Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling negligence was established under specific road rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a traffic collision. The lower court found the insured driver negligent for failing to yield to oncoming traffic while turning left, assigning 60% liability. The Court of Appeal correctly applied Article 23 of the Traffic Code rather than Article 26 regarding the specific road rules violated. Consequently, the Supreme Court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 300 of the Civil Code; Article 23 of the Traffic Code: In traffic accidents, liability requires fault and causation; the Court of Appeal correctly applied the specific duty to yield when turning left on a two-way road under Article 23, rejecting the appellant's argument that Article 26 regarding priority at intersections was the governing rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 766/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρατζά, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει την εκ παραδρομής λανθασμένα αναγραφόμενη στο δικόγραφο της αναίρεσης επωνυμία της αναιρεσίβλητης από "ΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ" στο ορθό "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ".
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5682/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1388/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. α΄, 914 και 932 του ΑΚ και 10 του Ν. Γ...Ν/1911 προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 300 του ΑΚ συνάγεται επίσης, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος δύναται να αφορά είτε στην πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή στην εξ αυτού γένεση της ζημίας του, είτε στην έκταση αυτής. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενστάσεις, κάθε μία των οποίων συντίθεται από διαφορετικά εν όλω ή εν μέρει πραγματικά περιστατικά, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας, η δε δεύτερη στην έκτασή της.
Περαιτέρω, οι ως άνω έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτού και της επελεύσεως ή της εκτάσεως της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της πρώτης διατάξεως, και με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά την έννοια της δεύτερης ως άνω διατάξεως, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν ιδρύεται, όμως, η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, αν η έλλειψη ή αντίφαση ανάγεται γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 8.5.2003 και περί ώρα 20.30 μ.μ., ο ενάγων ....., ηλικίας 19 ετών, οδηγώντας το .....
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εκινείτο επί της οδού ......, με κατεύθυνση προς την .......και προς την είσοδο της ..... Τον ίδιο χρόνο και με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι προς την έξοδο της ....., εκινείτο ο X1 οδηγώντας το με αριθ. κυκλ. .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ".
Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρων, αποτελείται από δύο ρεύματα αντίθετης κυκλοφορίας που χωρίζονται από διαχωριστική νησίδα, η οποία διακόπτεται στο ύψος της συμβολής της εν λόγω οδού με την οδό ...... Κατά τον παραπάνω δε χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, ξηρά, οι συνθήκες φωτισμού σούρουπο, η ορατότητα δεν περιοριζόταν παρά ελάχιστα από διαφημιστικές ενημερωτικές πινακίδες που υπάρχουν στη νησίδα, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας οριζόταν με ρυθμιστική αυτής πινακίδα (Π-32) σ΄ αυτό των 50 χλμ/ώρα.
Όταν ο X1 έφθασε στο ύψος της συμβολής της οδού ...... με την οδό ...., προτιθέμενος να κάμψει αριστερά σε σχέση με την μέχρι τότε πορεία του και να κατευθυνθεί στην οδό ... , από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, παραβίασε την εκ δεξιών προτεραιότητα του ενάγοντος, καθόσον στον ανωτέρω κόμβο η προτεραιότητα δεν οριζόταν με κατάλληλη σύμανση, εισήλθε στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, παρεμβαλλόμενος στην πορεία του, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων, τον εντεύθεν τραυματισμό του ενάγοντος αλλά και το θανάσιμο τραυματισμό του X1.
Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος και οι επιφάνειες των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι του μεν ενάγοντος το εμπρόσθιο μέρος (τούτο υπέστη στρέβλωση, θραύση του εμπρόσθιου παρμπρίζ και στρέβλωση η αριστερή πλευρά), του δε X1 η δεξιά πλευρά προς το εμπρόσθιο τμήμα του (υπέστη στρεβλώσεις).
Το όχημα του X1 ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 27 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ του ενάγοντος σε απόσταση 14 μέτρων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά.....η πρόκληση του επίδικου ατυχήματος οφείλεται στην μεγαλύτερη υπαιτιότητα (σε ποσοστό 60%) του X1, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν κατέβαλε την, κατ΄ αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη προσοχή, την οποία όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει με βάση την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και τη λογική και την οποία προσοχή μπορούσε ενόψει των προσωπικών του καταστάσεων και ικανοτήτων να καταβάλει κι έτσι να αποφύγει την προπεριγραφείσα σύγκρουση, που βρίσκεται σε αντικειμενικό και αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη του εν λόγω υπαίτιου οδηγού.
Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι επιχείρησε αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά, σε σχέση με την μέχρι τότε πορεία του, παραβιάζοντας, την εκ δεξιών προτεραιότητα του ενάγοντος, και παράλληλα, με την ανωτέρω οδική συμπεριφορά του, τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 5 του ν.2696/1999. Όσον αφορά τον ενάγοντα, που είναι συνυπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης κατά το μικρότερο ποσοστό (40%), η αμέλειά του συνίσταται στο ότι, ενώ πλησίαζε σε διασταύρωση (οδικό κόμβο) με προϋπάρχουσα ρυθμιστική πινακίδα (Π-32) για όριο ταχύτητας όχι ανώτερη των 50χ/ω, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή αλλά συνέχισε να κινείται με αυξημένη και υπερβολική, για τις ανωτέρω περιστάσεις, ταχύτητα, που υπερέβαινε τα 100 χ/ω, όπως αυτό συνάγεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τη σχεδόν ολική καταστροφή των οχημάτων, περιστατικά τα οποία, άλλωστε, (σφοδρότητα - καταστροφή) συνομολογούνται και από τον ίδιο τον ενάγοντα.
Η σφοδρότητα δε της σύγκρουσης προκύπτει και από το γεγονός ότι το όχημα του X1 εκτινάχθηκε σε απόσταση 27 μ. από το σημείο σύγκρουσης, σε χωμάτινο χώρο με χόρτα, αφού πρώτα επέπεσε και "υπερπήδησε" το κράσπεδο της οδού με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς, ενώ το όχημα του ενάγοντος, κατέληξε σε απόσταση 14 μ.
από το σημείο σύγκρουσης, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού .... , που οδηγεί προς την οδό ..... , με μέτωπο προς την πρώτη. Το ότι δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης επί του οδοστρώματος, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο ενάγων έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, αφού, όπως προεκτέθηκε, αιφνιδιάστηκε με την παρεμβολή του X1 στην πορεία του και δε πρόλαβε να τροχοπεδήσει.
Άρα, η υπερβολική ταχύτητα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την έκταση των επιζήμιων συνεπειών του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος, λόγω, ακριβώς, της μεγάλης ταχύτητας, δεν πρόλαβε να αναγνωρίσει τον κίνδυνο και να τροχοπεδήσει. Αν κινούνταν με 50-60χ/ω, η σύγκρουση μεν θα ήταν και πάλι αναπόφευκτη λόγω της μικρής απόστασης του αιφνιδιασμού (γύρω στα 10 μ.), δεν θα ήταν όμως τόσο σφοδρή και έτσι τα αποτελέσματά της θα ήταν λιγότερο επιζήμια...".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση των ζημιών του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν η καταβληθείσα από αυτόν αμοιβή του πραγματογνώμονα για τη σύνταξη εκθέσεως αναφορικά με την έκταση των εκ των βλαβών του αυτοκινήτου ζημιών του και η αξία του αυτοκινήτου από την υπό οικονομική έννοια ολοσχερή καταστροφή του, και αφενός μεν μείωσε το ποσό της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του 40%, αφετέρου δε έλαβε υπόψη τη βαρύτητα αυτή του πταίσματος κατά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που του επιδίκασε.
Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει, ότι η γενόμενη από αυτό δεκτή ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος αναφέρεται στην εκ της προκλήσεως του αυτοκινητικού ατυχήματος γένεση της ζημίας του και όχι στην έκτασή της, στην οποία, κατ΄ εσφαλμένο πλεονασμό, συμπλεκτικά με την πρόκληση του ατυχήματος αναφέρεται σε ορισμένα μέρη των παραδοχών του.
Τούτο καθίσταται ευκρινέστερο από το ότι ρητά δέχεται, ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συντέλεσε κατά ποσοστό 60% ο θανών οδηγός του άλλου αυτοκινήτου, με το οποίο συγκρούστηκε το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, ενώ, αν το Εφετείο είχε δεχθεί συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην έκταση της ζημίας του, θα είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας κατά τα άνω, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τη γενόμενη δεκτή συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στη γένεση των ζημιών του και τη μείωση της αποζημιώσεώς του γι΄ αυτές κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας, και δή ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των ανωτέρω ουσιωδών ζητημάτων, αλλά διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια περιστατικά, αναγόμενα στην παράνομη και υπαίτια οδική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, τα οποία αντικειμενικά και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας κρινόμενα, συνδέονται αιτιωδώς με τις εκ του προκληθέντος αυτοκινητικού ατυχήματος γεννηθείσες ζημίες και ειδικότερα εκείνες που αφορούν τη δαπάνη του αναιρεσείοντος για τη γενόμενη ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη περί των βλαβών του οχήματός του και την ολοσχερή υπό οικονομική έννοια καταστροφή του αυτοκινήτου του και όχι μόνο με τη σφοδρότητα της συγκρούσεως των οχημάτων.
Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ο αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος για τις εκ της συγκρούσεως των οχημάτων γεννηθείσες ζημίες του και ότι η σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί και αν ο αναιρεσείων έβαινε με το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας, ούτε μεταξύ των περαιτέρω παραδοχών, ότι ο αναιρεσείων αιφνιδιάστηκε με την από απόσταση περί τα 10 μ.
παρεμβολή του οχήματος του θανόντος στην πορεία του αυτοκινήτου του και δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει και ότι ο ίδιος αναιρεσείων λόγω της μεγάλης ταχύτητας του αυτοκινήτου του δεν πρόλαβε να αναγνωρίσει τον κίνδυνο και να τροχοπεδήσει. Εξάλλου, δεν υπάρχουν ελλείψεις στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως τόσο ως προς τη συνδρομή του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, όσο και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος αυτού και των ζημιών του και δη των προαναφερθεισών δύο θετικών ζημιών του, οι δε επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις αναφορικά με τα ζητήματα αυτά ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων.
Συνακόλουθα, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες, αντίστοιχα, των αριθμών 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Υπό την έννοια αυτή πράγματα είναι και οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίου προβάλλονται ουσιώδεις ισχυρισμοί ή παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, διότι ενώ με την έφεσή της η αναιρεσίβλητη είχε προβάλει παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως για την κατ΄ ουσίαν απόρριψη της ενστάσεώς της περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του αυτοκινητικού ατυχήματος, το Εφετείο δέχθηκε ένσταση συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην έκταση της ζημίας του, ήτοι πράγμα που δεν είχε προταθεί. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη και έχει εκτεθεί στην προηγούμενη αιτιολογία, το Εφετείο δέχθηκε συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και στην εξ αυτού γένεση της ζημίας του και όχι στην έκταση αυτής.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν.2696/1999), "Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος.
Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων, που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα, που πρόκειται να εγκαταλήψει". Κατά δε το άρθρο 26 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα "στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά...", εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει εκτεθεί και στην πρώτη αιτιολογία της παρούσας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε αναφορικά με την υπαιτιότητα - αμέλεια του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου στην πρόκληση της συγκρούσεώς του με το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα αυτοκίνητο, ότι η αμέλεια αυτή συνίσταται στο ότι εκείνος, κινούμενος στην καθοριζόμενη διπλής κατευθύνσεως οδό και προτιθέμενος να κάμψει προς τα αριστερά και να εισέλθει σε άλλη κάθετη οδό, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επιχείρησε αλλαγή κατευθύνσεως προς τα αριστερά και παραβίασε την προτεραιότητα του κινουμένου στο αντίθετο ρεύμα της οδού, που επρόκειτο να εγκαταλήψει, αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του τελευταίου αυτού οχήματος και να επέλθει η σύγκρουση των αυτοκινήτων.
Ακολούθως, το Εφετείο με βάση τη βαρύτητα του πταίσματος αυτού καθόρισε το ποσοστό υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος σε 60%. Τα παραπάνω περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως συγκροτούντα την υπαιτιότητα του ανωτέρω οδηγού, πληρούν το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 23 παρ. 2 και όχι του άρθρου 26 παρ. 2 του ΚΟΚ.
Διότι δεν πρόκειται για παραβίαση της προτεραιότητας σε οδικό κόμβο κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του αυτού ΚΟΚ, ήτοι σε συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, η οποία, προτεραιότητα ρυθμίζεται από τη δεύτερη άνω διάταξη, αλλά για παραβίαση της υποχρεώσεως του επιχειρούντος αλλαγή κατευθύνσεως προς τα αριστερά να επιτρέπει τη διέλευση του κινουμένου στο αντίθετο ρεύμα της αυτής οδού, η οποία, υποχρέωση, επιβάλλεται από την πρώτη άνω διάταξη.
Επομένως, το Εφετείο εφήρμοσε τον κανόνα του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΟΚ και όχι του άρθρου 26 παρ. 5 αυτού, που μνημονεύει. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, με τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 1388/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ