Legislator Case Law & Legislation
764/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment due to proper service and non-reviewable evidence assessment.

Case Number 764/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's judgment. The appellant argued that the lower court ignored crucial witness affidavits and testimony, claiming these documents proved she did not challenge the respondent's identity. The court rejected these claims, ruling that the lower court explicitly acknowledged and weighed the evidence in its decision, and that the appellate court cannot review the factual assessment of evidence weight.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has considered all evidence, and the appellate court cannot re-evaluate the weight of evidence or substitute its own assessment of facts.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence assessment appellate review limits affidavit admissibility witness testimony legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 764 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 764/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Ε. Μ., κατοίκου Πατρών Αχαΐας. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τρίγκα.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Δ., κατοίκου Πατρών, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.01.2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 21.06.2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 06.06.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη μετ’ επικλήσεως από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. 920/30-12-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Πατρών Πολυξένης Γεωργιτσοπούλου, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την επ’ αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (08.01.2021) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, σχετικά με την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσιβλητης Π.

Θ., για την οποία, ενώ δέχεται ότι δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό, παρ' όλα αυτά αναφέρει ότι το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία της, χωρίς να αιτιολογεί από πού προκύπτει η αξιοπιστία της άνω μάρτυρος και γιατί το δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, αφού δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό, η παραδοχή της δε αυτή τυγχάνει αυθαίρετη και αντιφατική, καθόσον η ενάγουσα – αναιρεσίβλητη αφ’ενός μεν δεν προσκόμισε κανέναν άλλον μάρτυρα, αφετέρου δε η κατάθεση της ως άνω μάρτυρά της αντικρούσθηκε από τρεις μαρτυρικές καταθέσεις τριών δικών της μαρτύρων, ήτοι των Δ.Π., Ε.Μ.

και Ν.Π., οι οποίοι ήταν παρόντες στο περιστατικό και οι οποίοι άπαντες επιβεβαίωσαν ότι η ίδια δεν εξύβρισε και δεν συκοφάντησε την αναιρεσίβλητη, αλλά, αντίθετα, οι άνω μάρτυρές επιβεβαίωσαν ότι η αναιρεσίβλητη ήταν αυτή που την εξύβρισε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφ’ όσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα με την εν γνώσει της εξυβριστική και συκοφαντική συμπεριφορά της προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητά της αναιρεσίβλητης, διαπράττοντας σε βάρος αδικοπραξία, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

[III] Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά. Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφ’ όσον προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και, σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1169/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα « […] ενώπιον τρίτων, περαστικών και ιδιοκτητών γειτονικών καταστημάτων, αποκάλεσε αυτήν (αναιρεσίβλητη) παλιοκόριτσο, εμφάνισε τούτην ως ιδιοποιούμενη ξένη περιουσία και εκμεταλλευόμενη δεινή οικονομική κατάσταση του άνεργου τέκνου της , γνώριζε δε ότι τα όσα ισχυρίστηκε ήταν ψευδή», στηρίζοντας την κρίση της αυτή περί προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, αποκλειστικά στην κατάθεση της μάρτυρος αυτής Π.

Θ., η οποία, όμως, σύμφωνα με τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό και κατέθεσε όσα της «μετέφερε η ενάγουσα», επαναλαμβάνοντας έτσι τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται από κανέναν άλλον μάρτυρα αλλά αντικρούονται από τις καταθέσεις τριών (3) μαρτύρων της αναιρεσείουσας, οι οποίοι ήταν παρόντες στο περιστατικό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού για τη θεμελίωση αυτού η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το εφετείο και, ειδικότερα, εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων σχετικά με το επίμαχο συμβάν. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα έγγραφα που νομίμως οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

[IV] Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.ΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από αυτή ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:

(α) τις υπ’ αριθμ. .../2014 2471/2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών των μαρτύρων Ε. Μ. (συζύγου της) και Ν. Π. και

(β) την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου Ε. Μ., από τις οποίες προκύπτει ότι η ίδια δεν προσέβαλε την προσωπικότητα της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητά μνημονεύει, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτόδικο δικαστήριο μαρτύρων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

[V] Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Εφόσον δε η αναιρεσίβλητη ερημοδικεί, δεν θα περιληφθεί στην απόφαση διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ αυτής και σε βάρος της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06.06.2019 αίτηση της Π. συζ. Ε. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 185/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ