Legislator Case Law & Legislation
765/2016 AI generated

Appeal dismissed for second defendant; appeal allowed against first defendant regarding fault percentage; third defendant appeal inadmissible.

Case Number 765/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second defendant as inadmissible due to the lack of a specific appeal ground. The appeal against the first defendant was allowed, overturning the appellate court's failure to examine the claim of contributory negligence regarding the plaintiff's 98% fault. Consequently, the case was remitted for retrial with the first defendant bearing the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(3), 568(1), 498(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 226(1)(3), 226(1)(4) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if no specific ground is raised against the relevant provisions; an appellate court must examine all arguments with material impact on the case outcome, and failure to do so constitutes a ground for cassation.

Keywords

AI generated
contributory negligence appeal inadmissibility specific ground appeal appellate court error remittal for retrial costs allocation cassation procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576(1) and 3, 568(1) and 498(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 226(1)(3) and 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 8 of the 559th paragraph of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 765 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 765/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου:1) Φ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2) Θ. Κ., κατοίκου ... και 3) Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2007 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3941/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 3-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ.1 και 498 παρ. ι ΚΠολΔ (όπως η τελευταία ίσχυε πριν το ν. 4335/2015), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο με νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά τη δικάσιμο κατά την οποία χώρησε η αναβολή.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία χώρησε η αναβολή, δεν είχε κλητευθεί νόμιμα να παρασταθεί και δεν παραστάθηκε καθόλου ο μεταγενέστερα μη εμφανιζόμενος διάδικος, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο, αλλά απαιτείται νέα κλήτευσή αυτού, με αυτοτελές δικόγραφο κλήσεως, για τη μετ’ αναβολή συζήτηση, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 568 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 8/4/2014 αίτηση της αναιρεσείουσας ΕΤΕ, για αναίρεση της 244/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της υποθέσεως είχε προσδιοριστεί, αρχικώς, για τις 15/2/2016, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Όμως, από αυτούς οι πρώτος και τρίτος (Φ. Π. και Α. Γ.), κατά την αρχική δικάσιμο, είχαν εκπροσωπηθεί από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, (Ι. Μ. και Δ. Σ., αντίστοιχα) οπότε η εγγραφή της υποθέσεως για την μετ’ αναβολή προκείμενη δικάσιμο ισχύει ως κλήτευσή τους. Επομένως, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες και εκείνοι.

Αντιθέτως, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (Θ. Κ.) δεν είχε εμφανιστεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., κατά την αρχική δικάσιμο. Από δε το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ο διάδικος που επέσπευσε, αρχικώς, τη συζήτηση, καθόσον η παριστάμενη αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει είτε κλήτευση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου από την ίδια, είτε επίσπευση της συζήτησης από τον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο, με προσκόμιση της οικείας έκθεσης επίδοσης, στην πρώτη περίπτωση, ή του προς αυτόν νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στη δεύτερη περίπτωση.

Εφόσον δε δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νόμιμα για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του για την προκείμενη δικάσιμο, αλλ’ ούτε κλήτευση του για την δικάσιμο αυτή προκύπτει, καθόσον η παριστάμενη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, αποδεικνύουσα κλήτευση του δεύτερου αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχτεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012).

Στην ένδικη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στη δίκη επί της από 9/2/2007 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και των δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους, για αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση από αδικοπραξία, τελεσθείσα με συγκλίνουσες συμπεριφορές των δεύτερου, τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους και του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα υπαλλήλου της, η αναιρεσείουσα είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατ’ ένσταση, τον ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος από αμέλεια του συνετέλεσε σε ποσοστό 98% στην πρόκληση της ζημίας του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, δεχόμενο την αγωγή, δέχτηκε μερικώς και την ένσταση της αναιρεσείουσας καθορίζοντας τη συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 40% και με βάση τον καθορισμό αυτό προσδιόρισε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα αποζημίωση. Η αναιρεσείουσα, με την από 1/10/2012 έφεση της, προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση, παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, με τον πέμπτο λόγο αυτής, για την κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων μερική μόνο παραδοχή της ενστάσεως της, ενώ αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή με καθορισμό της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 98 %.

To Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν ερεύνησε τον επαναφερθέντα με τον πέμπτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ισχυρισμό της για το συντρέχον πταίσμα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και τα σχετιζόμενα με αυτόν παράπονα της, με τη ρητή αιτιολογία ότι το ζήτημα τούτο δεν ερευνάται "ελλείψει σχετικού λόγου έφεσης".

Έτσι, όμως, δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βασίμως μέμφεται η αναιρεσείουσα την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς της.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ως προς δε τον τρίτο αναιρεσίβλητο πρέπει, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, καθόσον δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως, σχετικός με τις διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένης που τον αφορούν. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Θ. Κ..

Αναιρεί την 244/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Επιβάλλει σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

Απορρίπτει την αίτηση, ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Α. Γ..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ