Legislator Case Law & Legislation
764/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal finding lower court erred in ignoring offset defense raised by landlord.

Case Number 764/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the tenant's claim. The landlord had argued for offsetting unpaid rent against a security deposit, a defense the First Instance Court failed to examine despite clear evidence in the case file. The Court ruled that the lower court erred by not considering this valid defense, which could have altered the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court must examine offset defenses arising from the case file even if not explicitly requested, and failure to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
offset defense security deposit rent arrears improper appeal lower court error case file evidence civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 262 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 902/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 764 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 764/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ζ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρχοντάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 548/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 4-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-6-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 221/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη προκύπτει σαφώς ότι τούτο περιορίζεται αποκλειστικώς στις γνήσιες ενστάσεις. Δεν αναφέρεται στις καταχρηστικές ενστάσεις. Στις ενστάσεις αυτές, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν προκύπτουν από τη δικογραφία το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί να συναγάγει την έννομη συνέπεια αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 902/1994).

Καταχρηστική ένσταση είναι το δικονομικό μέσο άμυνας, με το οποίο προτείνονται πραγματικοί ισχυρισμοί (όχι δικαίωμα), που είτε εμπόδισαν τη γέννηση του δικαιώματος του ενάγοντος, στο οποίο στηρίχθηκε η αγωγή, είτε έχουν επιφέρει την κατάργηση του δικαιώματος του ενάγοντος, όπως η ένσταση εξόφλησης (άρθ. 416 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η καταχρηστικώς αποκαλούμενη στις μισθωτικές συναλλαγές ως "εγγύηση", που αφορά το χρηματικό ποσό το οποίο έχει επικρατήσει στη συναλλακτική πρακτική να δίδεται από τον μισθωτή στον εκμισθωτή κατά την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης, που συνήθως αντιστοιχεί σε πολλαπλάσιο του μηνιαίου μισθώματος, διέπεται ως προς τη λειτουργία και την τύχη της από τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), καθόσον είναι δυνατόν να συμφωνήθηκε προς εξασφάλιση του μισθώματος ή ως αρραβώνας (επιβεβαιωτικός ή προς κάλυψη της ζημίας από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης κ.λπ.) ή ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοσία.

Το ποσό αυτό είναι επιστρεπτέο στο μισθωτή με τη λήξη της μίσθωσης και την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του έναντι του εκμισθωτή. Εξάλλου, κατά την έννοια των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται, από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, αποσβήνονται αναδρομικά, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν.

Ο συμψηφισμός μπορεί να προταθεί: α) εξώδικα και συνεπώς αν ο διάδικος τον επικαλεστεί (μονομερή ή συμβατικό) η ένσταση αυτή (καταχρηστική ένσταση συμψηφισμού) δεν είναι τίποτε άλλο παρά απλή ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό (ΑΠ 1462/2012, 1042/2009) ή β) κατά τη διάρκεια της δίκης (άρθρο 442 ΑΚ) με τη μορφή ένστασης κατά της αγωγής (γνήσια ένσταση συμψηφισμού) με σκοπό την απόσβεση της επίδικης απαίτησης αναδρομικά, δηλαδή από το χρονικό σημείο που δημιουργήθηκε η κατάσταση συμψηφισμού.

Επομένως σαν ένσταση συμψηφισμού χαρακτηρίζεται μόνο εκείνη η ένσταση του διαδίκου που προβάλλεται, κατά τη διάρκεια της δίκης και περιλαμβάνει συγχρόνως και πρόταση συμψηφισμού με επίκληση ταυτόχρονα της σχετικής κρίσης του Δικαστηρίου και εκείνη που αναφέρεται σε προηγούμενο εξώδικο συμψηφισμό (ΑΠ 941/2010).

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) με την από 31-8-2009 (αριθ. κατ. 5922/2009) αγωγή της ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες), η πρώτη εταιρεία ως μισθώτρια των επιδίκων καταστημάτων και ο δεύτερος ως εγγυητής για την εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου, να της καταβάλουν 19.200 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαρτίου έως Αυγούστου 2009.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι η μισθώτρια εταιρεία και ο εγγυητής οφείλουν για καθυστερούμενα μισθώματα των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2009 το συνολικό ποσό των 12.800 (3.200 x 4) ευρώ. Στη συνέχεια δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η εκμισθώτρια στην ένδικη αγωγή της αναφέρει ότι η μισθώτρια, με την από 29-6-2009 εξώδικη δήλωσή της, η οποία της επιδόθηκε 30-6-2009, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση μισθώσεως προέβη σε μονομερή συμψηφισμό των μέχρι την καταγγελία μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2009, με την "εγγύηση" των τεσσάρων μισθωμάτων που είχαν καταβληθεί κατά την κατάρτιση της μίσθωσης.

Πλην όμως, η μισθώτρια ούτε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε ενώπιον του παρόντος (άρθρο 442 ΑΚ) πρόβαλε τέτοια ένσταση περί μονομερούς εξώδικου συμψηφισμού των μέχρι την καταγγελία οφειλόμενων μισθωμάτων με την καταβληθείσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως "εγγύηση"...". Όπως όμως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων ως εφεσιβλήτων που κατέθεσαν επί της έδρας στο Εφετείο, που παραδεκτά ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), η μισθώτρια εταιρεία αναφέρει σ' αυτές ολόκληρο το περιεχόμενο της από 29-1-2009 εξώδικης δήλωσής της προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση λόγω υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο (αδυναμία χρήσης αυτού λόγω μη χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής για τη λειτουργία του) και παράλληλα δηλώνει ότι συμψηφίζει τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2009 με την εγγύηση των τεσσάρων μισθωμάτων που έχει καταβάλει σ' αυτήν.

Τη δήλωση αυτή συμψηφισμού των μισθωμάτων με την εγγύηση αναφέρει και η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) στο ιστορικό της ενδίκου αγωγής της. Τα περιστατικά αυτά, που συνιστούν καταχρηστική ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό, το Εφετείο έπρεπε να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως και να ερευνήσει κατ' ουσίαν, διότι προκύπτουν από τη δικογραφία, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται αίτημα παραδοχής τους, το οποίο σε κάθε περίπτωση καλύπτεται με το αίτημα των προτάσεων των αναιρεσειόντων για απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, ότι η μισθώτρια εταιρεία δεν πρόβαλε τέτοια ένσταση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό που προτάθηκε με αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την ανωτέρω ένσταση και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Άρα υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που εκτιμάται ως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια των οφειλομένων ανωτέρω καθυστερουμένων μισθωμάτων και την ένσταση εξοφλήσεως με συμψηφισμό. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 221/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και

Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο με αριθμούς 1343754, 2886032 σειρά Α' (Δημοσίου) και 086463, 086464, 086465 σειρά Α' (ΤΑΧΔΙΚ).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ