Supreme Court allows appeal on failure to consider evidence submitted by appellant in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court failed to consider specific evidence submitted by the appellant. The appellant argued that the appellate court ignored a technical report submitted to prove the true cost of renovation work, which was crucial for the case outcome. The court held that the lower court's failure to explicitly reference this evidence in its reasoning constituted a violation of procedural obligations, necessitating the remittal of the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must consider all evidence submitted by the parties, and failure to do so constitutes an appeal ground under Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 765 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 765/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: Θ. Χ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γραφανάκη.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ανώνυμης Eταιρίας με την επωνυμία "..." και έδρα το ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Γεωργούλα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3891/2007 μη οριστική, 4572/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 2693/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/10/2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 617/2013 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση.
Η αναιρεσίβλητη με την από 25-1-2016 κλήση της επανέφερε την ως άνω υπόθεση προς συζήτηση, η οποία ματαιώθηκε και επανήλθε εκ νέου με την από 17-10-2016 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 15-1-2013 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε της παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παραιτείται από τον 1.1 λόγο αναίρεσης και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 14/2005) με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 498/1970).
Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τη θεμελίωση, εξάλλου, του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών περί του εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, με επίκληση, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφ’ όσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Για την ταυτότητα του λόγου στην ίδια ρύθμιση υπόκεινται οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων, όταν συντάσσονται εγγράφως κατ’ άρθρο 392 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, (ολΑΠ 11/2005, ΑΠ297/2007, ΑΠ209/2001, ΑΠ34/2012). Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ’ αυτό, ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο νομίμως λαμβάνει υπόψη και έγγραφα που προσκομίζουν σ’ αυτό οι διάδικοι για πρώτη φορά, εκτός αν κρίνει ότι συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση απαραδέκτου, που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά ένα μέρος (με τα στοιχεία 1.2.ε’ ) και δεύτερο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα: α) της φορολογικής επιβάρυνσης του αναιρεσείοντος από την πώληση των επιδίκων ακινήτων, την οποία υπέστη από το γεγονός ότι εμφανιζόταν ως κύριος τούτων και υπό την ιδιότητα αυτή εισέπραξε το σχετικό τίμημα, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο Εφετείο ο αναιρεσείων και, ειδικότερα: 1) αντίγραφο της φορολογικής του δήλωσης εισοδήματος οικονομικού έτους 2006, 2) αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος οικονομικού έτους 2006 και 3) αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος περαίωσης υπόθεσης με βάση το Ν.3697/2008.
Όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκοπούμενες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων προσκόμισε μετ’ επικλήσεως τα προαναφερόμενα έγγραφα, που είναι πρόσφορα προς απόδειξη του παραπάνω λυσιτελούς ισχυρισμού του, που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Σε σχέση με το ουσιώδες αυτό ζήτημα η προσβαλλομένη απόφαση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δέχθηκε ότι: "Περαιτέρω ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ισχυρίζεται ότι επιβαρύνθηκε φορολογικά με το ποσόν των 40.927,48 € εξαιτίας του γεγονότος, ότι εμφανιζόταν ως κύριος της επίδικης οικοδομής και εισέπραττε το τίμημα των πωλήσεων των οριζοντίων ιδιοκτησιών, χωρίς όμως να προσκομίζει επίσημο έγγραφο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
για την επικαλούμενη φορολογική του επιβάρυνση" και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό.
Συνεπώς παρά τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα και β) του κόστους των εργασιών αποπεράτωσης του επιδίκου ακινήτου, σε ποσοστό του οποίου είχε συμφωνηθεί το εργολαβικό αντάλλαγμα του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη την .../19-4-2010 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, την οποία επικαλέσθηκε νομίμως και προσκόμισε για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία το κόστος των παραπάνω εργασιών ανήλθε στο ποσόν των 410.000,00 € και ότι σύμφωνα με την έκθεση αυτή υπάρχει αθροιστικό λάθος στην σχετική έκθεση του πραγματογνώμονα που διορίσθηκε προς τούτο με απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος αθροίζοντας εσφαλμένα τα επί μέρους ποσά που αναγράφει σ’ αυτήν καθορίζει το κόστος των εργασιών στο ποσόν των 269.758,00 €, αντί του αληθούς σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σε αυτήν των 388.803,86 €.
Όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς, επισκοπούμενες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, αυτός προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ειδικά το παραπάνω έγγραφο, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, που είναι πρόσφορο για την απόδειξη του ως άνω λυσιτελούς ισχυρισμού του και επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως.
Παρά όμως την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης με την παραδοχή ότι η δαπάνη αποπεράτωσης του επίδικου ακινήτου ανήλθε στο ποσόν των 300.090,00 €, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και την 204/2008 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ν.
Δ., που διορίσθηκε με την 3891/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 12-9-2008 τεχνική έκθεση επί της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου Γ. Τ.", δεν προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης να αποκρούσει ως απαράδεκτη την προαναφερόμενη έκθεση του ΣΟΕ, που προσκομίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του, για την λήψη υπόψη της οποίας δεν απαιτείται, αφού δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο να μνημονεύεται ρητά στην απόφαση.
Όμως από το σύνολο των αιτιολογιών της και από την ανάλυση των αποδείξεων προκύπτει ότι αν και γίνεται ρητή αναφορά, τόσο στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, όσο και στην παραπάνω έκθεση του τεχνικού συμβούλου, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία στην επίμαχη έκθεση του ΣΟΕ, έτσι ώστε δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υποβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2693/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο που θα συντίθεται από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ