Legislator Case Law & Legislation
765/2009 AI generated

Supreme Court quashes insurance appeal for failure to specify negligence severity under Law 2496/1997.

Case Number 765/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Court of Appeals' decision regarding an insurance claim dispute between a retailer and an insurer. The retailer argued that the theft occurred due to heavy negligence by its representatives regarding a faulty security system, which should exempt the insurer from payment under Article 7 of Law 2496/1997. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to distinguish between light and heavy negligence, a distinction legally required to exempt the insurer. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel to properly assess the degree of fault.

Legislator headnote

AI generated

Article 7 paragraph 5 of Law 2496/1997; Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must verify if the lower court correctly specified whether the insured's fault constituted heavy negligence, as only heavy negligence exempts the insurer from liability under the insurance contract.

Keywords

AI generated
insurance contract exemption heavy negligence standard light negligence liability retroactive law application supreme court review security system failure remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 7 paragraph 5 of Law 2496/1997
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 765 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 765/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Εισαγωγών και Εξαγωγών Υφασμάτων, Ενδυμάτων, Επίπλων, Έργων Τέχνης και Ταπήτων Δέσποινα Μοιραράκη ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Δέσποινα Μοιραράκη ΑΕ" που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αναστασία-Σοφία Βαρβαρήγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2005/1999 προδικαστική, 1564/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1316/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 8-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου μέρους του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 7 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2496/1997 περί ασφαλιστικής συμβάσεως, που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση κατά τα άρθρα 33 και 34 αυτού, εφόσον ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μετά την 16-11-1997, οπότε άρχισε η ισχύς του νόμου αυτού, συνάγεται ότι ο ασφαλιστής στην ασφάλιση ζημιών απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου.

Βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή. Η υπαιτιότητα (άρα και η αμέλεια) είναι αόριστη νομική έννοια και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη πταίσματος υπό τη μορφή της αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα, έγινε ή όχι ορθή εξειδίκευση της εν λόγω έννοιας.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση δηλαδή των περιστατικών που αποδείχθηκαν, και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και την εξ αυτών συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ασφάλισε στην εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη), από τους κινδύνους πυρός, πλημμύρας, κλοπής και τρομοκρατικών ενεργειών και για το ποσό των 575.000.000 δραχμών, την αξία των εμπορευμάτων, που ευρίσκοντο στο υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο της οικοδομής επί της Λεωφόρου ..., στην οποία η ενάγουσα διατηρεί κατάστημα και έκθεση και τα οποία (εμπορεύματα) συνιστούν το περιεχόμενο εκθέσεως χαλιών, επίπλων, υφασμάτων και έργων τέχνης ... .

Σύμφωνα με τον όρο 7 του παραπάνω συμβολαίου "η κάλυψη του κινδύνου κλοπής παραχωρείται υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι υπάρχει σύστημα συναγερμού με δυο συσκευές υπερύθρων ανιχνευτών ανά επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων και των δυο εξωτερικών σειρήνων, συνδεδεμένο με κέντρο παρακολούθησης, το οποίο αυτόματα ειδοποιεί την αστυνομία και το οποίο ευρίσκεται σε συνεχή καλή λειτουργία καθ' όλο το 24ωρο.

Η κάλυψη του κινδύνου κλοπής παραχωρείται υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος προστατεύεται από τα ως άνω αναφερόμενα προστατευτικά μέτρα. Αν σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου αποδειχθεί ότι τα αναγραφόμενα μέτρα δεν υφίστανται, ενώ εξ αυτών εξηρτήθη η αποδοχή του κινδύνου κλοπής, η εταιρία εις ουδεμία αποζημίωση υποχρεούται, δυνάμει της καλύψεως του κινδύνου κλοπής, που περιέχεται εις το παρόν ασφαλιστήριον".

Η διάρκεια της ασφάλισης συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από 16-9-1997 έως 18-9-1998 αντί ασφαλίστρου 3.232.075 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης η ενάγουσα είχε τοποθετήσει, εντός του άνω καταστήματος της, τις προβλεπόμενες από το σχετικό όρο συσκευές και επιπλέον δυο συσκευές ανίχνευσης θραύσης των κρυστάλλων των υαλοπινάκων της προσόψεως του καταστήματός της, που συνδέονταν με το σύστημα συναγερμού, είχε δε συνδέσει το εν λόγω σύστημα με το κέντρο λήψης σημάτων της εταιρίας "ΠΕΡΣΟΝΑΛ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙ", στην οποία διαβιβάζονταν όλα τα σήματα του συναγερμού μέσω τηλεφωνικής γραμμής, ώστε αυτή να ειδοποιήσει σε περίπτωση παραβιάσεως, πλημμύρας ή φωτιάς το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα ... .

Τις νυχτερινές ώρες της 19-3-1998 ο εν λόγω συναγερμός τέθηκε σε λειτουργία όταν έκλεισε το κατάστημα της ενάγουσας. Τις πρωινές ώρες της 20-3-1998 άγνωστοι δράστες εισήλθαν στο κατάστημα, αφού έθραυσαν έναν από τους υαλοπίνακες της προσόψεως αυτού με τη χρήση βαρέος τύπου σφυριού, το οποίο ανευρέθη εντός του καταστήματος και αφαίρεσαν χαλιά, συνολικής αξίας 42.944.000 δραχμών.

Κατά τον χρόνο της διάρρηξης δεν λειτούργησαν η προαιρετική συσκευή ανιχνεύσεως θραύσεως κρυστάλλων, ως και η συσκευή υπέρυθρων ακτινών που επόπτευε τον χώρο, με συνέπεια να μη δώσει σήμα το σύστημα του συναγερμού στις εκτός του καταστήματος ευρισκόμενες σειρήνες, ούτε στο κέντρο λήψεως σημάτων της Personal Security, με την οποία ήταν συνδεδεμένο το εν λόγω σύστημα, ώστε αυτή να ειδοποιήσει, ως όφειλε από τη σύμβαση, το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα.

Ακολούθως, στις 23-3-1998 αμφότεροι οι διάδικοι προχώρησαν σε κοινή αυτοψία επί του επιδίκου συστήματος συναγερμού, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι πέραν της ανωτέρω συσκευής ανιχνεύσεως θραύσεως κρυστάλλων, που λειτουργούσε πλημμελώς, αφού από τις (5) δοκιμές (με σπάσιμο τζαμιών) λειτούργησε τη μια (1), η προβλεπομένη από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο συσκευή ανιχνεύσεως υπερύθρων ακτινών (radar) που επόπτευε το χώρο της προσόψεως του καταστήματος της ενάγουσας και ήταν μια από τις δυο προβλεπόμενες τέτοιες συσκευές για το ισόγειο του καταστήματός της, ενώ άναβε η ενδεικτική λυχνία λειτουργίας της, παρουσίαζε βραχυκύκλωμα στην καλωδίωση της και συγκεκριμένα το ένα από τα τρία ζεύγη καλωδίων από τα οποία αποτελούνταν αυτή.

Μόνο ο ανιχνευτής κινήσεως της πίσω πλευράς λειτουργούσε κανονικά. Το βραχυκύκλωμα είχε προκληθεί από μικρή φθορά του προστατευτικού περιβλήματος του συγκεκριμένου ζεύγους καλωδίων, εντοπίστηκε δε ύστερα από έλεγχο κατά μήκος του τοίχου, στον οποίο ήταν εντοιχισμένη η ανωτέρω καλωδίωση, με την οποία συνδεόταν η συσκευή ανιχνεύσεως με την κεντρική μονάδα του ανωτέρω συστήματος συναγερμού.

Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι, όπως αποδεικνύεται, η μη καλή λειτουργία του συστήματος συναγερμού οφείλεται στη μη συντήρηση του συστήματος τουλάχιστον κατά το μήνα Οκτώβριο του 1997 από τον αρμόδιο συντηρητή, δεύτερο μάρτυρα αποδείξεως, ..., ο οποίος είχε αναλάβει και εγκαταστήσει τα συστήματα συναγερμού σε όλα τα καταστήματα της ενάγουσας και είχε και την ευθύνη της συντηρήσεως τους, ως προστηθείς απ' αυτή, αφενός μεν διότι αν γινόταν ο έλεγχος θα εντοπιζόταν το βραχυκύκλωμα στον ανιχνευτή κινήσεως (radar), αφετέρου δε κανένα περιστατικό καταβολής αμοιβής του εν λόγω συντηρητή προσκομίστηκε για την τελευταία έστω συντήρηση, μολονότι αν γινόταν συντήρηση θα έπρεπε να είχε χορηγηθεί κάποια αμοιβή σε αυτόν, η δε ενάγουσα ως ανώνυμη εταιρία όφειλε να καταχωρεί τις δαπάνες στις οποίες προβαίνει στα φορολογικά της βιβλία, ως έξοδα της εταιρίας.

Επιπλέον, η ενάγουσα μέσω του προστηθέντος υπαλλήλου της δεν είχε προβεί σε δοκιμαστικές ενεργοποιήσεις του συναγερμού πριν την κλοπή, διότι αν είχαν γίνει τα προπεριγραφόμενα, θα είχε ζητήσει (η εναγομένη) τις αντίστοιχες καταγραφές της εταιρείας καταγραφής σημάτων, όπου και θα εμφανιζόταν ένδειξη "ψευδής συναγερμός".

Η εν λόγω κατάσταση ενισχύεται και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγομένη "έκθεση ελέγχου συστήματος συναγερμού" του ..., τεχνικού συμβούλου συστήματος ασφαλείας με ημερομηνία λήψης FΑΧ την 13-4-1998, κατά την οποία ο εν λόγω ηλεκτρονικός, κατόπιν αυτοψίας και μετά από συγκεκριμένες διαπιστώσεις για το σύστημα συναγερμού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα που διαθέτει το κατάστημα της ενάγουσας είναι ελλιπέστατο για τον τύπο και το κόστος των εμπορευμάτων που διαθέτει.

Συνεπώς αποδεικνύεται ότι η μη λειτουργία της προβλεπόμενης από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο συσκευής ανιχνεύσεως υπερύρθρων ακτινών και, κατά συνέπεια, η κακή λειτουργία του συστήματος συναγερμού, που είχε εγκατασταθεί στο κατάστημα της ενάγουσας, οφείλεται σε αμέλεια των εκπροσώπων της ενάγουσας, καθώς και των προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας.

Οι ανωτέρω είχαν παραμελήσει να εξετάσουν αν όλα τα εξαρτήματα του συστήματος λειτουργούσαν καλώς, χωρίς να προβούν σε δοκιμές καλής λειτουργίας αυτών, όπως έπρεπε και μπορούσαν να πράξουν αν επεδείκνυαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, με αποτέλεσμα να μη διαπιστώσουν το βραχυκύκλωμα του ανιχνευτή - radar - παράλειψη που είχε ως συνέπεια την ανενόχλητη είσοδο των κλεπτών στο κατάστημα της ενάγουσας, οι οποίοι έσπασαν την αριστερή θύρα χωρίς να λειτουργήσει το σύστημα του συναγερμού και αφαίρεσαν τα προπεριγραφόμενα χαλιά, η λειτουργία του οποίου (συστήματος) είχε κριθεί ως αναγκαία προϋπόθεση για την απόδοση του ασφαλιστικού ποσού σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου κλοπής.

Η εναγομένη, επομένως, δεν είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό που ζητά, καθόσον η τελευταία δεν εκπληρούσε κατά το χρόνο της κλοπής τον υπ' αριθμόν (07) όρο του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης, καθώς τα αναγραφόμενα στον εν λόγω όρο προστατευτικά μέτρα δεν υφίσταντο, όπως προβλεπόταν από τον εν λόγω όρο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της τελευταίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά παραδοχή ως βασίμου της ενστάσεως περί απαλλαγής της αναιρεσίβλητης, λόγω συνδρομής πταίσματος της αναιρεσείουσας και των προστηθέντων της στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (προδήλως από παραδρομή αναφέρθηκε λόγω συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος).

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αμέλειας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι της κλοπής των εμπορευμάτων της. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η κακή λειτουργία του συστήματος συναγερμού οφείλεται σε αμέλεια των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, δεν προσδιορίζει τον βαθμό αυτής, ήτοι αν πρόκειται για ελαφρά ή βαριά αμέλεια, ενόψει του ότι μόνον η βαριά αμέλεια μπορεί να στηρίξει απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος.

Εξάλλου, δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί του ότι κατ' επιτρεπτή απόκλιση συμφωνήθηκε η απαλλαγή του ασφαλιστή να καλύπτει και την περίπτωση της ελαφρός αμέλειας. Έτσι, καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997.

Συνεπώς, ο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1316/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο με άλλη σύνθεση.Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ