Supreme Court dismisses appeal on grounds that evidence evaluation error is inadmissible and case is split.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred in evaluating a specific municipal certificate, but the court ruled this constituted an unreviewable assessment of evidence rather than a legal error. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for the deceased heirs' successors, while the case was split for the remaining parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20), 495(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's claim of error in evaluating evidence or interpreting a document constitutes an inadmissible ground for cassation, as it pertains to the unreviewable exercise of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 765 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 765/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Γ. Μ. το γένος Κ. και Μ. Τ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Γ. και Α., κατοίκου ..., 3) Κ. Μ. του Γ. και Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Γιαννοπούλου που ανακάλεσε την από 11-1-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 10) …. Η 2η, η 3η, η 4η, η 6η, ο 8ος, η 9η, και ο 10ος εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Συριόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η 1η, η 5η και ο 7ος εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Σύμφωνα με την από 20-12-2021 κατατεθειμένη δήλωση βίαιης διακοπής και συνέχισης της δίκης του ιδίου ως άνω δικηγόρου, η 1η εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 7-1-2019 στην Αθήνα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 6/1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ελληνικού - Αργυρούπολης και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής 4η αναιρεσίβλητη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η 5η εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 30-4-2019 στο ..., σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../19/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Τμήματος Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Τ. Α. Μ. (J. - A. B.) του Σ. και Μ., σύζυγος της θανούσης, 2) Ε. Μ. (E. B.) του Τ. Α. Μ. (J. A. B.) και Φ. Μ. (P. B.), 3) Μ. Σ. (M. S.) του Τ. Α. Μ. (J. A. B.) και Φ. Μ. (P. B.), κατοίκων Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Ο 7ος εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 13-11-2017 στο ..., σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/17/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Τμήματος Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ν. Ρ. Β. (D. R. W.), το γένος Χ. Α. Ε., σύζυγος του θανόντος, κάτοικος Ολλανδίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με: 1) την από 10-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η μη οριστική απόφαση 447/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 2) την από 16-2-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την πρώτη αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3223/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 08/09/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 192/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Α1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι το τέλος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι του χρόνου του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος, ότι η γνωστοποίηση γίνεται μόνον δια της επιδόσεως δικογράφου ή δια των προτάσεων ή δια προφορικής δηλώσεως επ' ακροατηρίου ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017), εάν δε η γνωστοποίηση γίνει κατ' άλλον τρόπο, πάσχει ακυρότητα και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, και ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, ο θάνατος ομοδίκου δεν επάγεται την διακοπή της δίκης ως προς τους άλλους ομοδίκους, οπότε η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν (ΑΠ 542/2020).
Περαιτέρω,από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς ,όμως, ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 565/2020, ΑΠ 1626/2005). 2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παραστεί στο δικαστήριο εκείνος που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ. ΑΠ 13/2008, ΑΠ 459/2020, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 1054/2014). 3. Με το άρθρο 254 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ορίζεται ότι: "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση...".
Η παρεχομένη από τη διάταξη αυτή εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσης του εγγράφων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (12.01.2022) δεν εμφανίστηκαν η πρώτη Ι.
Σ., η πέμπτη Φ. σύζυγος Τ. Ά. Μ. (J. - A. B.) και ο έβδομος Μ. Σ. από τους αναιρεσιβλήτους. Με τις από 17/12/2022 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο δικηγόρος Ιωάννης Συριόπουλος, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με την κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, δήλωση που κατέθεσε, γνωστοποίησε ότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι απεβίωσαν, ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι τους.
Η εν λόγω δήλωση συνιστά έγκυρη γνωστοποίηση διακοπής της δίκης, ως προς τους προαναφερομένους, πρώτη Ι. Σ. το γένος Α. και Ε. Σ., πέμπτη Φ. σύζυγο Τ. Ά. Μ. (J.-A. B.), το γένος Α. και Ε. Σ. και έβδομο Μ. Σ. του Α. και Ε. αναιρεσιβλήτους, από τον, μέχρι του θανάτου τους, πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, αποδεικνύεται δε από την επισκόπηση των με νόμιμη επίκληση προσκομιζόμενων ληξιαρχικών πράξεων θανάτου (με αριθμ.
πρωτ…. /16-01-2019 του Ληξιάρχου του Δήμου Ελληνικού - Αργυρούπολης, με αριθμ. πρωτ. .../02-12-2021 του Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών, με αριθμ. πρωτ. .../20-11-2018 του Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών, αντίστοιχα). Όσον αφορά, την επανάληψη της δίκης από τους φερομένους ως μοναδικούς κληρονόμους των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων οι τελευταίοι προσκόμισαν : 1) η τέταρτη αναιρεσίβλητη Σ.
συζ. Κ. Ν., το γένος Α. και Ε. Σ., ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της αδελφής της, πρώτης των αναιρεσιβλήτων Ι. Σ., το γένος Α. και Ε. Σ. α) το με αριθμ. πρωτ. 693/15-01-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ηλιούπολης - Αττικής, β)το με αριθμό 63408/16-12-2021 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης πλην της από 01/03/2013 ιδιόγραφης της διαθέτιδας Ι.
Σ. και γ) την αριθμ. 16722/30-12-2019 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Τσιτσιμπίδα, με το πιστοποιητικό μεταγραφής, 2) οι Τ. Ά. Μ. (J. - A. B.), Έ. Μ. (E. B.) και M. Μ. (B.), ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, σύζυγος και θυγατέρες, αντίστοιχα, της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων Φ. συζ. Τ. Ά. Μ. (J. - A. B.), το γένος Α.
και Ε. Σ., α) το με αριθμ. πρωτ. 27879/10-12-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ηλιούπολης - Αττικής, και β)το με αριθμό 58790/13-12-2021 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης και 3)η Ρ.- Β. Ν. (R. - W. D.), ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος, σύζυγος, του έβδομου των αναιρεσιβλήτων Μ.
Σ. του Α. και Ε., α) το με αριθμ. πρωτ. .../16-10-2019πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ηλιούπολης - Αττικής, β)το με αριθμό 62354/09-12-2021 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης πλην της από 26/10/2017 ιδιόγραφης του διαθέτη Μ. Σ. και γ) το αριθμ. 2778/21-05-2019 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσειόντων, με την προσθήκη των προτάσεών τους, αμφισβήτησε την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω δηλωσάντων τη συνέχιση της δίκης, μετά δε την αμφισβήτηση αυτή δημιουργείται αμφιβολία στο Δικαστήριο τούτο για την κληρονομική ιδιότητα αυτών, αφού δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν αποδεικτικά έγγραφα ώστε να βεβαιωθεί η κληρονομική ιδιότητά τους για τη νομότυπη συνέχιση της παρούσας δίκης.
Ειδικότερα, δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν πιστοποιητικό περί μη αμφισβήτησης ή περί μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος των ανωτέρω κληρονόμων, καθώς επίσης η Σ. συζ. Κ. Ν. φερομένη ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της αδελφής της, πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Ι. Σ., το γένος Α. και Ε. Σ., δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει το πρακτικό δημοσίευσης της από 01/03/2013 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδας και α)οι Τ.
Ά. Μ. (J.-A. B.), Έ. Μ. (E. B.) και M. Μ. (B.), ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, σύζυγος και θυγατέρες, αντίστοιχα, της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων Φ. συζ. John - Albert Badham, το γένος Α. και Ε. Σ. και β) η Ρ. - Β. Ν. (R.- W. D.), ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος, σύζυγος, του έβδομου των αναιρεσιβλήτων Μ. Σ. του Α. και Ε., δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομίας.
Περαιτέρω, οι ανωτέρω δηλωσάντες την επανάληψη της δίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκπροσωπήθηκαν από τον Ιωάννη Συριόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που φέρεται ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους.
Δεν προκύπτει, όμως, ότι οι ανωτέρω έχουν χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Συριόπουλο, είναι, δηλαδή, νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος αυτών, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, τους οποίους δεν πληρεί το προσκομιζόμενο με αριθμό ...
απο 28 Ιουνίου 2018 πληρεξούσιο που δόθηκε από την Ρ. - Β. Ν. (R. - W. D.), στη Χάγη - Ολλανδίας, ενώπιον της Σ. Π., αναπληρούσας τον διευθύνοντα το προξενικό γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Χάγη, το οποίο αφενός δόθηκε πριν εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και με το οποίο αφετέρου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του, δεν έχει δοθεί ρητή, σχετική, με την εκπροσώπησή της, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέρεσεως, πληρεξουσιότητα.
Εξάλλου, με το αριθμ. .../17-12-2021 μεταπληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δωροθέας Τσιτσιμπίδα δεν χορηγήθηκε από την δικηγόρο Μαργαρίτα Ξενικού, κατά νόμιμο τρόπο, πληρεξουσιότητα στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Συριόπουλο, καθόσον ως προς το με αριθμό .../07/2021 της 5/7/2021 ειδικό πληρεξούσιο, που αναφέρεται σ'αυτό, από τους ανωτέρω δηλώσαντες τη συνέχιση της δίκης, Τ.
Ά. Μ. (J. - A. B.), Έ. Μ. (E. B.), M. Μ. (B.) και Ρ. - Β. Ν. (R. - W. D.) δεν γίνεται νόμιμη επίκληση ούτε σε κάθε περίπτωση προσκομίζεται. Τέλος, δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται πληρεξούσιο προς τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Ιωάννη Συριόπουλο από την ανωτέρω δηλώσασα τη συνέχιση της δίκης Σ. συζ. Κ. Ν., με την επισήμανση ότι αυτή με το αριθμ. .../15-07-2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δωροθέας Τσιτσιμπίδα ατομικά και όχι ως κληρονόμος της ανωτέρω πρώτης αναιρεσίβλητης παρείχε πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο.
Επομένως, για τη συμπλήρωση των πιο πάνω ελλείψεων κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, ως προς τους ανωτέρω δηλώσαντες τη συνέχιση της δίκης (ΑΠ 412/2020, ΑΠ 803/2013), προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλειά τους, τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα, που είναι αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου, περί της κληρονομικής τους ιδιότητας, καθώς επίσης οι ίδιοι να προσκομίσουν, έγγραφο για την περίπτωση που αυτοί δεν παραστούν στο ακροατήριο κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, ότι ο προμνημονευόμενος δικηγόρος Ιωάννης Συριόπουλος, έχει την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα (ΑΠ 906/2020, 717/2010).
Περαιτέρω, επειδή η ένδικη διαφορά αντικείμενο έχει διεκδικητική της κυριότητας και αρνητική της κυριότητας του ίδιου επίδικου ακινήτου αγωγές, που συνεκδικάσθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, υφίσταται δε μεταξύ των εναγομένων δεσμός απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους 2η, 3η, 4η (ατομικά), 6η ,8ο, 9η και 10ο αναιρεσιβλήτους και να ερευνηθεί ως προς αυτούς η υπόθεση (ΑΠ 542/2020).
Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ Ολ 32/1996 ΑΠ 760/2020). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται στον αναιρετικό αυτό λόγο ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, καθώς επίσης δεν διαλαμβάνονται, καθόλου, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική παραδοχή των συνεκδικαζόμενων αγωγών, διεκδικητικής και αρνητικής της κυριότητας του ιδίου επιδίκου ακινήτου, μεταξύ των ιδίων διαδίκων.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, τεχνικής έκθεσης Ε. Σ., βεβαίωση δημάρχου ...) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση.
Γ. Ο από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 28/2020, ΑΠ 1025/2014, 495/2013, ΑΠ 567/2013). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος(ΑΠ.Ολ.2/2008, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 1372/2014, ΑΠ 25/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αριθμ. .../2008 βεβαίωσης του δημάρχου .... Ο λόγος αυτός δεν αφορά σε σφάλμα ανάγνωσης, αλλά αφορά σε λανθασμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, εκτίμηση του εγγράφου αυτού, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Δηλαδή ή επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου και γι'αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τεχνικές εκθέσεις, λοιπά έγγραφα) και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο.
Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικό λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τους αναιρεσιβλήτους 2η Δ. σύζ. Α. Α., 3 Χ. συζ. Μ. Μ., 4 () Σ. σύζ. Κ. Ν., 6 Α. σύζ. Ι. Φ., 8 Π. Σ., 9 Ε. Ρ. Ζ. και 10 Α. Σ., να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των εν λόγω αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 08/09/2020 αίτησης για αναίρεση της αριθμ. 192/2020 τελεσίδικη απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου, με την επιμέλεια των ανωτέρω δηλωσάντων τη συνέχιση της δίκης, που διακόπηκε με το θάνατο της πρώτης Ι. Σ., της πέμπτης Φ. συζύγου Τ. Ά. Μ. (J. - A. B.) και του έβδομου Μ. Σ. των αναιρεσιβλήτων, να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό δημόσια έγγραφα, περί της κληρονομικής τους ιδιότητας και για την συμπλήρωση της πληρεξουσιότητας.
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους 2η Δ. σύζ. Α. Α., 3 Χ. συζ. Μ. Μ., 4 () Σ. σύζ. Κ. Ν., 6 Α. σύζ. Ι. Φ., 8 Π. Σ., 9 Ε. Ρ. Ζ. και 10 Α. Σ..
Απορρίπτει την από 08/09/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 192/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ