Supreme Court dismisses appeal on freehold rights, ruling evidence evaluation is within trial court's exclusive authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding freehold rights to a property. The appellant argued that the lower court improperly ignored documentary evidence proving her husband's exclusive ownership, but the court found this claim inadmissible. The court held that the Second Instance Court correctly exercised its free discretion in evaluating conflicting evidence rather than violating statutory rules on evidentiary weight.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 C.P.D.; Art. 340 C.P.D.: The appellate court's review is limited to legal errors; the lower court's free evaluation of evidence and the resulting factual findings are not subject to appeal unless the law explicitly assigns a specific evidentiary weight to a document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 764 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 764/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. χήρα Γ., το γένος Τ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Κοροβέση.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. συζ. Ι. Π., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Παπαβασιλείου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2009 αγωγή της αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 73/2014 Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2014 αίτησή της και τους από 2-1-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 27-1-2015 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνουν δεκτοί η αίτησης αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 1183 ΑΚ ορίζεται ότι η προσωπική δουλεία της οίκησης συνίσταται στο εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμά της. Η σύσταση της οίκησης μπορεί να γίνει: 1) με δικαιοπραξία εν ζωή, μονομερή ή με σύμβαση αιτιώδη. Για τη νομότυπη σύσταση της οίκησης με σύμβαση απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά ότι για κάποια νόμιμη αιτία συνιστάται υπέρ του τελευταίου οίκηση, η συμφωνία δε αυτή πρέπει να υποβληθεί σε συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί.
Ειδικότερα, η οίκηση λόγω δωρεάς ομοιάζει με την ενοχική σύμβαση του χρησιδανείου, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης (άρθρο 810 Α.Κ.). Η σύμβαση αυτή είναι άτυπη, διαρκής, αιτιώδης, χαριστική και συνήθως παραδοτική, διαφέρει δε από την προσωπική δουλεία της οίκησης κυρίως, διότι ο χρησάμενος έχει τη δυνατότητα να παραχωρήσει τη χρήση σε τρίτο με την άδεια του χρήστη (άρθρο 815 Α.Κ.), δυνατότητα που αποκλείεται στην οίκηση. 2) Με δικαιοπραξία αιτία θανάτου και 3) με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), για την οποία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις που αναφέρονται στην κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία (άρθρα 1041-1055 Α.Κ.).
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1187, 1143, 975, 1041, 1045 Α.Κ., για τη σύσταση της οίκησης απαιτείται για μεν την τακτική χρησικτησία: α) οικοδομή ή διαμέρισμα δεκτικό χρησικτησίας, β) οιονεί νομή, που συνίσταται στη μερική φυσική εξουσίαση του αντικειμένου της οίκησης με διάνοια δικαιούχου οίκησης, γ) καλή πίστη, δ) νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος και ε) δεκαετής διάρκεια της οιονεί νομής, για δε την έκτακτη χρησικτησία :
α) οικοδομή ή διαμέρισμα δεκτικό χρησικτησίας, β) οιονεί νομή οίκησης και γ) εικοσαετής διάρκεια της οιονεί νομής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1187, 1161, 1183 Α.Κ., ο κύριος της οικοδομής ή του διαμερίσματος, μετά τη λήξη ή την απόσβεση της οίκησης, μπορεί να ζητήσει την απόδοσή τους σε αυτόν, ασκώντας διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 Α.Κ.), αναγκαία στοιχεία της οποίας είναι:
α) η κυριότητα του ενάγοντος στην επίδικη οικοδομή ή το διαμέρισμα, β) το αντικείμενο της αγωγής (ακριβής περιγραφή της οικοδομής ή του διαμερίσματος), γ) το δικαίωμα οίκησης του εναγομένου και ο τρόπος σύστασής του, δ) η λήξη ή η απόσβεση της οίκησης, η οποία επέρχεται, μεταξύ άλλων, με το θάνατο του δικαιούχου, με σύμβαση μεταξύ του δικαιούχου και του κυρίου, με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου κλπ, ε) η αξία του αντικειμένου και στ) αίτημα απόδοσης της οικοδομής ή του διαμερίσματος στον ενάγοντα ή και για καταβολή ορισμένου ποσού λόγω αποζημίωσης.
Η αξίωση του ενάγοντος στο πλαίσιο της διεκδικητικής αγωγής υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 249 Α.Κ.), ο χρόνος της οποίας, σε περίπτωση που προϋπάρχει ορισμένη έννομη σχέση (π.χ. χρησιδάνειο, οίκηση κλπ), δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το πράγμα, δεν αρχίζει πριν από τη λύση της σχέσης (Α.Π. 1289/2002), εκτός αν η αντιποίηση της νομής λάβει χώρα εν γνώσει του κυρίου πριν από τη λύση αυτής.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υπάρχει, όταν από προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά ή συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη άσκηση του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Τέλος, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου και απόδοσης ωφελημάτων της αναιρεσίβλητης αφενός, και τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής αφετέρου, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Στο δικαιοπάροχο (παππού) της ενάγουσας Σ.
Τ. του Γ., κάτοικο, όσο ζούσε, ... Ν. Ρόδόπης, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, για την αγροτική του αποκατάσταση ένας αυτοτελής οικοπεδικός κλήρος εκτάσεως 1.695 τ.μ., που βρίσκεται στο ... της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης.
Εκδόθηκε υπέρ αυτού ο με αριθ. .../1975 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομαρχίας Ροδόπης, που μεταγράφηκε στον τόμο ... του Υποθηκοφυλακείου Σαππών, την 9-4-1976. Ειδικότερα, το ως άνω οικόπεδο, το οποίο έχει σχήμα τριγωνικό περίπου, συνορεύει : βόρεια με δημοτική οδό και με ιδιοκτησία Π. Τ., ανατολικά με ιδιοκτησία Β.
Κ., νότια με δημοτική οδό και δυτικά με δημοτική οδό. Μέσα στην οικοπεδική αυτή έκταση υπήρχε στην νοτιοανατολική του πλευρά παλαιά ισόγεια οικία (βουλγαρικής κατασκευής και ήδη κατεδαφιστέα), στην οποία διέμενε ο ως άνω κληρούχος με τη σύζυγό του και την οικογένεια του υιού του Γ. Τ., την οποία αποτελούσαν, η σύζυγός του Δ.
και οι τρεις θυγατέρες του Μ., Σ. (ενάγουσα) και Χ. Το έτος 1968 ο ανωτέρω κληρούχος, χάριν δικαιοσύνης, ρύθμισε και διένειμε όσο ζούσε την ακίνητή του περιουσία στα ενήλικα τέκνα του Γ., Π., Ι., Γ. σύζυγο Ι. Τ. και Γ., τη σύζυγό του Κ. (η οποία όμως προαπεβίωσε αυτού) και τις ως άνω εγγόνες του. Η ρύθμιση αυτή έγινε εν γνώσει και με τη συγκατάθεση όλων.
Συγκεκριμένα : Με το υπ’ αριθμ. .../22-5-1968 προσύμφωνο αγοραπωλησίας επί καταβολή αρραβώνος του άλλοτε συμβολαιογράφου Κομοτηνής Ν. Π. μεταβίβασε στον υιό του Γ., που τον γηροκομούσε, μέρος της αγροτικής ακίνητής του περιουσίας. Επίσης με την υπ’ αριθ. .../22-5-1968 δημόσια διαθήκη του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθ. 57/1974 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης εγκατέστησε όλους του παραπάνω κληρονόμους του στο υπόλοιπο της περιουσίας του και μεταξύ άλλων τη σύζυγό του ως επικαρπώτρια και την ενάγουσα εγγονή του ως ψιλή κύρια στο παραπάνω επίδικο ακίνητο (οικόπεδο μετά της επ’ αυτού παλαιάς οικίας) με δήλωσή του, η οποία έχει ως εξής : "την ψιλήν κυριότητα της ως άνω και εν τω χωρίω ...
του Δήμου Σαππών κειμένης οικίας μου παλαιάς αποτελούμενης εκ δύο (2) παλαιών δωματίων, μιας αποθήκης, μιας κουζίνας, ενός σταύλου, του κάτωθεν οικοπέδου και αυλής, εκτισμένης επί γηπέδου ενός (1) στρέμματος περίπου". Είναι αλήθεια, ότι στη διαθήκη το ανωτέρω ακίνητο δεν περιγράφεται με απόλυτη ακρίβεια ως προς την έκτασή του.
Τούτο συμβαίνει (καθορίζεται η έκταση ως "ενός (1) στρέμματος περίπου") διότι ως παλαιός οικοπεδικός κλήρος δεν ήταν δυνατός ο προσδιορισμός της έκτασης, όπως περιγράφεται στον ως άνω τίτλο (1.695 τ.μ.), ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε την 7-2-1975, μετά το θάνατο του κληρούχου. Παρά ταύτα, από την ανωτέρω διάταξη της διαθήκης, καμία δεν παραμένει αμφιβολία, για την ταυτότητα του αντικειμένου της κληρονομίας, ότι δηλαδή είναι διάφορο από αυτόν, που περιγράφεται στον παραπάνω τίτλο και δεν χρειάζεται να γίνει ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.
Η ενάγουσα με την υπ’ αριθ. .../11-12-1987 δήλωση Αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Σαππών Κων/νου Αυγετίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... του Υποθηκοφυλακείου Σαππών Ν. Ροδόπης αποδέχθηκε την κληρονομία του πάππου της ο οποίος απεβίωσε την 15-6-1972. Στη δήλωσή της περιέλαβε την ορθή έκταση και την ύπαρξη των συστατικών (μετά των επ’ αυτού κτισμάτων).
Νόμιμα δε συμπλήρωσε την περιγραφή και τα συστατικά του αντικειμένου της κληρονομίας, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση από τα άρθρα 1846, 1198, 1193 και 1195 ΑΚ, για να μην είναι άκυρη η μεταγραπτέα πράξη (ΑΠ 624/2001). Κατά αυτό τον τρόπο και, εφόσον η επικαρπώτρια προαποβίωσε του διαθέτη, η ενάγουσα απέκτησε αυτό από της επαγωγής της κληρονομίας, κατά πλήρη κυριότητα με παράγωγο τρόπο.
Ο δε Γ. Τ. αποδέχθηκε ό,τι είχε κληρονομήσει με την παραπάνω διαθήκη από τον πατέρα του Σ. (πέραν αυτών που του είχε δωρίσει εν ζωή ή είχε μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση ο ίδιος στον εαυτό του) δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Σαππών Κων/νου Αυγετίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...
του υποθηκοφυλακείου Σαππών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο εν λόγω οικόπεδο, ο Γ. Τ., λίγες ήμερες μετά τη σύνταξη του άνω προσυμφώνου μεταβίβασης και της διαθήκης και συγκεκριμένα στις 19-7-1968, του παραδόθηκε από τον πατέρα του τμήμα κατά νομή του ως άνω ακίνητου προκειμένου να αναγερθεί οικία, στην οποία θα δικαιούται αυτός να κατοικεί με την οικογένειά του.
Κατόπιν αυτού, ο τελευταίος υπέβαλε, στο Α.Τ. Σαππών, αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας ανέγερσης ισόγειας οικοδομής σ’ αυτό, η οποία και χορηγήθηκε στο όνομα αυτού (βλ. .../26-7-1968 άδεια της άνω υπηρεσίας), βάσει δε αυτής ανεγέρθηκε, το έτος 1968, σ’ αυτό και συγκεκριμένα στο μέσο του οικοπέδου κεραμοσκεπής οικία, εμβαδού 81,19 τ.μ.
και συνεχόμενα αυτής βοηθητικός χώρος, αμιαντοσκεπής, εμβαδού 52,74 τ.μ., στην οποία διαμένει σήμερα η εναγόμενη - τρίτη σύζυγός του. Αμέσως μετά την κατά τα άνω ανέγερση της πιο πάνω οικοδομής στην ιδική ως άνω οικία, εγκαταστάθηκε ο Γ. Τ. με την οικογένειά του. Αρχικά συνοικούσε με τα παραπάνω μέλη της πρώτης του, ως άνω, οικογένειας, αλλά και τους γονείς του μέχρι το θάνατο των τελευταίων και της συζύγου του Δ. (το έτος 1979) και της τοπικής απομάκρυνσης λόγου γάμου των τριών θυγατέρων του - προ του θανάτου της μητέρας τους - και ακολούθως από το έτος 1986 με την καινούρια του σύντροφο (εναγομένη) και τη θυγατέρα τους Ν., που γεννήθηκε την 24-2-1987, ασκώντας τη φυσική εξουσία επ’ αυτού, με διάνοια δουλειούχου οίκησης, μέχρι την 31-8-2008, που απεβίωσε, από δε το έτος αυτό και μέχρι σήμερα κατοικεί στην επίδικη οικία η εναγομένη, με την οποία αυτός τέλεσε νόμιμο γάμο την 26-7-1997.
Ο ίδιος, το έτος 1974 νομιμοποίησε (πολεοδομικά) την αυθαίρετη επέκταση της προαναφερόμενης ισόγειας οικίας εμβαδού 52,74 τ.μ. και στη βορειοδυτική πλευρά αυτού έκτισε αποθηκευτικό χώρο, κεραμοσκεπή, εμβαδού 17,12 τ.μ. (βλ. την υπ’ αριθμ. ...16-8-1974 οικοδομική άδεια προσθήκης αποθήκης της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της τότε Νομαρχίας Ροδόπης).
Η δαπάνη προϋπολογισμού, για την κατασκευή της αποθήκης, ύψους τότε 39.000 δραχμών περίπου, έγινε αποκλειστικά, από αυτόν και αφορούσε άμεσα τα συμφέροντά του (εφόρου ζωής οίκηση). Γι’ αυτό άλλωστε η ενάγουσα, η οποία διέμενε ακόμη στην πατρική οικία (αποχώρησε μετά τον γάμο της το έτος 1975), δεν αντέδρασε καθόλου τότε που ο πατέρας της έλαβε οικοδομική άδεια και έκτισε την προσθήκη αποθήκης.
Η κατά τα εκτεθέντα χρησιμοποίηση, ως κατοικίας, της επίδικης οικίας από τον πατέρα της ενάγουσας, ως ανωτέρω, γινόταν μπροστά στα μάτια της, χωρίς να αντιδράσει και να διαμαρτυρηθεί, για την οίκησή του σε αυτό, σεβόμενη την επιθυμία του πατέρα της και την μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου της συμφωνία για ενοίκηση ή βάσει σχέσης χρησιδανείου, όπως η ίδια (ενάγουσα) ισχυρίζεται, για το είδος της σύμβασης, που καταρτίστηκε κατά τα προαναφερόμενα.
Με βάση τα παραπάνω είναι μεν σαφές, ότι η ενάγουσα έγινε κυρία της ανωτέρω ανεγερθείσας οικίας, εφόσον ήταν κυρία του πιο πάνω οικοπέδου, επί του οποίου αναγέρθηκε, όμως ο πατέρας της Γ. Τ. είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα οικήσεως σε αυτήν, ενόψει του ότι από το έτος 1976, δηλαδή της μεταγραφής του οικοπεδικού κλήρου, οπότε λόγω της παραμεθορίου περιοχής ο περιορισμός της μη κατατμήσεως κατ’ εξαίρεση δεν ισχύει στην περίπτωση που πρόκειται για οικοπεδικούς κλήρους (άρθρο 1 παρ. 2 περ.
Αδ’ α.ν. 431/1968, που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτοβάθμιας απόφασης), μέχρι το θάνατό του (απόσβεση οίκησης) είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας και συνεπώς, ήταν νομέας αυτού δυνάμει της εννόμου σχέσεως της ως άνω δουλείας (1045 - 1187ΑΚ). Η, με την σύνταξη της με αριθμό .../15-3-1999 δημόσιας διαθήκης αυτού (Γ.
Τ.), μεταβολή της βούλησής του να νέμεται με διάνοια κυρίου τμήμα του οικοπέδου μετά της ισόγειας οικίας και όχι ως δουλειούχος, εφόσον δεν εκδηλώθηκε προς την ενάγουσα κύρια, ως μεταστροφή βούλησης και αντιποίηση νομής με διάνοια κυρίου, είναι νομικά διάφορη. Συγκεκριμένα, ο Γ. Τ. με την παραπάνω δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Ευδοξίας Μανδαλά και δημοσιεύθηκε με τα 259/ΔΔ259/2008 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, εγκατέστησε ως κληρονόμο του μεταξύ άλλων και την εναγόμενη, στην οποία κατέλιπε κληρονομιαίο στοιχείο, που περιγράφεται σε αυτή επί λέξει ως: "οικία στο ...
κτισμένη σε οικόπεδο 800 τ.μ. με διάφορα δένδρα και αμπέλι", επιχειρώντας έτσι να δικαιολογήσει αβάσιμα δικαιώματα κυριότητας. Η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι με τον τρόπο αυτό, έγινε κύρια τούτου, που αποτελεί διαιρετό τμήμα του ένδικου οικοπεδικού κλήρου. Φυσικά η ανωτέρω πράξη δεν μετήγαγε κυριότητα στην εναγόμενη, γιατί η νομή δουλείας οίκησης του καθολικού δικαιοπαρόχου της εναγομένης δεν οδηγεί σε κτήση κυριότητας.
Σε κάθε δε περίπτωση η άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου από τον τελευταίο, για οκτώ μόνο έτη (1999 - 2008) δεν είναι κατά νόμο ικανή να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Η εναγομένη - εκκαλούσα δεν απέκτησε βέβαια, ούτε το στάση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής που πρότεινε η εναγόμενη, διότι ο δικαιοπάροχος σύζυγός της από το 1968 μέχρι το θάνατό του το έτος 2008 και στη συνέχεια αυτή κατέχει το επίδικο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η παραδοχή αυτής (ένστασης) έχει ως προϋπόθεση την απόκτηση νομής έκτακτης χρησικτησίας, η οποία εν προκειμένω δεν συντρέχει.
Απορριπτέα, επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η ένστασή της, ότι η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμά της καταχρηστικά (281 Α.Κ.), διότι νέμονταν ο σύζυγός της και αυτή στη συνέχεια το επίδικο επί 40 περίπου έτη, με διάνοια κυρίου και βελτίωσαν την κατάσταση του ανεγείροντας σε αυτό οικία και αποθήκη, χωρίς εναντίωση του κληρούχου και της ενάγουσας διαδόχου του, με αποτέλεσμα να πιστέψει εύλογα, ότι η τελευταία δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της.
Και είναι αβάσιμη η ένστασή της, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο σύζυγός της είχε μόνο δικαίωμα οίκησης στα πλαίσια της παραπάνω αρχικής συμφωνίας. Όσες βελτιώσεις επιχείρησε στο επίδικο, με την ανέγερση νέας οικίας, έγιναν αρχικά για την ενοίκηση τούτου με την πρώτη σύζυγό του και τα τέκνα τους (και της ενάγουσας κύριας του ακινήτου) και στην συνέχεια, για τη δική του και μόνο εξυπηρέτηση και αφορούσε άμεσα τα συμφέροντά του (εφόρου ζωής οίκηση).
Δεν ενήργησε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και αναγνώριζε, ως μοναδικό κύριο του επιδίκου την ενάγουσα θυγατέρα του. Το βασικότερο, όμως, είναι ότι ούτε ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ούτε και η τελευταία επέδειξαν κάποια συμπεριφορά, από την οποία μπορούσε να δημιουργηθεί στην εναγομένη εύλογα η πεποίθηση, ότι απεμπολούν τα δικαιώματα κυριότητας.
Αντίθετα, αν ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας ήθελε το έτος 1968 να μεταβιβάσει την κυριότητα και του επιδίκου στον υιό του Γ. Τ. θα μπορούσε να το περιλάβει μεταξύ των ακινήτων στο ανωτέρω προσύμφωνο αγοραπωλησίας ή επίσης, αν ήθελε να τον καταστήσει κύριο του επιδίκου, δεν θα το κατέλιπε με τη διαθήκη του στην ενάγουσα, ενώ η τελευταία, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα της και την απόσβεση της δουλείας ενοίκησης απέστειλε στις 15-12-2008 εξώδικη όχληση, με την οποία την καλούσε να της αποδώσει το ακίνητο.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ακόμη και μετά την επίδοση σ’ αυτήν της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ως οικία της το παραπάνω ακίνητο, ως κακής πίστεως νομέας, αφού γνωρίζει ότι δεν έχει δικαίωμα νομής σε αυτό, αποβάλλοντας έτσι παρανόμως την ενάγουσα από τη νομή της, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτή την ωφέλεια από τη χρήση του ακινήτου για το χρονικό διάστημα επτά μηνών (από 1-1-2009 μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αγωγής), που θα αποκόμιζε μετά βεβαιότητος και κατά συνήθη πορεία των πραγμάτων από την μίσθωση του επίδικου, ήτοι το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 700 ευρώ.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί η ενάγουσα κύρια του περιγραφομένου στο διατακτικό της παρούσας απόφασης ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη και κάθε τρίτος, που έλκει δικαιώματα να της το αποδώσει και αφετέρου να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 700 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση της ερήμην δικασθείσας στον πρώτο βαθμό εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί κατ’ ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου και απόδοσης ωφελημάτων της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και, στη συνέχεια, δέχθηκε την αγωγή αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου (οικοπεδικού κλήρου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων) από κληρονομία (εκ διαθήκης) του αποβιώσαντος κατά το έτος 1972 παππού της Σ. Τ., την οποία αποδέχθηκε το έτος 1987 με συμβολαιογραφική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι στο δικαιοπάροχό της, το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με τον .../1975 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Ροδόπης, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 9/4/1976. Ότι κατά το έτος 1968 ο πιο πάνω δικαιοπάροχός της είχε παραδώσει στο γιο του Γ. Τ. (πατέρα της αναιρεσίβλητης) τη νομή τμήματος του εν λόγω ακινήτου, με την (άτυπη) |συμφωνία να ανεγείρει οικία, στην οποία θα κατοικούσε με την οικογένειά του.
Ότι μετά την ανέγερση της πιο πάνω οικίας, το έτος 1968, εγκαταστάθηκαν σε αυτή αρχικά ο Γ. Τ. με τα μέλη της πρώτης του οικογένειας και τους γονείς του, ακολούθως δε, μετά το θάνατο των τελευταίων και της πρώτης συζύγου του (μητέρας της αναιρεσίβλητης), καθώς και την αποχώρηση (λόγω γάμου) των τριών θυγατέρων του, ο ίδιος εξακολούθησε να κατοικεί εκεί με τη νέα του οικογένεια, που αποτελούνταν από τη σύζυγό του (αναιρεσείουσα) και την κόρη τους, μέχρι το θάνατό του, το έτος 2008, ασκώντας τη φυσική εξουσίαση αυτής με διάνοια δουλειούχου.
Ότι η χρησιμοποίηση ως κατοικίας της επίδικης οικίας από το Γ. Τ. γινόταν εν γνώσει και χωρίς διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης, σεβόμενης τη μεταξύ αυτού και του παππού της συμφωνία ενοίκησης ή χρησιδανείου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη. Ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η μεν αναιρεσίβλητη έγινε κυρία της πιο πάνω οικίας μετά του οικοπέδου, επί του οποίου αυτή ανεγέρθηκε, ο δε πατέρας της, ενόψει του ότι από το έτος 1976 (που μεταγράφηκε ο τίτλος κίνησης του οικοπεδικού κλήρου) μέχρι το θάνατό του το έτος 2008 (οπότε αποσβέστηκε το δικαίωμα οίκησης του) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, κατέστη (οιονεί) νομέας, δυνάμει δουλείας οίκησης.
Ότι η με τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης του Γ. Τ., κατά το έτος 1999, μεταβολή της βούλησής του να νέμεται με διάνοια κυρίου τμήμα του οικοπέδου με την πιο πάνω οικία και όχι ως δουλειούχος, εφόσον δεν εκδηλώθηκε προς την αναιρεσίβλητη, ήταν νομικά αδιάφορη. Ότι η εγκατάσταση της αναιρεσείουσας ως κληρονόμου του Γ.
Τ. με την πιο πάνω διαθήκη του, με βάση την οποία αυτή ισχυρίζεται ότι έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου, δεν μετήγαγε κυριότητα σε αυτή, διότι η (οιονεί) νομή δουλείας οίκησης του καθολικού δικαιοπαρόχου της δεν οδήγησε στην κτήση κυριότητας και ότι, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου από τον τελευταίο κατά τα έτη 1999-2008 δεν ήταν ικανή να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Ότι ούτε η αναιρεσίβλητη απέκτησε δικαίωμα δουλείας οίκησης επί της επίδικης οικίας, διότι δεν συνέπραξε στη σχετική σύμβαση μεταξύ του δικαιοπαρόχου της και του πατρός του. Ότι, εξάλλου, η ένσταση της αναιρεσείουσας περί εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι, τέλος, η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της πιο πάνω αγωγής είναι επίσης απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας είχε μόνο δικαίωμα οίκησης στο πιο πάνω ακίνητο και όσες βελτιώσεις επιχείρησε σε αυτό αφορούσαν άμεσα το δικαίωμά του αυτό, ενώ ούτε η αναιρεσίβλητη, ούτε ο δικαιοπάροχός της επέδειξαν κάποια συμπεριφορά, από την οποία μπορούσε να δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι απεμπολούν τα δικαιώματα κυριότητάς τους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με τις πιο πάνω ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 249 Α.Κ.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που αποδίδονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τις πιο πάνω ενστάσεις της αναιρεσείουσας, διότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτή προσκόμισε στο Εφετείο προκύπτει ότι:
α) η αναιρεσίβλητη δεν είχε καμία σχέση με το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο, οικία, αποθήκη και λοιπά κτίσματα) κατά το διάστημα των ετών 1968-2008, β) ο σύζυγός της (Γ. Τ.) και η ίδια (η αναιρεσείουσα) επί 40 σχεδόν έτη κατείχαν ως κύριοι, συνεχώς και αδιαλείπτως, το πιο πάνω ακίνητο, εν γνώσει και υπό τα όμματα της αναιρεσίβλητης, κτίζοντας σε αυτό τη νέα κατοικία και την αποθήκη, και πολλαπλασιάζοντας την αξία του, γ) η αναιρεσίβλητη ουδέποτε χρησιμοποίησε την παλαιά (ερειπωμένη) οικία, την οποία αντίθετα χρησιμοποιούσαν η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της και δ) όλοι στο χωριό ήξεραν ότι ολόκληρο το ακίνητο ανήκε στο Γ.
Τ. και όχι στην αναιρεσίβλητη, καθώς και οι αιτιάσεις που αποδίδονται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1049 και 810 A.K., αφενός με το να μην αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ημεροχρονολογία σύναψης της σύμβασης χρησιδανείου και αφετέρου με το να μη δεχθεί :
α) ότι η αναιρεσίβλητη μετά την αποχώρησή της από την πατρική οικία το έτος 1975 μέχρι το έτος 1999 (χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης του Γ. Τ.) δεν προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο, και β) ότι ο Γ. Τ., ο οποίος, κατά το ίδιο διάστημα, άσκησε σημαντικές πράξεις διακατοχής σε αυτό με διάνοια κυρίου (τακτοποίηση αυθαίρετης επέκτασης της ισόγειας οικίας, κατασκευή αποθήκης, ενέργειες προς την πολεοδομία και τις φορολογικές αρχές, κατά τις οποίες δήλωνε ότι αυτός είναι ο αποκλειστικός κύριος του επιδίκου και στη συνέχεια η αναιρεσείουσα) έγινε κύριος του πιο πάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Πέραν, όμως, τούτων, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με την παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 810 ΑΚ για τη σύμβαση χρησιδανείου είναι αλυσιτελής, μετά την κύρια παραδοχή του Εφετείου ότι ο πατέρας της αναιρεσίβλητης Γ. Τ. απόκτησε δικαίωμα οίκησης στην επίδικη οικία με έκτακτη χρησικτησία.
Τέλος, οι αποδιδόμενες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις από τους αρ.1, 8 περ. β’ , 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αντίστοιχα, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο : α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1183 Α.Κ., αναφορικά με τη σύσταση δουλείας οίκησης στην επίδικη οικία, με σύμβαση (εμπράγματη δικαιοπραξία εν ζωή) μεταξύ του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας (συζύγου της) Γ.
Τ. και του πατέρα του (δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης), β) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ούτε η αναιρεσίβλητη ούτε η αναιρεσείουσα πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι υπήρξε η ανωτέρω σύμβαση οίκησης, γ) χωρίς απόδειξη δέχθηκε την ύπαρξη της εν λόγω σύμβασης και δ) δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, παρά το ότι αυτή δεν απέδειξε την ύπαρξη της πιο πάνω σύμβασης οίκησης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε κυρίως ότι το δικαίωμα οίκησης του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας στην επίδικη οικία συστάθηκε με έκτακτη χρησικτησία και όχι με σύμβαση, για τη νομότυπη (με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή) σύσταση της οποίας (σύμβασης οίκησης) άλλωστε δεν υπάρχει σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 β’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Α.Π.1398/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 12 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι ο Γ.ς Τ.
είχε απλώς δικαίωμα οίκησης (με σύμβαση) και όχι δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη οικία, παρά το ότι ο ίδιος με δικές του αποκλειστικά δαπάνες έκτισε την οικία αυτή, έλαβε οικοδομική άδεια στο όνομά του για την ανέγερσή της, προέβαινε σε (εσωτερικές και εξωτερικές) βελτιώσεις αυτής και κατέβαλε τις δαπάνες για ΔΕΗ, νερό, θέρμανση και τα κοινοτικά τέλη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, την οποία κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ’ αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ. Δεν υπάρχει, επίσης, παραβίαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δε γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι αγνόησε την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων (δημόσια διαθήκη του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, άδεια ανέγερσης της οικίας του έτους 1968, φωτοτυπία απόδειξης ΔΕΗ), που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί αποκλειστικής κυριότητας του συζύγου της και, στη συνέχεια, της ίδιας στην επίδικη οικία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα πιο πάνω επικαλούμενα έγγραφα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά τα συνεκτίμησε ελεύθερα, κατ’ άρθρο 340 ΚΠολΔ., μαζί με τα υπόλοιπα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι από 21-1-2015 πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2014 αίτηση και τους από 2-1-2015 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους της Σ. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 73/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ