Legislator Case Law & Legislation
765/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, upholding lower court's assessment of liability and compensation.

Case Number 765/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and a driver against a final judgment awarding €60,000 in moral damages to a pedestrian. The lower court determined the driver was solely responsible for the accident while the pedestrian bore 30% liability for not wearing a helmet, justifying the specific compensation amount. The court found the lower court's reasoning clear and consistent with relevant civil code provisions regarding fault and damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of legal basis is inadmissible when the lower court's decision contains sufficient and non-contradictory reasoning regarding the assessment of evidence and the application of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal on lack of legal basis traffic accident damages moral damages assessment contributory negligence Code of Civil Procedure civil liability judicial review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330, 914, and 932 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 765 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 765/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μάλλιο.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Απριλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 627/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 18.12.2000 και περί ώραν 18.50΄ ο πρώτος εναγόμενος ..... οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .....

Ι.Χ. Φορτηγό αυτοκίνητο της κυριότητάς του, που κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις σε τρίτους προκαλούμενες κατά τη λειτουργία του υλικές ζημίες ή σωματικές βλάβες, στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, και εκινείτο δι' αυτού επί της οδού ..... της πόλης ..... , η οποία αποτελείται από δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωριζόμενα μεταξύ τους από νησίδα ασφαλείας, και το καθένα αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, και στο ρεύμα αυτής που οδηγεί από τον ....

προς ...., ήτοι με κατεύθυνση από Νότο προς Βορράν. Όταν όμως αυτός έφθασε στη διασταύρωση της ως άνω οδού με την οδό .... η οποία είναι επίσης ασφαλτοστρωμένη και αποτελείται από δύο ρεύματα πορείας, διαχωριζόμενα μεταξύ τους από νησίδα ασφαλείας, καθένα από τα οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, όπου η κίνηση οχημάτων και πεζών ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, από αμέλειά του και ανεπιτηδειότητά του να οδηγεί επιχείρησε να πραγματώσει στροφή προς τα αριστερά σε σχέση με την προηγούμενη πορεία του, προκειμένου αφού διέσχιζε το αντίθετο ρεύμα της οδού .....

να εισέλθει και κινηθεί στο ρεύμα της οδού ....που οδηγεί προς τις σιδηροδρομικές γραμμές ήτοι με κατεύθυνση εξ Ανατολών προς Δυσμάς, ενώ τούτο απαγορευόταν σ' αυτόν βάσει πινακίδας ρυθμιστικής της κυκλοφορίας Ρ-27, απαγορευούσης τη διενέργεια αριστερής στροφής, καθέτως σημασμένης. Έτσι όταν το αυτοκίνητό του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα της οδού .... , ήτοι σ' αυτό που οδηγεί από .....(από Βορρά προς Νότο), απέφραξε την πορεία της κανονικώς σ' αυτό κινουμένης υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .....

δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο ενάγων ...... με συνέπεια να συγκρουστούν μετωπικά τα ως άνω οχήματα. Μετά την παραπάνω σύγκρουση η μεν μοτοσυκλέτα σφηνώθηκε κάτω από το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του εναγομένου οδηγού, ο δε οδηγός αυτής εκτινάχθηκε από τη μοτοσυκλέτα και το σώμα του κατέπεσε στο δεξιά κατά την πορεία του ευρισκόμενο πεζοδρόμιο της οδού .....

και σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από το πιθανό σημείο σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων, τραυματισθείς βαρύτατα ως υποστάς βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, υπαραχνοειδή αιμορραγία στον εγκέφαλο, αιμορραγικές θλάσεις στον εγκεφαλικό παρέγχυμα, ρωγμώδες κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού και συστοίχου λιθοειδούς, υποσκληρίδια αιματώματα κροταφικά δεξιά και αριστερά, θλαστικές εστίες κροταφικού ινιακού και μετωπιαίου λοβού, πάρεση αριστερού προσωπικού νεύρου με δυσκολία κίνησης των βλεφάρων, φλεγμονή του αριστερού οφθαλμού, δυσλειτουργία ακοής αριστερού ωτός, κάταγμα δεξιάς κνήμης, κάταγμα αριστερής κλείδας και κάταγμα σκαφοειδούς οστού δεξιάς χειρός του.

Στο συνοδεύον την οικεία έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος πρόχειρο σχεδιάγραμμα απεικονίζεται μεν σχηματικώς η μετά το Σημείο Σύγκρουσης διανυθείσα από το σώμα του μοτοποδηλάτη απόσταση (Σπ-3) πλην δεν προσδιορίζεται το σε μέτρα μήκος αυτής· έτσι η προαναφερθείσα απόσταση των 15 μέτρων υπολογίσθηκε βάσει του πλάτους της νησίδας της οδού .....

εξ ενός (1) μέτρου, του πλάτους του ρεύματος της οδού ..... που οδηγεί προς Ανατολάς εξ 6,80 μέτρων, του πλάτους του πεζοδρομίου της οδού ...... εκ 2 μέτρων και από άλλη απόσταση μήκους 5,20 περίπου μέτρων εκ του πεζοδρομίου της οδού ...... λαμβανομένης, σε επαφή και κατά μήκος της Ανατολικής πλευράς του, προσδιοριζομένου στο σχετικό σχεδιάγραμμα, καταστήματος .....

εξικνουμένης. Μόλις το αυτοκίνητο του εναγομένου απέφραξε την πορεία του ενάγοντος έλαβε χώραν η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων χωρίς προηγουμένως ο ενάγων να προφθάσει να τροχοπεδήσει τη μοτοσυκλέτα του, που ήταν εργοστασίου κατασκευής HONDA, 90 cm 3. Εξαυτού του περιστατικού προκύπτει ότι, όταν το αυτοκίνητο του εναγομένου παρεμβλήθηκε στην πορεία του ενάγοντος, η μοτοσυκλέτα αυτού βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο και δη τοιαύτην που δεν ήταν μεγαλύτερη από 10 μέτρα και γι' αυτό το λόγο ο ενάγων δεν πρόφθασε να τροχοπεδήσει. (Αν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε ικανή απόσταση από το αυτοκίνητο, τότε λογικώς το μοτοποδήλατο θα προσέκρουε στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του εναγομένου και η σύγκρουση δεν θα ήταν μετωπική αλλά πλαγιομετωπική τοιαύτη).

Ο ενάγων εκινείτο κανονικώς στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας του. Εντεύθεν δεν προκύπτει μετά βεβαιότητος ότι ο ενάγων εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και δη τοιαύτην που να υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Ο ενάγων πράγματι, κατά τον χρόνο του ως άνω ατυχήματος δεν ήταν εφοδιασμένος με άδειαν ικανότητος οδήγησης μοτοσυκλέτας πλην όμως το περιστατικό αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω σύγκρουση που αυτή θα επήρχετο και αν αυτός ήταν εφοδιασμένος με την ως άνω άδεια.

Το ως άνω ατύχημα δεν προκλήθηκε από την ύπαρξη φθαρμένων ελαστικών στο δίκυκλο του ενάγοντος, περιστατικό το οποίο δεν αποδείχθηκε άλλωστε, αφού εκ των προσκομιζομένων φωτογραφιών τούτου προκύπτει ότι τούτο έφερε όχι φθαρμένα αλλά καινουργή ελαστικά. Ως εκ τούτου στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος ουδεμία συνέβαλε αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού και τα αντίθετα υπό των εναγομένων διϊσχυριζόμενα περί συνυπαιτιότητος αυτού λόγω ελλείψεως αδείας ικανότητας οδηγού, λόγω ανάπτυξης υπ' αυτού υπερβολικής ταχύτητας και λόγω ύπαρξης φθαρμένων ελαστικών στους τροχούς του δικύκλου του, ως και εκ της μη υπ' αυτού τροχοπεδήσεως της μοτοσυκλέτας του ή της διενεργείας αποφευκτικού ελιγμού (χωρίς όμως να προσδιορίζεται η κατεύθυνση αυτού και δη προς τα δεξιά - όπου υπήρχε η νησίδα της οδού .....

ή προς τα αριστερά - όπου υπήρχε ο κύριος όγκος του αυτοκινήτου του εναγομένου και ελλόχευε ο κίνδυνος εισόδου του στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού ..... ), έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Εντεύθεν τα ίδια δεχθείσα ως προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και η εκκαλουμένη απόφαση κρίνασα ως αποκλειστικώς υπαίτιον της πρόκλησης της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων τον εναγόμενο οδηγό, απορρίψασα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την εκ μέρους των εναγομένων, εγκαίρως προβληθείσαν ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού, επιστηριζομένην στη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., σωστά τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα με την ένδικη έφεση των εναγομένων υποστηριζόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Ο ενάγων όμως καθ' ον χρόνον επισυνέβη το ως άνω ατύχημα δεν φορούσε κράνος (παράβαση άρθρου 12 § 6 του Κ.Ο.Κ.) με συνέπεια να συμβάλει στην επέκταση των τραυμάτων της κεφαλής αυτού κατά ποσοστόν 30%. Έτσι τα ίδια κρίνασα και η εκκαλουμένη απόφαση περί του θέματος αυτού σωστά τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα με τις ένδικες εφέσεις υποστηριζόμενα (περί μεγαλύτερου ποσοστού συνυπαιτιότητος του παθόντος εκ μέρους των εναγομένων και περί μικροτέρου ποσοστού συνυπαιτιότητός του εκ μέρους του ενάγοντος) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί οι αποδιδόμενες με αυτόν ελλείψει της αιτιολογίας ανάγονται αποκλειστικά στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις πορίσματος το οποίο διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς και συνίσταται ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος κρίθηκε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ο δε αναιρεσίβλητος συνυπαίτιος κατά ποσοστόν 30% μόνο για τις ζημίες που προξενήθηκαν σ' αυτόν στην κεφαλή από το γεγονός ότι δεν έφερε κατά το ατύχημα προστατευτικό κράνος, ως υποχρεούτο.

Ειδικότερα σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγώντας την υπ' αριθ. ..... δίκυκλη μοτοσυκλέτα εκινείτο κανονικώς στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας του (εκ της οδού .....) ο δε πρώτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο επί της οδού ..... , η οποία διασταυρώνεται με την οδό .....

από αμέλειά του και ανεπιτηδειότητά του να οδηγεί επιχείρησε να πραγματώσει στροφή αριστερά σε σχέση με την προηγούμενη πορεία του προκειμένου αφού διέσχιζε το αντίθετο ρεύμα της οδού ..... να εισέλθει και κινηθεί στο ρεύμα της οδού ..... προς τις σιδηροδρομικές γραμμές, ενώ αυτό απαγορευόταν βάσει πινακίδας ρυθμιστικής της κυκλοφορίας Ρ-27, απαγορευούσης τη διενέργεια αριστεράς στροφής καθέτως σεσημασμένης.

΄Ετσι το αυτοκίνητό του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και απέφραξε την πορεία της κανονικής κινουμένης σ' αυτό δίκυκλης μοτοσυκλέττας με συνέπεια να συγκρουσθούν μετωπικά τα δύο αυτά οχήματα, χωρίς προηγουμένως ο ενάγων να προφθάσει να τροχοπεδήσει τη μοτοσυκλέτα του, εφ' ου συνάγεται ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου όταν παρεμβλήθηκε στην πορεία του ενάγοντος, η μοτοσυκλέτα του τελευταίου βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση και μάλιστα όχι μεγαλύτερη από 10 μέτρα, ούτε προκύπτει ότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα.

Επίσης σαφώς στην προσβαλλομένη αναφέρεται ότι η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος (30%) αφορά μόνον την συμβολή του στα τραύματα της κεφαλής του εκ του ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε κράνος και όχι στις λοιπές ζημίες που υπέστη από το ατύχημα. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως:

α) ότι δεν εξηγεί γιατί ο παθών - ενάγων, ενώ δεν φορούσε κράνος και ενώ τα σοβαρότερα τραύματά του είχαν προκληθεί στην περιοχή της κεφαλής, έχει συνυπαιτιότητα στην έκταση των ζημιών (της κεφαλής) μόνον κατά 30% β) ότι δεν εξηγεί γιατί, ενώ κατά την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα η οδός στο σημείο συγκρούσεως είναι ευθεία σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων και δεν περιοριζόταν η ορατότητα, δέχεται ότι ο παθών - ενάγων είδε τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων μόνο από απόσταση 10 μέτρων, παρότι είχε τη δυνατότητα να τον δει από απόσταση τουλάχιστον 60 μέτρων και να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό ή άμεση πέδηση, γ) ότι δεν αιτιολογεί γιατί η έλλειψη αδείας ικανότητος οδηγού (αυτοκινήτου) του παθόντος δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος, αφορούν πράγματι την ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ειδικά δε ως προς τις τελευταίες ως άνω αιτιάσεις του που αφορούν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων, απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ. 670/2006).

Το ποσό του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε σε σχέση με την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο της κατά το άρθρο 931 ΑΚ πρόσθετης χρηματικής παροχής τα εξής: Ο ενάγων κατά το χρόνο του ως άνω τραυματισμού του ήταν ηλικίας 17 ετών, απόφοιτος του τριταξίου Γυμνασίου, και ήδη φοιτούσε στη Σχολή Μαθητείας Υδραυλικών του Ο.Α.Ε.Δ., τρίχρονης διάρκειας.

Έτσι μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία υπήρχε η προσδοκία ότι μετά την αποφοίτησή του από την ως άνω σχολή θα ασκούσε το επάγγελμα του υδραυλικού. Συνεπεία όμως του ως άνω τραυματισμού του αυτός διέκοψε την φοίτησή του στην ως άνω Σχολή την οποία και επανέλαβε βραδύτερον. Από το παραπάνω όμως ατύχημα ο ενάγων έχει υποστεί παραμόρφωση και δυσμορφία στο πρόσωπο εξ αιτίας της πάρεσης του αριστερού προσωπικού νεύρου και τις συνέπειές της, και δη τη δυσκολία κίνησης αμφοτέρων των βλεφάρων του ομόπλευρου οφθαλμού, το ανεπαρκές κλείσιμο του εν λόγω οφθαλμού, τον κίνδυνο εγκατάστασης απότοκων φλεγμονών, τον σοβαρό κίνδυνο υποτροπής μέρους ή όλων των συμπτωμάτων μετά από τυχαία έκθεση σε ψυχρά ρεύματα αέρα, κατόπιν άλλου τραυματισμού, τοπικής ή συστηματικής μελλοντικής νόσου ή και χωρίς λόγο, ακόμη δε την υστέρηση και τη δυσκολία στις μιμικές κινήσεις του αριστερού μέρους του προσώπου (αριστεράς παρειάς) που δυσχεραίνουν τη μάσηση και την έκφραση, τοπική υπαισθησία, παράλυση περιφερικού νεύρου, την δυσλειτουργία ακοής του αριστερού ωτός, τις ουλές από τα ράμματα και τις χειρουργικές επεμβάσεις και ιδίως στο αριστερό αυτί, στο δεξί χέρι και στο δεξί πόδι (περιοχή της λεκάνης).

Επίσης ο ενάγων έχει υποστεί μόνιμη μερική αναπηρία στο δεξί του χέρι που συνίσταται σε υπολειμματική ραχιαία έκταση της δεξιάς άκρας χειρός με συνέπεια την αδυναμία του να απασχοληθεί στο μέλλον και εφ' όρου ζωής του με βαρειές χειρωνακτικές εργασίες, προς αποφυγήν κινδύνου πιθανής νέκρωσης του σκαφοειδούς, καθόσον ουσιαστικώς αδυνατεί να χρησιμοποιήσει με δύναμη το χέρι του, να πιέσει με αυτό, να σηκώσει βαρειά αντικείμενα κλπ.

Εξαιτίας της αναπηρίας του αυτής καθίσταται αδύνατη στο μέλλον η υπ' αυτού άσκηση του επαγγέλματος του υδραυλικού για την οποία απαιτείται η καταβολή μεγάλης μυϊκής δύναμης δοθέντος ότι προς τούτο είναι υποχρεωμένος να σκάβει, να σηκώνει και να τοποθετεί βαρειά αντικείμενα όπως είδη υγιεινής (νιπτήρες, ντουζιέρες, μπανιέρες, πάγκους), σώματα θέρμανσης, να βιδώνει βίδες κλπ.

Επίσης καθίσταται αδύνατη η άσκηση κάθε άλλου χειρωνακτικού επαγγέλματος για το οποίο απαιτείται η καταβολή ιδιαίτερης μυϊκής δύναμης, σωματική ευελιξία και ανεμπόδιστη χρήση χεριών και ποδιών. Εξαιτίας της ως άνω αναπηρίας του αναβλήθηκε η κατάταξη του ενάγοντος στις τάξεις του Στρατού για λόγους υγείας και πιθανολογείται ότι αυτός θέλει καταταγεί ως βοηθητικός (Ι.3.).

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων και δοθέντος ότι η ως άνω κατάσταση της υγείας του ενάγοντος θα έχει οπωσδήποτε αρνητικές επιδράσεις στην μελλοντική οικονομική εξέλιξη και αποκατάστασή του και λαμβανομένου υπ' όψη και του προαναφερθέντος συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην επέκταση των βλαβών της κεφαλής αυτού, κατά παραδοχήν ως εν μέρει βάσιμης κατ' ουσίαν της εκ μέρους των εναγομένων προβληθείσης ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού, επιστηριζομένης στη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., έπρεπε να επιδικαστεί σε αυτόν το ποσό πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ, κατ' άρθρον 931 Α.Κ.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 931 και 300 Α.Κ. αφού κατά την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα της κατά το άρθρο 931 Α.Κ. πρόσθετης χρηματικής παροχής συνυπολόγισε, κατά τον εκτιθέμενο ανωτέρω τρόπο, το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του (που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης ανέρχεται σε 30% και αφορά μόνον τις προηγηθείσες στην κεφαλή του βλάβες όχι δε και εκείνες που προκλήθηκαν στα υπόλοιπα μέρη του σώματός του και που τις αποδίδει στην αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου των αναιρεσειόντων).

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, σε σχέση με την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ειδικότερα σε σχέση με τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων προέβη στον καθορισμό της τα ακόλουθα: Ενόψει των συνθηκών επελεύσεως του ως άνω ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου οδηγού (β΄ αναιρεσείοντος), του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στον τραυματισμό του, της σοβαρότητας του τραυματισμού αυτού ένεκεν του οποίου παρέμεινε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου Βόλου επί δεκαήμερον, της σοβαρότητος του τραυματισμού αυτού ως πολυκαταγματία (κάταγμα αριστερής κλειδός, κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού και συστοίχου λιθοειδούς, κάταγμα δεξιάς κνήμης και κάταγμα σκαφοειδούς δεξιάς χειρός) της υποβολής του σε επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις, ένεκεν των οποίων αυτός θα είναι μονίμως ανάπηρος, το νεαρό της ηλικίας του ενάγοντος, την καλή μέχρι τότε κατάσταση της υγείας του, και την καλή οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, και όχι και εκείνης της ασφαλιστικής εταιρείας έπρεπε να επιδικαστεί στον ενάγοντα και χρηματικό ποσό 60.014,67 ευρώ, και μετ' αφαίρεση του ποσού των 14,68 ευρώ που ο ενάγων επιφυλάχθηκε να αξιώσει ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, το ποσό των 60.000 ευρώ για χρηματική κατ' άρθρον 932 Α.Κ.

ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη εκ του ως άνω τραυματισμού του. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο αφ' ενός μεν δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ., αφ' ετέρου δε περιέλαβε σχετικώς στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση ειδικότερα με τη λήψη υπόψη, κατά τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως αυτής, της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, η οποία συνίσταται, σύμφωνα και με τις προηγούμενες παραδοχές της σε ποσοστό 30% καθόσον αφορά τις επενεχθείσες στην κεφαλή, λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος βλάβες, όχι δε και ως προς τις λοιπές σωματικές βλάβες που υπέστη, για την πρόκληση των οποίων ο β΄ αναιρεσείων κρίθηκε αποκλειστικώς υπαίτιος.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρεβίασε, κατά τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως αυτής, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ότι περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.2.2006 αίτηση των: 1. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", 2. ..... για αναίρεση της 627/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ