Supreme Court dismisses retrial request as new evidence fails to prove innocence or heavier crime.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the defendant's request for a retrial based on newly discovered documents regarding her employment duties. The court found that these documents did not prove she was innocent or that she committed a heavier crime than originally charged. Consequently, the court ruled the request substantively unfounded and ordered the defendant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 525(1)(2) CPD; Art. 528 CPD: A retrial is only warranted if new evidence makes it clear the convicted person is innocent or committed a heavier crime, not merely if it casts doubt on procedural details.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 765 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 765/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γούλα για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1907/1995 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2005 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου με αριθμό 637/21.12.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατά το άρθρο 528 ΚΠΔ την από 6-7-2005 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, της καταδικασμένης Ε.
Ν. Μ., κατοίκου ... στην οδό ... και εκθέτω τ’ ακόλουθα: Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεώτερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες από μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επανάληψης διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ’ όψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η επανάληψη διαδικασίας ως στρεφομένης κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσον, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 1097/95 ΠΧ ΜΣΤ’ 1247).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας θα πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, για να μπορεί να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αίτησης (Α.Π. 201/1990 Π.Χ.
Μ’ 1030). Συνεπώς, η εξεταζόμενη αίτηση με την οποία η αιτούσα, που καταδικάστηκε με την υπ’ αριθμ. 1907/1995 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την αμετάκλητη αυτή απόφαση, ισχυριζόμενη ότι από τις αποδείξεις που αναφέρονται σ’ αυτήν και ήσαν άγνωστες στους Δικαστές που την καταδίκασαν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώα, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω και τις διατάξεις του άρθρ. 527 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της από το Συμβούλιό Σας στο οποίο εισάγεται και είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ. 1 και 527 παρ. 3 ΚΠΔ, εφόσον η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή θεώρηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με την μνημονευθείσα απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έκρινε ότι αυτή, στον Πολύγυρο Χαλκιδικής στις 10-11-1988 έδωσε δώρο και δη χρηματικό ποσό 300.000 δραχμ.
χάριν μελλούσης υπηρεσιακής ενεργείας αντικειμένης στα καθήκοντα της υπαλλήλου του γραφείου Πολεοδομίας Πολυγύρου Σ. Μ.. Ήτοι, επικειμένης της αυτοψίας οικοδομής κειμένης στην τοποθεσία "Τρίκορφο" Χαλκιδικής ιδιοκτησίας Ν. Λ., υπό της ανωτέρω υπαλλήλου, τουτέστιν ενεργείας κειμένης εντός του κύκλου αρμοδιότητος της εν λόγω υπαλλήλου και προκειμένου η εν λόγω υπάλληλος να εμφανίσει ψευδώς στην συνταχθεισομένη έκθεση ότι το ισόγειο της εν λόγω οικοδομής είναι συμπαγές (μπαζωμένο) ενώ τούτο (ισόγειο) απετελείτο από πλήρη διαμερίσματα, για να ηλεκτροδοτηθεί στη συνέχεια από τη ΔΕΗ η εν λόγω οικοδομή, παρέδωσε στην εν λόγω υπάλληλο μέσα στο σπίτι της το χρηματικό ποσόν των 300.000 ως δώρον.
Εναντίον της ανωτέρω αποφάσεως, η αιτούσα καταδικασμένη, άσκησε αναίρεση η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο με την υπ’ αριθμ. 489/96 απόφασή του. Κατόπιν τούτων η αιτούσα υπέβαλε την κρινόμενη αίτησή της, αιτούμενη δι’ αυτής την επανάληψη διαδικασίας, επί τω λόγω ότι όπως προκύπτει από το αριθμ.
πρωτ. οικ. …/20-4-1993 έγγραφο της Γεν. Δ/νσης Πολεοδομίας του ΠΕΧΩΔΕ, ο μόνιμος διοικητικός υπάλληλος δεν έχει αρμοδιότητα ελέγχου των υποβαλλομένων μελετών για έκδοση οικοδομικής αδείας, επειδή λόγω της ειδικότητός του δεν έχει δικαίωμα υπογραφής τέτοιων μελετών, διότι σύμφωνα με την παραγρ. 2 του άρθρου 5 του Π.Δ. 3-9-83, ο έλεγχος των υποβαλλομένων μελετών γίνεται από ομάδα τεχνικών υπαλλήλων ή κατ’ εξαίρεση από ένα τεχνικό υπάλληλο ελλείψει τεχνικών υπαλλήλων για συγκρότηση ομάδος.
Επίσης, η συμμετοχή διοικητικού υπαλλήλου σε επιτροπές είναι δυνατή εάν και εφ’ όσον επιτρέπεται από τις διατάξεις βάσει των οποίων συγκροτείται η επιτροπή. Τέλος, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία διαπίστωσης αυθαιρέτου, έμμεσα προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Δ. 5/12-7-83 ότι πρέπει αυτή να γίνεται από τεχνικό υπάλληλο εφ’ όσον σύμφωνα με την παραγρ.
Ζ αυτού συντάσσεται οδοιπορικό σκαρίφημα και σκαρίφημα με διαστάσεις της αυθαίρετης κατασκευής. Ενόψει του δημοσίου αυτού εγγράφου καθώς και του συναφούς οικ. .../11-2-2005 εγγράφου του ίδιου ανωτέρω Υπουργείου, τα οποία δεν ήσαν γνωστά στους δικάσαντες την υπόθεση Δικαστές, ισχυρίζεται η αιτούσα ότι δεν υφίσταται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 236 Π.Κ.
διότι από το άρθρο αυτό απαιτείται να έχει νομοθετημένη αρμοδιότητα εκτελέσεως καθηκόντων η υπάλληλος του Πολεοδομικού Γραφείου Πολυγύρου Σ. Μ., περαιτέρω δε ότι, εάν τα έγγραφα αυτά ήσαν γνωστά στο Δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, τούτο θα οδηγείται σε αθωωτική για την αιτούσα απόφαση.
Κατά τα άρθρα 235 και 236 Π.Κ. για να τελεστεί το έγκλημα της ενεργητικής δωροδοκίας απαιτείται ο δράστης να υπόσχεται ή να παρέχει οποιασδήποτε φύσεως ωφελήματα προς υπάλληλο, δηλαδή εις εκείνον εις τον οποίον νόμιμα έστω και προσωρινά έχει ανατεθεί η άσκηση δημοσίας, δημοτικής, κοινοτικής ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. (.άρθρ. 13α’ Π.Κ.) προκειμένου ο υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά.
Τα καθήκοντα νοούνται όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο ή έχουν ανατεθεί από υπηρεσιακούς κανονισμούς ή διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του εξ αιτίας της υπηρεσιακής του σχέσης ή προκύπτουν από την φύση της υπηρεσίας του (Ολομ. Α.Π. 6/1998 Π.Χ. ΜΗ 878). Συνεπώς, ο επικαλούμενος από την αιτούσα ισχυρισμός ότι από τα προσαχθέντα έγγραφα προκύπτει ότι δεν υφίσταται η αντικειμενική υπόσταση της πράξης του άρθρου 236 Π.Κ.
για την οποία καταδικάστηκε, είναι αβάσιμος αφού τα καθήκοντα της εργαζομένης στο Τμήμα αυθαιρέτων του Πολεοδομικού Γραφείου Πολυγύρου υπαλλήλου Σ. Μ. να ενεργεί αυτοψίες σε αυθαίρετα κτίσματα είχαν ανατεθεί με διαταγές και οδηγίες του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας. Επίσης, ο ισχυρισμός αυτός, δεν ενσωματώνει νέο αποδεικτικό στοιχείο, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της αιτούσας, αφού ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο Εφετείο από αυτήν κατά την απολογία της και από το συνήγορό της, κρίθηκε και απορρίφθηκε με την απόφαση.
Επί πλέον, η αιτούσα με τον προαναφερόμενο ισχυρισμόν της εμμέσως πλην σαφώς επιδιώκει τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης, επιδίωξη που είναι δικονομικώς ανεπίτρεπτη. Επομένως, από τα προσκομιζομένα από την αιτούσα έγγραφα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν καθίσταται φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα της ως άνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και ο λόγος της αιτήσεως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος καθώς και η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 3 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η από 6-7-2005 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της υπ’ αριθμ. 1907/10-5-1995 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα η αιτούσα κατηγορουμένη Ε. Μ. σύζυγος Γ. Κ., σε ποινή 18 μηνών που ανεστάλει επί τριετίαν για δωροδοκία χάριν παρανόμων πράξεως και Να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.Αθήναι 24-11-2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Λάμπρου
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και ‘ ‘ αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε’ ‘ .
Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ’ εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ’ αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, η από 6ης Ιουλίου 2005 αίτηση της Ε. Μ. του Ν., για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 1907/1995 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ’ αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ’ αριθμό 489/1996 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η αιτούσα είχε καταδικασθεί για την πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας για παράνομες πράξεις, σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα επικαλείται ως νέες αποδείξεις, α’ ) το υπ’ αριθ. πρωτ. 48502/26-11-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., β’ ) το υπ’ αριθ.
πρωτ. Οικ. .../51464/8-12-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και γ’ ) το υπ’ αριθ. πρωτ. Οικ. .../20-4-1993 έγγραφο της Δ.Ο.Κ.Κ. της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., και ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον της, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. 2 του Κ.Π.Δ., για απoκάλυψη νέων, άγνωστων στους δικαστές που την καταδίκασαν, γεγονότων και αποδείξεων, εκ των οποίων προκύπτει, όπως υποστηρίζεται, ότι οι ενέργειες της υπαλλήλου (για τις οποίες έγινε η δωροδοκία), δεν ανάγονταν στις υπηρεσιακές της υποχρεώσεις και κατά τη συζήτηση της οποίας αυτή (αιτούσα) παρέστη νομίμως στο ακροατήριο και κατέθεσε (δια του πληρεξουσίου της) έγγραφο υπόμνημα, νομίμως κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), είναι δε παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί και ουσιαστικά.
ΙΙΙ. Από τα πρακτικά και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης προκύπτει, ότι η αιτούσα (κατηγορούμενη), έχει καταδικασθεί (με την απόφαση αυτή) για την πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας, φερόμενη ως υπ’ αυτής τελεσθείσα στον Πολύγυρο Χαλκιδικής την 10-11-1988 και συνιστάμενη, στο ότι αυτή έδωσε ως δώρο, στην υπάλληλο του Γραφείου Πολεοδομίας Πολυγύρου Σ.
Μ., το χρηματικό ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ., που είχε προηγουμένως λάβει από τον Ν. Λ. (ο οποίος κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή της ενεργητικής δωροδοκίας), για μελλοντική υπηρεσιακή ενέργεια αυτής, αντικείμενη στα καθήκοντά της και αναγόμενη στον κύκλο των αρμοδιοτήτων της και ειδικότερα, προκειμένου αυτή να επιτύχει κατά την επικείμενη ενέργεια αυτοψίας από την αναφερόμενη υπάλληλο, σε οικοδομή ιδιοκτησίας του ρηθέντος Ν.
Λ., κείμενης στην τοποθεσία ‘ ‘ Τρίκορφο’ ‘ Γερακινής Χαλκιδικής, η οποία αναγόταν στον κύκλο των αρμοδιοτήτων της και της είχε ανατεθεί, την εμφάνιση ψευδώς στην έκθεση αυτοψίας, που θα συντασσόταν σχετικά από την υπάλληλο, ότι το ισόγειο της οικοδομής είναι συμπαγές και μπαζωμένο, ενώ αυτό αποτελούταν από κανονικά και πλήρη διαμερίσματα κατοικιών, με απώτερο σκοπό την ηλεκτροδότηση από τη Δ.Ε.Η.
της οικοδομής αυτής, από την οποία είχε διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω αυθαίρετων κατασκευών. Προκύπτει επίσης, ότι η αιτούσα - κα-τηγορούμενη, αυτοπροσώπως κατά την απολογία της και δια του συνηγόρου της, είχε προβάλλει στο δικαστήριο εκείνο, τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, ότι στα καθήκοντα της υπαλλήλου Σ.
Μ. (που φέρεται δωροδοκηθείσα), η οποία ήταν διοικητική υπάλληλος (σχεδιάστρια) και όχι μηχανικός, δεν ήταν κατά το νόμο και η ενέργεια αυτοψίας σε οικοδομές και η σύνταξη εκθέσεων αυτοψίας και το δικαστήριο είχε δεχθεί σχετικά, ότι η υπόθεση των αυθαίρετων κατασκευών στην οικοδομή του Ν. Λ., είχε ανατεθεί από τον προϊστάμενο του Γραφείου Πολεοδομίας Πολυγύρου, στην αναφερόμενη υπάλληλο και αυτή είχε λάβει τη ρητή εντολή να ενεργήσει αυτοψία στην οικοδομή και να διαπιστώσει την τυχόν αποκατάσταση των αυθαίρετων κατασκευών.
Από τα αναφερό-μενα τρία έγγραφα του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που εκδόθηκαν μετά από σχετική αίτηση της αιτούσης - κατηγορούμενης και φέρονται από αυτή ως ‘ ‘ νέες αποδείξεις’ ‘ , προκύπτει ότι, "ο μόνιμος διοικητικός υπάλληλος των Γραφείων Πολεοδομίας των νομαρχιών, α’ ) δεν έχει κατά νόμο αρμοδιότητα ελέγχου των υποβαλλόμενων μελετών για έκδοση οικοδομικής άδειας, β’ ) μπορεί να συμμετέχει σε επιτροπές, εφόσον οι διατάξεις για τη συγκρότηση των επιτροπών αυτών, επιτρέπουν τη συμμετοχή του και γ’ ) σε σχέση με τη διαδικασία διαπίστωσης αυθαιρέτου, έμμεσα συνάγεται, ότι αυτή πρέπει να γίνεται από τεχνικό υπάλληλο".
Όλα όμως αυτά τα στοιχεία, καθόλου δεν κάνουν φανερό, είτε ληφθούν υπόψη αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες αρχικά και ληφθείσες τότε υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αποδείξεις, ότι η αιτούσα είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, αφού και από τα στοιχεία αυτά προκύπτει, ότι η διαδικασία διαπίστωσης αυθαιρέτου, δεν είναι αναγκαίο να ανατίθεται σε μηχανικό και μπορεί να ανατίθεται σε απλό τεχνικό υπάλληλο.
Ειδικότερα, καθόλου δεν θίγεται από τα στοιχεία αυτά, η πληττόμενη με την αίτηση παραδοχή του δικαστηρίου ότι, στην αναφερόμενη υπάλληλο Σ. Μ., η οποία δεν ήταν μεν μηχανικός, ήταν όμως τεχνική υπάλληλος (σχεδιάστρια), είχε ανατεθεί από τον προϊστάμενό της του Γραφείου Πολεοδομίας Πολυγύρου Χαλκιδικής, η ενέργεια αυτοψίας στην οικοδομή του Ν.
Λ. και η σύνταξη σχετικής εκθέσεως και επομένως οι ενέργειές της αυτές (αυτοψία και σύνταξη σχετικής εκθέσεως), για τις οποίες έγινε η δωροδοκία, ανάγονταν στον κύκλο των υπηρεσιακών της υποχρεώσεων και περιλαμβάνονταν στα καθήκοντά της, αφού δεν ήταν αντίθετες με το νόμο και της είχαν ανατεθεί με ρητή εντολή (διαταγή) του προϊσταμένου της.
ΙV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6ης Ιουλίου 2005 αίτηση της Ε. Μ. του Ν., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθμό 1907/1995 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ