Legislator Case Law & Legislation
764/2023 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against final judgment due to lack of grounds and procedural errors.

Case Number 764/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment regarding land ownership. The State argued the lower court erred in accepting adverse possession claims without sufficient evidence of good faith or specific succession details. The court rejected these arguments as unnecessary and unsupported by the lower court's reasoning, which adequately established the claimant's ownership through long-term possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Code of Civil Procedure; Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Article 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant lacks valid grounds, and arguments regarding the good faith of predecessors are superfluous when the judgment is sufficiently supported by the appellant's own long-term possession.

Keywords

AI generated
adverse possession good faith acquisition final judgment appeal dismissal land ownership procedural admissibility state appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 764 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 764/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 18η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. χήρας Γ. Κ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Γεωργία Μπήτα αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 27-4-2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 20/12/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Γ. Κ. του Ν. και Α., κάτοικος ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2011 αγωγή της αποβιωσάσης αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του υπεισελθόντος στη θέση της αρχικής αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παράγραφος 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 522/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 28-5-2019 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 10-6-2019 με την σύνταξη της υπ' αριθμ. 11/2019 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του οικείου γραμματέα, απευθύνεται κατά της Σ. χήρας Γ. Κ., ως αντιδίκου στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 107/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Κατά την συζήτηση αυτής αντί της ανωτέρω αναιρεσίβλητης παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Γεωργίας Μπήτα, ο Γ. Κ. του Ν. και δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στην Αθήνα στις 27-4-2017, δηλαδή πριν την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 29-4-2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Αθηνών και ότι την δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της, Γ.

Κ. του Ν., εγγονός της, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) το υπ' αριθμ. 4446/6-9-2017 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί δημοσιεύσεως της από 12-12-2015 ιδιόγραφης διαθήκης της αναιρεσίβλητης Σ. Κ., β) των υπ' αριθ. 17909/26-4-2022 και 6325/11-4-2022 πιστοποιητικών του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω, διαθήκης και περί μη αποποίησης της κληρονομίας αντίστοιχα, γ) του 7845/2022 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Κ.

Γ. του Ν. στην κληρονομιά της Κ. Σ. του Σ., δ) το υπ' αριθμ. πρωτ. 10995/9-5-2017 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της αποβιώσασας Σ. Κ. του Σ., ε) την από 28-9-2017 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατ/σης του Υπουργείου Εσωτερικών. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός του παρισταμένου ήδη ως κληρονόμου της αποβιωσάσης ως άνω αναιρεσίβλητης περί γνωστοποίησης στο αναιρεσείον του θανάτου αυτής κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της αναιρέσεως.

Επομένως, είναι έγκυρη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, παρότι στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τον εμφανιζόμενο ως άνω και υπερασπιζόμενο την υπόθεση εκ διαθήκης κληρονόμο της Σ. Κ., την ιδιότητα του οποίου δεν αμφισβητεί το αναιρεσείον, καθώς και η εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου δίκης η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Με την κρινόμενη από 28-5-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 107/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αριθμ. 96/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την εισαχθείσα ενώπιον του από 12-10-2011 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας και διόρθωσης της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής κατά του ήδη αναιρεσείοντος - εκκαλούντος έκτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, επικαλούμενη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 490/2020, ΑΠ 1082/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).

Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ.

ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 123/2018, ΑΠ 193/2017, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014).

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών αυτών (ενστάσεων) πρέπει να πικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 321/2021, ΑΠ 1182/2018). Για τον ίδιο λόγο αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών του σε ασκηθείσα από το ίδιο αυτοτελή αίτηση, αγωγή ή κυρία παρέμβαση (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 368/2015).

Συνακόλουθα, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών φέρει το Ελληνικό Δημόσιο είτε ως εναγόμενο και ενιστάμενο (και όχι ο ενάγων), είτε ως ενάγον ή κυρίως παρεμβαίνον, ώστε, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, στην μεν πρώτη περίπτωση η εναντίον του αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 847/2013), στη δε δεύτερη περίπτωση η δική του αγωγή ή η κυρία παρέμβαση θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 321/2021, ΑΠ 1182/2018).

Ακόμη, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του.

Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφ' όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.

Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου, δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης, για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 178/2019, ΑΠ 152/2016). Προϋπόθεση δηλαδή, της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 78/2020, 667/2018).

Ακόμη κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας, εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 903/2019).

Επίσης, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 1042/2017).

Τέλος, πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ.ΑΠ 13/1995, Ολ.ΑΠ 25/1994, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο, που έχει εμβαδόν 516,63 τμ και εμφαίνεται με στοιχεία ..............

στο από Φεβρουάριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ., αποτελεί τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου, εμβαδού 721,82 τμ και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 718,96 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ... και εμφαίνεται με στοιχεία ...

στο ανωτέρω τοπογραφικό. Κυρία του μείζονος αυτού αγροτεμαχίου είναι η εφεσίβλητη. Ειδικότερα από το έτος 1955, όταν και αυτό περιήλθε στη νομή της, κατόπιν άτυπης και προφορικής παραχώρησης από τους γονείς της Σ. Π. και Β. συζ. Σ. Π., το γένος Κ. Α., προς οικονομική, οικογενειακή και επαγγελματική της αποκατάσταση, και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, το επέβλεπε, το φρόντιζε, καλλιεργούσε (κλάδευε, λίπαινε) τα ευρισκόμενα εντός αυτού ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο και το χρησιμοποιούσε ως κυρία, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.

Τις ίδιες πράξεις νομής προ της ως άνω άτυπης παραχώρησης στο εν λόγω ακίνητο ασκούσαν με ειλικρινή πεποίθηση κυρίων, τόσο οι δικαιοπάροχοι, γονείς της, Σ. Π. και Β. Π. το γένος Κ. Α., στους οποίους είχε περιέλθει ομοίως από άτυπη παραχώρηση εκ μέρους του Κ. Α., παππού της εφεσίβλητης (πατέρα της μητέρας της), κατά το έτος 1906, όσο και προ αυτού και ήδη προ του έτους 1886 ο προπάππος της Α.

Α. Έτσι η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του μείζονος αυτού αγροτεμαχίου, στο οποίο ανήκει και το επίδικο. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καλλιεργούσα το ως άνω αγροτεμάχιο διάνοια κυρίου συνεχώς τουλάχιστον από το έτος 1955, προσμετρώντας στη νομή και κατοχή της και εκείνη των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και δη ασκώντας με καλή πίστη τουλάχιστον από το έτος 1885 όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως άνω ακινήτου πράξεις νομής.

Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται κατ' ένσταση ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα και ανήκει στην κυριότητα του σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9-7-1832 και τα Πρωτοκόλλα του Λονδίνου έτους 1830, διότι ανήκε σε Οθωμανούς πριν την απελευθέρωση και το κατέλαβε ως λεία πολέμου. Επικουρικά ότι κατέστη κύριος με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία και επικουρικότερα ως αδέσποτο σύμφωνα με τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου.

Ο ισχυρισμός του αυτός παρέμεινε εντελώς αναπόδεικτος και πρέπει να απορριφθεί διότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε επ' αυτού. Το μόνο στοιχείο που προσκομίζει και επικαλείται είναι το αριθμ. πρωτοκόλλου 676/26-3-2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Φθιώτιδας, σύμφωνα με οποίο το ένδικο ακίνητο "δεν είναι καταγεγραμμένο, εντοπισμένο, γνωστό έως σήμερα δημόσιο κτήμα", ωστόσο "το παρόν έγγραφο δεν αποτελεί πιστοποιητικό ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου".

Επομένως και η Κτηματική Υπηρεσία Νομού Φθιώτιδας αποδέχεται έμμεσα ότι το επίδικο οικόπεδο δεν είναι δημόσιο κτήμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, λόγω παράλειψης εκ μέρους της εφεσίβλητης υποβολής δήλωσης ιδιοκτησίας, αφενός το ανωτέρω μείζον ακίνητο δεν αποτυπώθηκε στα κτηματολογικά βιβλία και διαγράμματα του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης ως αυτοτελές γεωτεμάχιο με ιδιαίτερο ΚΑΕΚ και αφετέρου εσφαλμένα το επίδικο τμήμα του, εμβαδού 516,63 τμ και με στοιχεία ...

συμπεριλήφθηκε στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... στο κτηματολογικό φύλλο του οποίου αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος" και συνεπώς τεκμαιρόμενος κύριος το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Οι ανωτέρω αρχικές εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης επί του επίδικου.

Πρέπει λοιπόν η αγωγή να γίνει δεκτή. Τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη. Επομένως ορθά και το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Γι' αυτό τα αντίθετα παράπονα του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση η οποία αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου αγροτικού ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία καθόσον τουλάχιστον από το έτος 1955, που οι γονείς της ατύπως της παραχώρησαν το μείζον ακίνητο τμήμα του οποίου αποτελούσε το επίδικο, αυτή ασκούσε τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής δηλαδή το επέβλεπε, το φρόντιζε, καλλιεργούσε (κλάδευε, λίπαινε) τα ευρισκόμενα εντός αυτού ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο και το χρησιμοποιούσε ως κυρία, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.

Ακόμη δέχθηκε, με πλεοναστική αιτιολογία ότι και οι άμεσοι, αλλά και απώτεροι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και με καλή πίστη τουλάχιστον από το 1885. Επίσης δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, ότι δηλαδή αυτό αποτελούσε δημόσιο κτήμα και ανήκε στην κυριότητα του σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9-7-1832 και τα Πρωτοκόλλα του Λονδίνου έτους 1830, διότι ανήκε σε Οθωμανούς πριν την απελευθέρωση και το κατέλαβε ως λεία πολέμου, ότι κατέστη κύριος με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία άλλως ως αδέσποτο σύμφωνα με τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου και ότι οι αρχικές εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας.

Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, ως προς τους προταθέντες, από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας του επιδίκου. Το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας αφενός ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αποτελούν ενστάσεις, αφετέρου ότι δεν αποδείχθηκαν από αυτό, στη συνέχεια έκρινε βάσιμη την αγωγή. Έτσι κρίνοντας, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του βάρους αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης των επικαλούμενων γεγονότων ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου τις έφερε αυτό, το ενιστάμενο αναιρεσείον και όχι η αναιρεσίβλητη αρχική ενάγουσα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη και χωρίς να αναφέρει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη και με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα περί κτήσεως της αρχικής ενάγουσας της κυριότητας του μείζονος ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενο ότι "Η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του μείζονος αγροτεμαχίου στο οποίο ανήκει και το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καλλιεργούσα το ως άνω αγροτεμάχιο διανοία κυρίου συνεχώς τουλάχιστον από το έτος 1955, προσμετρώντας στην νομή και κατοχή της και εκείνη των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και δη ασκώντας με καλή πίστη τουλάχιστον από το 1885 όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του άνω ακινήτου πράξεις νομής".

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΚΠολΔ 529 παρ. 1α) για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επίσης αβάσιμος είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται οι προσιδιάζουσες πράξεις νομής στον αγροτικό χαρακτήρα του επιδίκου και του μείζονος ακινήτου στο οποίο αυτό περιλαμβάνεται, που η αρχική ενάγουσα ενεργούσε με διάνοια κυρίας από το έτος 1955 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2011 που εσφαλμένα το επίδικο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά γραφεία ως αγνώστου ιδιοκτήτη με τεκμαιρόμενο κύριο το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον και ότι αυτή κατέστη κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη το επίδικο για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.

Περαιτέρω, εκτός των ανωτέρω, με τον λόγο αυτόν το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι, με ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αρχικής ενάγουσας ασκούσαν πράξεις νομής με καλή πίστη από το έτος 1885 και έτσι αυτή έγινε κυρία του επιδίκου, χωρίς να εξειδικεύονται οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και ο χρόνος που ο κάθε δικαιοπάροχος αυτής άσκησε τις πράξεις της φυσικής εξουσίασης καθώς και ο τρόπος διαδοχής του καθενός εξ αυτών στην μείζονα έκταση στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο.

Κατά το μέρος αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Τούτο δε διότι, παραδοχές, ότι στην νομή και κατοχή της ενάγουσας προσμετράται και εκείνη των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και δη ασκώντας με καλή πίστη τουλάχιστον από το 1885 όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του άνω ακινήτου πράξεις νομής, διατυπώθηκαν πλεοναστικά και χωρίς να είναι αναγκαίο για τη στήριξη του διατακτικού της, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην αιτιολογία της, ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ενεργώντας σ' αυτό τις προαναφερόμενες και προσιδιάζουσες στον αγροτικό χαρακτήρα του πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, από το 1955 μέχρι το 2011, που δεν θίγεται επιτυχώς με κάποιο λόγο αναίρεσης.

Δεν απαιτείται δε η επίκληση και απόδειξη εκ μέρους της ενάγουσας αναιρεσίβλητης όπως αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πράξεων με τις οποίες επήλθε κατάλυση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με τριακονταετή χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, προϋπόθεση που δεν ισχύει εν προκειμένω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη από 28-5-2019 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του συνεχίζοντος την δίκη που υπέβαλε με τις προτάσεις του σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-5-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 107/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ