Legislator Case Law & Legislation
764/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding employee's job duties classification.

Case Number 764/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the utility company's appeal against a labor court judgment that recognized the employee's claim for salary differences. The appellant argued the lower court erred by considering facts not presented and failed to provide sufficient reasoning regarding the employee's duties before permanent employment. The court found the appeal inadmissible because the lower court correctly applied relevant labor laws and provided adequate reasoning based on the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal when the lower court has correctly ascertained the facts and provided sufficient reasoning to allow for appellate review of the substantive legal issues.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal insufficient reasoning unexamined facts employee duties classification appellate review standards judicial reasoning adequacy labor law application

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 147(7) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 111(2), 118 and 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 764 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 764/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μόσχοβο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1465/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2756/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26/10/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26.10.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2756/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας και ήδη ανιαρεσίβλητης κατά της 1465/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 28.12.2018 αγωγή της. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως διακρατήθηκε η υπόθεση, και έγινε δεκτή η αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (AΠ452/2016, 1321/2015, ΑΠ 491/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητείτο, η αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να την εντάξει, σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε κατηγορία προσωπικού και μισθολογικό κλιμάκιο, διαφορετικό από εκείνο που την ενέταξε , όταν την προσέλαβε στο τακτικό προσωπικό της (και τους εκεί αναφερόμενους περαιτέρω χρόνους, όταν την αναβάθμισε σε ανώτερη κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο και την εξέτασε περαιτέρω κατ` ουσίαν) και δεν την απέρριψε ως αόριστη, παρά το ότι δεν προσδιορίζονται σ'αυτή με ακρίβεια το αντικείμενο της απασχόλησής της αναιρεσίβλητης ενάγουσας μέχρι την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό.

Ο ως άνω όμως λόγος, αναφερόμενος σε αοριστία της ένδικης αγωγής, την οποία το Εφετείο έκρινε ως ορισμένη, με την προσβαλλομένη απόφασή του, είναι απαράδεκτος, γιατί, από την έφεση και τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις της αναιρεσείουσας, δεν προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός για αοριστία του δικογράφου της αγωγής προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας.

Η υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων στη ΔΕΗ διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ- ΔΕΗ) ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 ΕΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Κατά το άρθρο 2 του άνω κανονισμού το προσωπικό της ΔΕΗ διακρίνεται σε τακτικό που είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού και σε έκτακτο, το οποίο προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Επιχείρησης και το οποίο υπάγεται μόνο στις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 42 αυτού, ενώ κατά τα λοιπά οι σχέσεις αυτού με την επιχείρηση διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Περαιτέρω κατά άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού ουδείς προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση, δυνάμενη να ανανεωθεί μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος 5 ετών εντός του οποίου δύναται να ενεργηθεί ένταξη του : έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό, Κατά δε το άρθρο 42 παρ. 2 και 4 του Κανονισμού, στην περί προσλήψεως έκτακτου προσωπικού απόφαση του Διοικητού καθορίζονται, το είδος της απασχόλησης και ο μισθός των ούτω προσλαμβανομένων μισθωτών καθώς και το έργο για τις ανάγκες του οποίου προσλαμβάνονται, δύναται δε το προσωπικό αυτό να ενταχθεί στο τακτικό με απόφαση του Διοικητού μετά γνώμη του αρμοδίου Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως.

Τέλος, κατά τα άρθρα 3 παρ. 1 και 4 του Κανονισμού το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους που αποτελούν γενικές διακρίσεις, του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεως αυτού, οι οποίοι κλάδοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια (A, Β και 1-14) και αριθμός οργανικών θέσεων προς πλήρωση των οποίων εντάσσονται οι μισθωτοί της.

Μεταξύ των κλάδων είναι και εκείνος των Διοικητικο-οικονομικών (ΔΟ), στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κατηγορίες Διοικητικό- Τεχνολόγοι (Δ03), η οποία περιλαμβάνει τα κλιμάκια 9-1 β με απαιτούμενα προσόντα για την κατάταξη σε αυτή πτυχίο αναγνωρισμένης Ανώτερης Σχολής ημεδαπής συναφούς προς τις διοικητικοοικονομικές, εμπορικές και λοιπές παρεμφερείς κατευθύνσεις και για την εξέλιξη σε ανώτερη βαθμίδα, πτυχίο Ανώτερης Σχολής διετούς φοίτησης για τη μισθολογική εξέλιξη στα μ.κ. 9-1" και πτυχίο Σχολής Τ.Ε.Ι.

ή ισότιμης τριετούς ή τετραετούς φοίτησης για τη μισθολογική εξέλιξη στα μ.κ. 8-1β, και λοιποί Διοικητικό-οικονομικοί Ά02), η οποία περιλαμβάνει τα κλιμάκια 11-Ια με απαιτούμενα προσόντα για την κατάταξη σ' αυτή ενδεικτικό Γ τάξης εξαταξίου σχολής Μέσης Εκπαίδευσης και για την εξέλιξη σε ανώτερη βαθμίδα απολυτήριο εξαταξίου σχολής Μέσης Εκπαίδευσης.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η το πρώτον ένταξη εκτάκτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και συνακόλουθα, ούτε η απόφαση του αρμοδίου περί της ένταξης αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρέωσης πρόσληψης του εντασσομένου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και κατάταξής του στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο που είναι εκ των προτέρων από τον κανονισμό, δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο βάσει των τυπικών του προσόντων.

Επομένως τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, προκειμένου να εντάξουν το προσωπικό σε κλάδο, κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο πρέπει να λάβουν υπόψη για μεν την ένταξή του στο κλάδο το είδος της απασχολήσεώς του, για δε την ένταξη σε κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο τα γενικά και ειδικά προσόντα τα οποία έχει εκείνος που προσλήφθηκε για την προσφορά της σχετικής εργασίας και ιδίως το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα, την πείρα και το κύρος που απαιτείται για την ενάσκηση των καθηκόντων του (Oλ.ΑΠ 4/2007, ΑΠ 2089/2014).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/ 2006).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 28.12.2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη ΔΕΗ όφειλε να την εντάξει στο μ.κ 8 της κατηγορίας Δ03, να την προαγάγει ανάλογα περαιτέρω και να της καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την εσφαλμένη ένταξη.

Επί της αγωγής αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθ. 1465/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή.

Το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι κάτοχος, από 13-3-1990, πτυχίου του τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) Μεσολογγίου. Την 21-8-1990 προσλήφθηκε από την εναγόμενη..."Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η.), δυνάμει της υπό την ίδια ημερομηνία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκτάκτου ημερομισθίου προσωπικού και εργάστηκε σε αυτήν με όμοιες συμβάσεις μέχρι τις 14-9-1993, οπότε, με την ...-9-1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας, η τελευταία από 26-8-1992 σύμβασή της μετατράπηκε, δυνάμει του από 14-9-1993 συμφωνητικού, σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας, από 14-9-1993 έως 13-9-1994.

Με την ...28-4-1994 διαπιστωτική πράξη της εναγόμενης ακυρώθηκε αυτοδικαίως από 23-4-1994 η προαναφερόμενη από 14-9-1993 σύμβαση, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθ. 28Α του ν. 2190/1994 και η ενάγουσα απολύθηκε. Επανήλθε ωστόσο στην υπηρεσία από 13-1-1995, σε εκτέλεση της 24729/1994 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί σχετικής αίτησης αυτής για επαναπρόσληψή της, ακολούθως δε, ενώ εκκρεμούσε η κύρια αγωγή, υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της εναγόμενης, δια του αρμοδίου οργάνου της, μετά την έκδοση της σχετικής ...2-1997 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας, το από 3-6-1997 συμφωνητικό επανόδου της ενάγουσας, ως εκτάκτου προσωπικού, στην υπηρεσία, θεωρούμενης της ως άνω από 14-8-1993 σύμβασης ως έγκυρης, ισχυρής και μηδέποτε λυθείσας.

Περαιτέρω, με την .../24-11-1997 απόφαση των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, αποφασίσθηκε η ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της από 1-12-1997 και κατατάχθηκε αυτή στον κλάδο Διοικητικοί-Οικονομικοί, στην κατηγορία Δ02/Γ (λοιποί διοικητικο-οικονομικοί, δακτυλογράφοι) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, εισαγωγικό της κατώτερης βαθμίδας της εν λόγω κατηγορίας, ταυτόχρονα δε, με βάση το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, αναγνωριζόμενης της προϋπηρεσίας της, ως έκτακτου προσωπικού, η ενάγουσα προήχθη στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο, με δικαίωμα προαγωγής από 8-12-1999 στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο.

Ακολούθως, μετά την υπ' αριθ. .../18-2-1998 εγκριτική απόφαση της εναγομένης η ενάγουσα μετατάχθηκε από 1-4-1998 στον κλάδο διοικητικο-οικονομικών υπαλλήλων, στην κατηγορία Δ03/Α (διοικητικό- οικονομικοί Τεχνολόγοι Λογιστικής) και μετατάχθηκε στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πτυχιούχος, κατά τα ως άνω, του τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τ.Ε.Ι.

Μεσολογγίου, είχε καταθέσει, ήδη από την πρόσληψή της ως έκτακτης υπαλλήλου, στη Δνση προσωπικού της εναγόμενης αντίγραφο το τίτλου σπουδών της, χορηγείτο δε σε αυτήν, από 14-9-1993, επίδομα ανώτερης εκπαίδευσης, ενώ επιπλέον, όπως προκύπτει από τα σχετικά συνταχθέντα φύλλα αξιολόγησής της, από την αρχή της πρόσληψής της απασχολείτο στο Λογιστήριο με ειδικότερο αντικείμενο την παραλαβή και τον έλεγχο αποδείξεων έως 31-12-1993, τη συμφωνία λογαριασμών έως 4-5-1994 και την άσκηση καθηκόντων ταμία από 1-1-1997 έως την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την τελευταία.

Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγόμενη όφειλε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού της, λαμβάνοντας υπόψη τα άνω τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα της ενάγουσας (πτυχίο Τ.Ε.Ι. και το είδος της μέχρι τότε απασχόλησής της), κατά την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό αυτής να την κατατάξει στον διοικητικοοικονομικό κλάδο (ΔΟ), στην κατηγορία Δ03/Α (Τεχνολόγοι) και στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο και, λόγω της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας της ως έκτακτης υπαλλήλου για χρονικό διάστημα ανώτερο των τριών (3) ετών, να την εντάξει με την ίδια πράξη στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, δηλαδή στο 6°, από 1-12-1997, και έπειτα, από 8-12-1999 στο επόμενο, 5° μισθολογικό κλιμάκιο και εντεύθεν, μετά την πάροδο κάθε τριετίας στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, θα έπρεπε η ενάγουσα να ενταχθεί στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και συγκεκριμένα από 8-12-2002 στο 4° μ.

κ., από 8-12-2005 στο 3° μ. κ. και από 8-12-2008 στο 2° μ.κ.. Εξάλλου, κατά το χρόνο (1-12-1997) ένταξης της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις της ως άνω κατηγορίας (Δ03/Α), αφού ήδη η ενάγουσα είχε υποβάλει, βάσει σχετικής προκήρυξης, την από 11-9-1997 αίτησή της για μετάταξή της στην εν λόγω κατηγορία, στην οποία, σημειωτέον, μετατάχθηκε αυτή από 1-4-1998.

Επομένως η εναγομένη, με την κατάταξη της ενάγουσας στον κλάδο του Διοικητικο-οικονομικού προσωπικού της, στην κατηγορία Δ02/Γ (λοιποί Διοικητικο-Οικονομικοί-Δακτυλογράφοι) και στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο, παρέβη την πηγάζουσα από τον ΚΚΠ/ΔΕΕ1 και την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ενοχική υποχρέωσή της για την ένταξη της τελευταίας στον κλάδο, στην κατηγορία και στο μισθολογικό κλιμάκιο που, κατά τα ανωτέρω, αυτή δικαιούταν και θεμελιώνεται συνεπώς δικαίωμα της ενάγουσας για την ορθή κατάταξη της.

Επίσης η ενάγουσα, λόγω της, κατά τα ως άνω, μη κανονικής αρχικής ένταξής της στην άνω κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο, και της μη ένταξής της στη συνέχεια στα ανάλογα μισθολογικό κλιμάκια, δικαιούται να λάβει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές για το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2003 έως 31-12-2008, οι οποίες ανέρχονται στα παρακάτω χρηματικά ποσά, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.):

Α) Από 1-1- 2003 έως 31-12- 2004 με βάση το 4° μ.κ., η ενάγουσα έπρεπε να λάβει: 1) Από 1-1-2003 έως 30-6-2003 (υπό την ισχύ της από 4-6-2003 Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 10.891,02 ευρώ [1.555,86 ευρώ μηνιαίως X 6 μήνες +1.555,86 (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2003). Η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 9.047,85 ευρώ [1.292,55 ευρώ μηνιαίως X 6 μήνες + 1.292,55 ευρώ (ε.π. και ε.αδ.)]• Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 1.843,18 ευρώ (10.891,02 - 9.047,85). 2) Από 1-7-2003 έως 31-12-2003 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 11.192,16 ευρώ [1.598,88 ευρώ μηνιαίως X 6 μήνες + 1.598,88 ευρώ (επίδομα εορτών Χριστουγέννων).

Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 9.494,17 ευρώ [1.356,31 ευρώ μηνιαίως X 6 μήνες + 1.356,31 ευρώ (ε.Χρ.)]. Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 1.697,99 ευρώ (11.192,16 - 9.494,17). 3) Από 1-1-2004 έως 31-8-2004 (με βάση την από 22-6-2004 Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 15.222,87 ευρώ [1.691,43 ευρώ μηνιαίως X 8 μήνες + 1.555,86 ! ευρώ (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2004). Η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 13.026,96 ευρώ [1.447,44 ευρώ μηνιαίως X 8 + 1.447,44 ευρώ (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2004)].

Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 2.195,91 ευρώ (15.222,87 - 13.026,96), πλην όμως θα επιδικαστεί σ' αυτήν το μικρότερο ποσό των 2.060,34 ευρώ, που η ίδια ζητεί με την αγωγή της. 4) Από 1-9- 2004 έως 31-12-2004 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.) το ποσό τοιν 8.769,8 ευρώ [1.753,96 ευρώ μηνιαίως X 4 μήνες + επίδομα εορτών Χριστουγέννων). Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 7.464 ευρώ [1.492,80 ευρώ μηνιαίως X 4 + ε.Χρ.].

Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 1.305,80 ευρώ (8.769,80 - 7.464). 5) Από 1-1-2005 έως 31-8-2005 (υπό την ισχύ της ίδιας παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 16.874,64 ευρώ [1.874,96 ευρώ μηνιαίως X 8 μήνες + 1.874,96 ευρώ (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2005). Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 14.368,95 ευρώ [1.596,55 ευρώ μηνιαίος X 8 + 1.596,55ευρώ (ε.π. και ε.αδ.)].

Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 2.505,69 ευρώ (16.874,64 - 14.368,95). 6) Από 1-9-2005 έως 31-12-2005 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 9,663,30 ευρώ [1.932,66 ευρώ μηνιαίως X 4 μήνες + επίδομα εορτών Χριστουγέννων). Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 8.220,35 ευρώ [1.644,07 ευρώ μηνιαίως X 4 + ε.Χρ.]. Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 1.442,95 ευρώ (9.663,30 - 8.220,35).

Β) Από Ι-Β , νμχ 2006 έως 31-12-2008, με βάση το 3° μ.κ., η ενάγουσα έπρεπε να λάβει: 1)Από 1-1-2006 έως 31-8-2006 (υπό την ισχύ της από 27-6-2006 Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 19.569,42 ευρώ [2.174,38 ευρώ μηνιαίως X 8 μήνες +2.174,38 (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2006). Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 16.647,84 ευρώ [1.849,76 ευρώ μηνιαίως X 8 + 1.849,76 ευρώ (ε.π. και ε.αδ.)].

Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 2.921,58 ευρώ (19.569,42 - 16.647,84. 2) Από 1-9-2006 έως 31-1-2007 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 13.465,92 ευρώ [2.244,32 ευρώ μηνιαίως X 5 μήνες + επίδομα εορτών Χριστουγέννων). Η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 11.455,92 ευρώ [1.909,32 ευρώ μηνιαίως X 5 + ε.Χρ.]. Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 2.010 ευρώ (13.465,92 - 455,92). 3) Από 1-2- 2007 έως 31-8-2007 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 19.245,84 ευρώ [2.405,73 ευρώ μηνιαίως X 7 μήνες + 2.405,73 (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2007).

Η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 16.372,64 ευρώ [2.046,58 ευρώ μηνιαίως X 7 + 2.046,58 ευρώ (ε.π. και ε.αδ.)]. Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 2.871,19 ευρώ (19. 245,84 - 16. 372,64). 4) Από 1-9-2007 έως 31-12- 2007 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 12.395,50 ευρώ [2.479,10 ευρώ μηνιαίως X 4 μήνες + επίδομα εορτών Χριστουγέννων). Η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 10.545,30 ευρώ [2.109,06 ευρώ μηνιαίως X 4 + ε.Χρ.].

Επομένως, της οφείλει τη διαφορά από 1.850,20 ευρώ (12.395,50 - 10.545,30). 5) Από 1-2- 2008 έως 31-8-2007 (με βάση την από 23-7-2008 Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 22.907,97 ευρώ [2.545,33 ευρώ μηνιαίως X 8 μήνες + 2.545,33 (επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας 2008). Η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 19.489,41 ευρώ [2.165,49 ευρώ μηνιαίως X 8 + 2.165,49 ευρώ (ε.π. Και ε.αδ.)]. Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 3.419,46 ευρώ (22.907,97 - 19.489,41) και 6) Από 1 9-2008 έως 31-12-2008 (με βάση την ίδια ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.), το ποσό των 13.026,70 ευρώ [2.605,34 ευρώ μηνιαίως X 4 μήνες + επίδομα εορτών Χριστουγέννων).

Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 11.082,15 ευρώ [2.216,43 ευρώ μηνιαίως X 4 + ε.Χρ.]. Επομένως της οφείλει τη διαφορά από 1.944,55 ευρώ (13.026,70 - 11.082,15). Συνολικά, δηλαδή, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 25.873 ευρώ. ......". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η εναγομένη όφειλε να εντάξει την ανάγουσα στο τακτικό προσωπικό της από 1-12-1997 στην κατηγορία Δ03/Α (Διοικητικοοικονομικοί Τεχνολόγοι-Πτυχιούχοι Ανώτερης Σχολής) με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 8° και να την εντάξει ταυτόχρονα στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο, στη συνέχεια δε να την εντάξει, από 8-12- 1999 στο 5° μ.κ., από 8-12-2002 στο 4° μ.κ., από 8-12-2005 στο 3° μ.κ.

και από 8-12-2008 στο 2° μ.κ., καθώς να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα για τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές της από τη μη κανονική ένταξή της το συνολικό ποσό των 25.873 ευρώ, από το οποίο 10.855,96 ευρώ καταψηφιστικά και το υπόλοιπο αναγνωριστικά, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους διαφορά του μηνιαίου μισθού της από το τέλος του μήνα στον οποίο αυτή αφορά, και για τις επιμέρους διαφορές των μεν επιδομάτων εορτών Πάσχα από την 30η Απριλίου, των δε επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και αδείας από την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους (άρθρα 341, 345 και 655 ΑΚ, 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο επικουρικό λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με το αντικείμενο της απασχόλησης από την πρόσληψή της ως έκτακτης μέχρι την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την ένδικη αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις της, προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι το αντικείμενο της απασχόλησης της πριν την ένταξη στο τακτικό προσωπικό ήταν αυτό του ταμία και του υπαλλήλου λογιστηρίου, δηλαδή καθήκοντα υπαγόμενα σε αυτά της Δ03 κατηγορίας.

Με τον τρίτο επικουρικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, επειδή δεν διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία ως προς το είδος των ασκουμένων καθηκόντων πριν την ένταξη στο τακτικό προσωπικό. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 4, 5, 42 του έχοντος ισχύ νόμου (ν.δ 210/1974) ΚΚΠ/ΔΕΗ και 288 ΑΚ ,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το είδος των ασκουμένων καθηκόντων μέχρι την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, δεχόμενο ότι το αντικείμενο της απασχόλησής της πριν την ένταξη στο τακτικό προσωπικό ήταν αυτό του ταμία και του υπαλλήλου λογιστηρίου, δηλαδή καθήκοντα σχετικά με τις σπουδές της, υπαγόμενα σε αυτά της Δ03 κατηγορίας.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.10.2016 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2756/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), διαδικασίας εργατικών διαφορών,

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ