Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that lower court considered arguments despite late filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Larissa's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court erred in accepting late procedural arguments and failed to address specific claims, but the court held that courts are not obligated to respond to every argument or evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; Courts are not required to answer every argument or evidence presented by parties, nor must they address specific claims if they have already considered and rejected them for any reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 764 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 764/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ξ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βλάχο. Της αναιρεσίβλητης: Ι. Π. του Δ., δικαστικής συμπαραστάτριας του Δ. - Π. Α. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ζιώγα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2012 αγωγή του εκπροσωπουμένου από την μητέρα του - ήδη αναιρεσίβλητη, Δ. - Π. Α. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2014 μη οριστική και 34/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-3-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη 165/2018 απόφασή του που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν), επί της από 3-6-2015 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 34/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που είχε δεχθεί την ένδικη, από 12-12-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 250/14-12-2012, αγωγή (απόδοσης μίσθιου περιπτέρου) του ήδη αναιρεσιβλήτου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την οριστική δικαστική συμπαραστάτρια - μητέρα του Ι.
Δ. Π. (είχε προηγηθεί η έκδοση της 47/2014 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η πρόοδος της δίκης, προκειμένου να συμπληρωθεί η έλλειψη της νόμιμης εκπροσώπησης του τότε ενάγοντος), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: [...Σημειώνεται ότι στην παρούσα δίκη η Ι.
Δ. Π. παρίσταται υπό την ιδιότητα της δικαστικής συμπαραστάτριας του γιου της και εκπροσωπεί αυτόν νόμιμα, διορισθείσα τοιαύτη, ως προσωρινή αρχικά και οριστική μετά την τελεσιδικία της 484/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και με την οποία τέθηκε ο γιος της σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση...
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, έκρινε νόμιμη την αγωγή, δεχθέν ότι ο ενάγων υπεισήλθε στα δικαιώματα της αρχικής μίσθωσης, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της προηγούμενης δικαιούχου και του εναγομένου μίσθωσης, διότι κατά νόμον (άρθρ. 17 παρ. 2 ν. 1044/1971) υποκατάσταση στα δικαιώματα του θανόντος δικαιούχου από το νέο δικαιούχο δεν χωρεί.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το άρθρο 17 του ν. 1044/1971 ορίζει: 1. Οι κληρονόμοι των αποθνησκόντων δικαιούχων περιπτέρων, ως και οι εξ οιασδήποτε σχέσεως ασκούντες την εκμετάλλευσιν αυτών, υποχρεούνται όπως εντός προθεσμίας ενός μηνός αναγγέλλουν τον θάνατον εις τας δια την αποκατάστασιν των Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου αρμοδίας Αρχάς. 2.
Μετά παρέλευσιν τριών μηνών από του θανάτου του δικαιούχου περιπτέρου και μέχρι της καταργήσεως ή περαιτέρω διαθέσεως αυτού υποκαθίσταται εις τα δικαιώματα του αποθανόντος το Ταμείον Αρωγής Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου. Περαιτέρω με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3036/2002 στο άρθρο 2 της υπ' αριθ. Κ.5671/1487/9.8.1984 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, η οποία κυρώθηκε με το άρθρ. 38 του ν. 1563/1985, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 25 του ν. 1848/1989, προστίθεται εδάφιο ως εξής: "Σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή και μη υπάρξεως διαδόχων αυτού η μίσθωση συνεχίζεται μέχρι τη λήξη της μετά του νέου δικαιούχου άδειας εκμετάλλευσης περιπτέρου ή άδειας λιανικής πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων, εκτός εάν ο νέος δικαιούχος επιθυμεί να προβεί σε ιδιόχρηση".
Μεταγενέστερα δε με το άρθρο 6 ν. 3648/2008 η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε ως εξής: "Σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτού, η μίσθωση συνεχίζεται από τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, εφόσον τυγχάνουν δικαιούχοι. Σε περίπτωση μη υπάρξεως διαδόχων δικαιούχων αυτού, η μίσθωση συνεχίζεται μέχρι τη λήξη της με το νέο δικαιούχο".
Όλες οι ανωτέρω διατάξεις, βάσει των οποίων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω και καμμία επίδραση δεν έχει στην ένδικη διαφορά ότι μεταγενέστερα με την υποπαράγραφο ΣΤ3 της παρ. ΣΤ του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 καταργήθηκαν, εφόσον η κατάργηση ισχύει μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στις 07.04.2014.
Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Μ. Κ., ως θύμα πολέμου και δικαιούχος εκμετάλλευσης περιπτέρου που βρίσκεται επί της ανατολικής παραλίας του ..., δυνάμει του από 10.03.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσε αυτό στον εκκαλούντα για το ισχύον τότε πενταετές χρονικό διάστημα, ήτοι από 10.03.2006 έως 10.03.2011 αντί μηνιαίου μισθώματος 765 ευρώ.
Η εκμίσθωση της άνω άδειας εκμετάλλευσης εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../17.03.2006 απόφαση του αρμόδιου κατά το χρόνο εκείνο Νομάρχη Μαγνησίας. Στις 09.11.2007 απεβίωσε η ανωτέρω εκμισθώτρια και το άνω περίπτερο κατέστη σχολάζον, οπότε ο εκκαλών μισθωτής και εφόσον δεν προκύπτει ότι υπήρχαν διάδοχοι της ως άνω θανούσας, μετά παρέλευση τριμήνου, ήτοι από 10.02.2008, όφειλε να καταβάλει τα μισθώματα σε τραπεζικό λογαριασμό του Ταμείου Αρωγής Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου μέχρι να παραχωρηθεί το περίπτερο σε νέο δικαιούχο.
Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../05.08.2010 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας χορηγήθηκε η άδεια εκμετάλλευσης του περιπτέρου αυτού στον νομίμως εκπροσωπούμενο από τη μητέρα του Δ. - Π. Α. του Κ., άτομο με ειδικές ανάγκες, πάσχει από σύνδρομο Down, που ήδη έχει τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, η δε μητέρα του Ι.
Π. έχει ορισθεί οριστική δικαστική συμπαραστάτρια αυτού.
Συνεπώς, διαρκούσης της από 10.03.2006 σύμβασης μίσθωσης, υπεισήλθε στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας η, υπό την ιδιότητα που παρίσταται, εφεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 3648/2008. Η μίσθωση αυτή έληξε στις 10.03.2011, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3036/2002. Στις 18.03.2011 και ενώ είχε λήξει η άνω σύμβαση μίσθωσης οι διάδικοι κατάρτισαν το από 18.03.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, δυνάμει του οποίου η εφεσίβλητη, για λογαριασμό του γιου της, εκμίσθωσε στον εναγόμενο την άνω άδεια για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, από 01.04.2011 έως 31.03.2013 και με μηνιαίο μίσθωμα 2.000 ευρώ.
Εφόσον για τη μίσθωση αυτή δεν χορηγήθηκε άδεια από τον αρμόδιο πλέον ..., η μίσθωση αυτή ήταν άκυρη και δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα. Πάντως, εφόσον ο εκκαλών κατ' αυτό το χρόνο εξακολούθησε να βρίσκεται στην κατοχή του μισθίου, παρά τη λήξη της προηγούμενης έγκυρης μίσθωσης, όφειλε το καταβαλλόμενο μίσθωμα ως αποζημίωση χρήσεως.
Ως εκ τούτου, σαφώς πρόκειται περί μισθωτικής διαφοράς και ως τοιαύτη παραδεκτώς εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, απορριπτομένου ως αβασίμου του δευτέρου λόγου της έφεσης με τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών. Ενόψει των ανωτέρω, δεδομένου ότι η επίδικη και μόνη έγκυρη από 10.03.2006 μίσθωση έχει λυθεί από τις 10.03.2011 και δεν υπήρξε νεότερη έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, ο εκκαλών - εναγόμενος όφειλε να αποδώσει τη χρήση στο δικαιούχο εκμετάλλευσης αυτού.
Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και την άσκηση σε βάρος του της ένδικης αγωγής, ο τελευταίος αρνείται να αποδώσει τη χρήση του άνω περιπτέρου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η μίσθωση περιπτέρου δεν υπάγεται στις εμπορικές μισθώσεις, αλλά διέπεται από ειδική νομοθεσία που εν μέρει προαναφέρθηκε, που συνάδει με το άρθρ. 21 παρ. 2 του Συντάγματος και αποτελεί μία των μορφών εκδήλωσης της κρατικής μέριμνας και φροντίδας της Πολιτείας, για τους αναπήρους και τα θύματα πολέμου.
Η εκμίσθωση του δικαιώματος σε τρίτο επιτρέπεται μόνον ένεκα εξαιρετικών λόγων μετά από αιτιολογημένη άδεια των αρμοδίων οργάνων και αυτό προς προστασία των ατόμων στα οποία χορηγείται η άδεια εκμετάλλευσης αυτών. Ως εκ τούτου, η Ι. Π., ως νόμιμη εκπρόσωπος του δικαιούχου της εκμετάλλευσης του περιπτέρου γιου της, η οποία, σταθμίζοντας το συμφέρον αυτού, αρνήθηκε να εκμισθώσει στον εκκαλούντα το περίπτερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της διετίας, όπως είχαν αρχικά συμφωνήσει, ώστε το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό να τύχει της έγκρισης της αρμόδιας Αρχής, δεν ενήργησε κατά κατάχρηση δικαιώματος, όπως ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσής του υποστηρίζει.
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, η τελευταία θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολό της...].
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, αλλιώς, αν δεν γίνεται η εν λόγω αναφορά, η αναίρεση είναι αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 470/2017). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με την απόφαση παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.
Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ΑΠ 763/2018). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ("αναίρεση επιτρέπεται...
αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης"), πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους διαλαμβανόμενους παρακάτω τέσσερις (4) λόγους της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση τις εξής αιτιάσεις, όπως, κατά λέξη, αναγράφονται στο αναιρετήριο: [...ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ. Διότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα:
Το δικαστήριο είχε προς έρευνα το θέμα του από 18.03.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης. Εσφαλμένα δέχεται το δικαστήριο ότι, εφόσον για τη μίσθωση αυτή δεν χορηγήθηκε άδεια από το ..., η μίσθωση ήταν άκυρη. Το Δικαστήριο έπρεπε να ερμηνεύσει το νόμο περί μισθώσεως αδειών περιπτέρου. Επί του προκειμένου: Υπάρχει έννομη σχέση ανάμεσα σε εμένα και τον Α..
Τι έχω όμως μισθώσει; Έχω μισθώσει την άδεια εκμετάλλευσης περιπτέρου, το οποίο έχει παραγωρήσει ο Δήμος. Ανέφερα και στο δικόγραφο της έφεσής μου ότι έχω απωλέσει το δικαίωμα προσεπίκλησης προς το δήμο. Έχει όμως σημασία τι φρονεί ο δήμος δια των διοικητικών υπηρεσιών του. Ο Δήμος μου απέστειλε το με αριθ.
πρωτ. .../06.12.2017 έγγραφο με θέμα "Μισθώσεις περίπτέρων" και με ενημερώνει πρώτον, παραθέτοντας το σχετικό απόσπασμα του νόμου 4483/17 (παρ. 1 άρθρ. 56 του άνω νόμου) και δεύτερον ενημερώνοντάς με ότι "η μίσθωση παρατείνεται σύμφωνα με τα ανωτέρω σχετικά έως τη συμπλήρωση της δεκαετίας, ήτοι μέχρι 31.03.2021", του εγγράφου αυτού κοινοποιημένου προς τον Α.
Δ. - Π. του Κ., χωρίς έτερο προσδιορισμό περί της εκπροσώπησής του είτε ως ανηλίκου είτε ως συμπαραστατουμένου. Η μίσθωση ήταν καθ' όλα έγκυρη. Το μίσθωμα προσδιορίστηκε στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως, καταβλήθηκε και καταβάλλεται ανελλιπώς επί επτά (7) συναπτά έτη. Περαιτέρω έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση να δεχθεί ότι η μίσθωση είχε νόμιμη διάρκεια τα επτά (7) έτη.
Γενικότερα, στην εφαρμογή του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων στο παρελθόν, ήταν πάγια θέση της θεωρίας και της νομολογίας ότι η εμπορική μίσθωση ακόμη και εάν είχε συναφθεί για χρονική διάρκεια μικρότερη των εννέα (9) ετών, η διάρκειά της ήταν εννέα (9). Ουδεμία απόφαση εξεδόθη διαφορετική, ουδέν σχόλιο δημοσιεύθηκε σε νομικό περιοδικό περί του αντιθέτου.
Ο Δικαστής οφείλει να λάβει υπ' όψιν όλα τα πραγματικά περιστατικά και όλη την αλληλουχία των γεγονότων, τα οποία δεν είναι σημεία στο χρονικό ορίζοντα αλλά συνδέονται και ερμηνεύονται. Η αντίδικος τι επεδίωκε με τη διαπραγμάτευση της διετίας; Την είσπραξη "αέρα". Τον "αέρα" τον εισέπραξε και υποχρεώθηκε να τον επιστρέψει στις 2.12.2011.
Η βούλησή της ήταν όχι μόνον να εισπράττει το αστρονομικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως, αλλά και να εισπράττει ανά διετία "αέρα". Το Δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει τα άνω περιστατικά και να οδηγηθεί αυτόχρημα στην κατάχρηση δικαιώματος. Άλλωστε εκεί κατέληξε, με ελαφρώς διαφορετική ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών, και το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, εκδόσαν την με αριθμ. 670/2015 απόφασή του κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεχόμενο την αναστολή της εκτέλεσης της με αριθμ. 34/2015 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου.
Συνεπώς η ως άνω απόφαση έχει υποπέσει στη νομική πλημμέλεια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αφενός δια της μη εφαρμογής του τιθέμενου από το άρθρο 173 ΑΚ κανόνα περί αναζητήσεως κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθούς βουλήσεως χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αφετέρου δια του εσφαλμένου προσδιορισμού των προϋποθέσεων εφαρμογής του κανόνα του άρθρου 200 Α.Κ.
περί ερμηνείας των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπ' όψιν των συναλλακτικών ηθών. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ. Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε όχι μόνο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά και αυτό καθεαυτό το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα, ο νομοθέτης, η κοινωνία θέλουν την κρατική μέριμνα και φροντίδα των αναπήρων και των -κάποτε- αναπήρων πολέμου.
Η μέριμνα υπόκειται σε κανόνες. Ο Δήμος παραχωρεί άδεια εκμετάλλευσης περιπτέρου και επί πλέον χορηγεί στον ανάπηρο το δικαίωμα να μισθώσει αυτή την άδεια. Δεν χορηγεί κανένα δικαίωμα στον ανάπηρο ή τον συμπαραστάτη του να αρνηθεί τη μίσθωση περιπτέρου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της διετίας. Ο ανάπηρος και ο συμπαραστάτης οφείλουν να εφαρμόσουν το νόμο.
Η επιμονή και εμμονή στη διετία μας οδηγούν στον τρίτο λόγο αναιρέσεως; ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ. Η απόφαση πάσχει, καθόσον έχει αόριστες, ανεπαρκείς, ασαφείς και χωρίς νομική βάση αιτιολογίες σε όλα τα ουσιαστικά ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Παραδείγματος χάριν στο 4ο φύλλο της προσβαλλόμενης με την παρούσα απόφασης, το Δικαστήριο αναγνωρίζει το δικαίωμα στην συμπαραστάτρια να παρακάμψει το νόμο και να μισθώσει το περίπτερο για μία μόνο διετία, με την αιτιολογία ότι εστάθμισε το συμφέρον του συμπαραστατούμενου υιού της και καλώς έπραξε τούτο.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ. Η απόφαση παραβίασε όλους τους κανόνες ουσιαστικής και δικονομικής τάξης. Αναφέρει στο 4ο φύλλο "...που ήδη έχει τεθεί σε πλήρη δικαστική στερητική συμπαράσταση. Η δε μητέρα του Ι. Π., έχει οριστεί οριστική δικαστική συμπαραστάτρια αυτού". Αποδέχεται την αυτόχρημα νομιμότητα της εκπροσώπησης σε όλα τα στάδια.
Το Δικαστήριο, τόσο το πρωτόδικο όσο και το δευτεροβάθμιο, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την νομιμότητα της εκπροσώπησης του Δ. - Π. Α.. Ουδείς ερεύνησε την ηλικία του προαναφερομένου. Εδέχθη χωρίς κανένα έλεγχο τα εκτιθέμενα στα δικόγραφα της αντιδίκου. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να ερευνήσει κατά πόσον ήταν νόμιμη η αναβολή της προόδου της δίκης προκειμένου να συμπληρωθεί της νόμιμης εκπροσώπησης.
Επαναλαμβάνω: Ο αντίδικος έχει γεννηθεί στις 22-07-1997, συνεπλήρωσε το 16ο έτος της ηλικίας του το έτος 2013 και ήταν ικανός να παρίσταται σε δίκη που αφορά τη δικαστική συμπαράστασή του, η δε μητέρα του κατέθεσε μόλις το έτος 2015 αίτηση για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση ο υιός της. Εξαρχής έπρεπε να κινηθεί η διαδικασία περί δικαστικής συμπαραστάσεως, να ορισθεί η ίδια ως συμπαραστάτρια και όχι να παρίσταται στο δικαστήριο ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της.
Όλα τα άνω εκτεθέντα ουδόλως τα έλαβε υπ' όψιν η βαλλομένη απόφαση. Τα είχα επικαλεσθεί και φρονώ ότι τα επικαλέστηκα εκ περισσού, διότι ο δικαστής όφειλε και οφείλει να τα εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ιδίως όταν πρόκειται για τη νομιμότητα της εκπροσώπησης. Αντιπαρήλθε σιγή τους ισχυρισμούς μου, μη λαμβάνοντας υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και πρέπει να αναιρεθεί με τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. 19 ΚΠολΔ...]. Οι πιο πάνω, όμως, λόγοι, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, καθώς, επιπλέον, ο τέταρτος λόγος, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, και στον αριθμ. 8 εδάφ. β' του ίδιου άρθρου, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, δεδομένου ότι με αυτούς απλώς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης, χωρίς, παράλληλα, να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, 1) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 1, α) οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, β) οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, κατά ευσύνοπτο, έστω, τρόπο, ούτε, βέβαια, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε και γ) ποίο το συγκεκριμένο νομικό - υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των ουσιαστικών αυτών κανόνων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους και 2) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, α) ομοίως, οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης (αφού δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών), ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, διατακτικό, β) ποίοι ισχυρισμοί προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ποία τα περιστατικά θεμελίωσής τους, ως προς τους οποίους η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η ασάφεια των αιτιολογιών, και πώς συνδέονται με το διατακτικό και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ως προς τις ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται.
Ειδικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και με την εκδοχή ακόμη ότι προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να ερμηνεύσει το περιεχόμενο του από 18-3-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης (ενώ στην αρχή του παρόντος αναιρετικού λόγου αναφέρεται ότι το Εφετείο "...έπρεπε να ερμηνεύσει το νόμο περί μισθώσεως αδειών περιπτέρου", πλην όμως η μη προσφυγή στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ - ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 1012/1995), ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο (που έκρινε, με την αιτιολογία που παρατέθηκε στη σκέψη Ι της παρούσας, ότι η επίμαχη μίσθωση είναι άκυρη) δεν προχώρησε καν στην έρευνα για να διαπιστώσει, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αν στο συμφωνητικό αυτό υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια ως προς τις δηλώσεις των συμβαλλομένων και, έτσι, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017).
Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), με την περαιτέρω επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται αιτιολογιών, όπως αυτές έχουν προπαρατεθεί στην υπό στοιχ.
Ι σκέψη της παρούσας.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1548/2018). Κατά συνέπεια, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμες οι αιτιάσεις από τον αριθμό 8 εδάφ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που εμπεριέχονται στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου, αφού οι θεμελιωτικοί του λόγου τούτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, [έστω και αν προτάθηκαν, πρώτη φορά, με τις από 23-11-2016 εφετειακές προτάσεις του και όχι, όπως απαιτείται, κατ' άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ, με την έφεσή του, λόγω του ότι, ως εναγόμενος, είχε ηττηθεί πρωτοδίκως (ΑΠ 1283/2013)], λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο τότε εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται από την οριστική δικαστική συμπαραστάτρια - μητέρα του, όπως προεκτέθηκε στην πρώτη, υπό στοιχ.
Ι, σκέψη της παρούσας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 εδάφ.α', 63, 64 παρ.1 ΚΠολΔ, 128 αριθμ.2, 1666, 1667, 1676 αριθμ.1, 1678 και 1681 ΑΚ, και, συνακόλουθα, διάδικος παραμένει το πρόσωπο αυτό, το οποίο, μετά τη θέση του υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, εκπροσωπείται νόμιμα στα δικαστήρια από την οριστική συμπαραστάτρια - μητέρα του μετά την τελεσιδικία της απόφασης που την διόρισε (ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 1736/2017).
IV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 18/22-3-2018 αίτηση του Ε. Ε. Ξ. για αναίρεση της 165/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ