με την παραδοχή περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό, το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, στην έννοια του οποίου δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα.

Όταν όμως σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση και προσκομίζεται προς απόδειξη κρίσιμου πραγματικού περιστατικού, τότε το έγγραφο αυτό προσλαμβάνει το χαρακτήρα αποδεικτικού μέσου και η παραμόρφωση του θεμελιώνει τον προαναφερόμενο λόγο.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχτηκε ότι οι συνολικές αποδοχές της αναιρεσείουσας από μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα(από 1-1-1991 έως 16-7-1991)ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 3.048.290 δραχμών, και ότι αυτή είχε ήδη λάβει από το αναιρεσίβλητο 1.049.323 δρχ., δέχτηκε περαιτέρω ότι από τις ίδιες αιτίες και για το ίδιο χρονικό διάστημα είχε επιδικαστεί σ' αυτήν με την υπ' αριθ. 2285/1994 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το ποσό των 1.526.048 δρχ., ακολούθως δε αφαίρεσε τα ποσά αυτά (1.049.323 + 1.526.048) από το ποσό των 3.048.290 δρχ.

και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα 4"2.979 δρχ.(3.048.290-1.049.323-1.526.048).Επιπλέον, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται για προσαύξηση λόγω απασχολήσεως της κατά τις Κυριακές και αργίες κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 16-7-1991 το ποσό των 501.043 δρχ. και ότι αυτή είχε ήδη λάβει από το αναιρεσίβλητο 56.858 δρχ., δέχτηκε, ότι από την ίδια αιτία είχε επιδικαστεί σ' αυτήν με την υπ' αριθ. 2285/1994 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου το ποσό των 221.102 δρχ., το οποίο αφαίρεσε από το ποσό των 501.043 δρχ.

με αποτέλεσμα να επιδικάσει σ1 αυτήν 203.564 δρχ. Έτσι όμως υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 2285/1994 αποφάσεως, λαμβανομένης υπόψη ως αποδεικτικού εγγράφου, διότι, όπως προκύπτει από μόνη την ανάγνωση της εν λόγω αποφάσεως, με αυτήν έγινε δεκτό ότι το αναιρεσίβλητο είχε καταβάλει στην αναιρεσείουσα τα ίδια ως άνω ποσά, δηλαδή 1.049.323 δρχ.

και 56.858 δρχ., αντίστοιχα, τα οποία αφαίρεσε από τα ποσά που δέχτηκε ότι δικαιούται αυτή από τις ίδιες αιτίες (1.526.048 και 221.102 δρχ.) με αποτέλεσμα να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα από μεν το πρώτο (μετά την αφαίρεση και του ποσού των 458.757 δρχ., για το οποίο δεν υπάρχει α ι τ ίαση) 17.968 δρχ. και από το δεύτερο 164.244 δρχ.

Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πέμπτο μέρος του και ο όγδοος, λόγοι αναιρέσεως, κατ' ορ3ήν εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσία. Από τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 10 παρ.1 του ΒΔ 748/1946 προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτός ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, στ περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Για την εξεύρεση του ωρομισθίου προκειμένου να υπολογιστεί η προσαύξηση της αμοιβής για εργασία της Κυριακής, τα 6/25 του μηνιαίου μισθού διαιρούνται με τον αριθμό των ωρών που εργάζεται ο μισθωτός εβδομαδιαίως. Για τους μισθωτούς που εργάζονται σι ο Δημόσιο ή στα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι το ισχύον και για του δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή 37,5 ώρες (από 29-12-1980 Πράξη Νομοθ.

Περιεχομένου που κυρώθηκε με το Ν. 1199/1981 και άρθρο 12 Ν.1476/1984).Επομένως, το Εφετείο που διαίρεσε με τον αριθμό 40 τα 6/25 του μηνιαίου μισθού της αναιρεσείουσας, αντί του αριθμού 37,5 που ήταν το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο της αναιρεσείουσας με αποτέλεσμα να υπολογίσει το ωρομίσθιο της και την οφειλόμενη προσαύξηση για την εργασία της κατά τις Κυριακές κατά το από 1-1-91 έως 16-7-91 χρονικό διάστημα σε μικρότερα από τα οφειλόμενα και αιτούμενα ποσά, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά ένα μέρος, και ειδικότερα κατά τα κεφάλαια αυτής, που αναφερόνται 1)στις αποδοχές της αναιρεσείουσας από μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 16-7-1991 και 2)την αμοιβή της για την παροχή της εργασίας της κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) .Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ.183, 178 και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 3885/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας το οποίο ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Mαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ