Supreme Court partially allows appeal on tort damages claim but dismisses contract formation argument regarding lease agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of First Instance's decision in a dispute over a lease agreement. The appellants argued for damages based on intentional harm contrary to good morals, while the respondent contested the contract's formation. The court rejected the argument that the contract was never formed but upheld the tort claim, remanding the case for further proceedings on damages.
Legislator headnote
AI generatedArticle 919 of the Civil Code; Article 914 of the Civil Code: A party who intentionally harms another contrary to good morals is liable for damages and moral satisfaction, provided the conduct was intentional and contrary to social ethics.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 764 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 764/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Χ. του Μ., 2Μ. συζ. Α. Χ. το γένος Ο. Σ., 3Ε. Χ. του Α., ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία "…", 4.Μ. Χ. του Α., ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία "…", 5. της εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο …, βρίσκεται υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνεκκαθαριστές της, τρίτη και τέταρτο εξ αυτών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λεβέντη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Χ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφιλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 46/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιανουαρίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (Ολ ΑΠ 398/75).
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι και εκείνη κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού (ΑΠ 1298/2006). Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος των εναγόντων τυγχάνει επικαρπωτής ενός ισογείου καταστήματος μετά υπογείου, η ψιλή κυριότητα του οποίου ανήκει στην τρίτη και τέταρτο εξ αυτών κατά ποσοστό 20% και 80% αντίστοιχα, η δε δεύτερη ενάγουσα, επικαρπώτρια του πρώτου και δεύτερου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στο … επί της Λεωφόρου … και …, η ψιλή κυριότητα των οποίων ανήκει αποκλειστικά στην τρίτη ενάγουσα.
Επί των ανωτέρω ιδιοκτησιών στεγάζεται η πέμπτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, με το διακριτικό τίτλο "…" και αντικείμενο την πώληση ανδρικών ενδυμάτων, ομόρρυθμα μέλη κατά ποσοστό 50% έκαστος και διαχειριστές τυγχάνουν η τρίτη και τέταρτος των εναγόντων. Δυτικά της ανωτέρω ιδιοκτησίας, στην ίδια οικοδομή, κείται ένα μικρό κατάστημα της Μ.
χήρας Γ. Σ. και νοτίως επί της οδού …, βρίσκεται ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας του εναγομένου, το οποίο ο τελευταίος είχε εκμισθώσει στην τρίτη ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιεί ως κατάστημα πώλησης γυναικείων ενδυμάτων με τον τίτλο "Καρυάτις". Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του έτους 2003 εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στην …, ήλθαν σε επαφή με τους ενάγοντες προκειμένου να διαπραγματευτούν τη σύναψη μίσθωσης του καταστήματος των τελευταίων από την εταιρία τους, με αντικείμενο την πώληση ενδυμάτων, υποδημάτων και αθλητικής ενδύσεως, Έκτοτε, ο διευθυντής πωλήσεως της ως άνω εταιρίας επισκέφθηκε το Ηράκλειο τέσσερις φορές, την τελευταία μάλιστα από αυτές μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, προκειμένου να συζητήσουν με τους ενάγοντες τους όρους της μίσθωσης.
Ωστόσο, από τις συζητήσεις που έγιναν μεταξύ των ανωτέρω προσώπων, και επειδή πληροφορήθηκαν ότι η τρίτη ενάγουσα είχε στη χρήση της και το μισθωμένο κατάστημα του εναγομένου και επειδή επιθυμία των εκπροσώπων της ενδιαφερομένης εταιρίας, λόγω της απαιτούμενης έκτασης για την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ήταν η εκμίσθωση τόσο του ακινήτου των εναγόντων όσο και των όμορων αυτού καταστημάτων, προκειμένου, μετά από τις κατάλληλες εργασίες και εγκαταστάσεις, να τα συνενώσουν και να τα μετατρέψουν σε ένα ενιαίο λειτουργικά και μορφολογικά κατάστημα, ζήτησαν από τους ενάγοντες, λόγω της γνωριμίας τους με τον εναγόμενο, να τους φέρουν σε επαφή με τον τελευταίο, προκειμένου να διαπραγματευτούν τη μίσθωση και του δικού του καταστήματος.
Πράγματι, περί τα τέλη Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2003, ο προαναφερόμενος διευθυντής πωλήσεων μαζί με τους αδερφούς Α. και Γ. Γ. και τον αρχιτέκτονα της εταιρίας επισκέφθηκαν το Ηράκλειο και συναντήθηκαν με τους ενάγοντες, την Μ. Σ. και τον εναγόμενο στο κατάστημα των πρώτων. Κατόπιν δε των συζητήσεων ήλθαν και σε κατ' αρχήν συμφωνία για τη σύναψη με έκαστον αυτών συμβάσεων μισθώσεως, ώστε κατόπιν των αναγκαίων διαβουλεύσεων και τεχνικών λεπτομερειών να διατυπωθεί σε έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά το ακριβές περιεχόμενο (όροι) της μισθώσεως.
Σημειώνεται ότι σκοπός της άνω εταιρίας ήταν η έναρξη της μίσθωσης και εγκατάστασή της στο μετά από τις απαραίτητες εργασίες συνένωσης μίσθιο κατάστημα το αργότερο την 15-2-2004 προκειμένου το Πάσχα του ίδιου έτους να έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία. Προς τούτο, μετά την κατ' αρχήν επίτευξη της ανωτέρω συμφωνίας, η τρίτη και πέμπτη ενάγουσα, οι οποίες εκμεταλλεύονταν τις επιχειρήσεις "…" και "…", αντίστοιχα, καθώς επίσης η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…", μισθώτρια της ιδιοκτησίας της Μ.
Σ., συμφώνησαν να προχωρήσουν στην άμεση εκποίηση του συνόλου των εμπορευμάτων τους, η οποία πράγματι ξεκίνησε πριν τα Χριστούγεννα του 2003. Τις ανωτέρω συναντήσεις ακολούθησε μία ακόμη επίσκεψη του πληρεξουσίου δικηγόρου της μισθώτριας εταιρίας και του αρχιτέκτονά της στο Ηράκλειο, προκειμένου να ελέγξουν πολεοδομικά και νομικά τα ακίνητα και να συντάξουν τα απαραίτητα σχέδια για τη λειτουργική και μορφολογική διαμόρφωση του μισθίου χώρου και τον Ιανουάριο του έτους 2004 είχαν εν πολλοίς ολοκληρωθεί οι συζητήσεις μεταξύ των εμπλεκομένων μερών (ως προς την πρόθεση συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως), ενώ απέμεναν λεπτομέρειες για τους όρους των επί μέρους συμφωνιών, που θα περιλαμβάνονταν σε κάθε ιδιωτικό συμφωνητικό ξεχωριστά.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2004 απεστάλησαν στα διάδικα μέρη τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, προκειμένου να ελεγχθούν από τους ιδιοκτήτες τους και ακολούθως να υπογραφούν από τους τελευταίους και από τον εκπρόσωπο της εταιρίας. Οι ενάγοντες, μετά από κάποιες τροποποιήσεις που πραγματοποίησαν στους όρους της δικής τους σύμβασης, ειδοποίησαν την "…" για την άμεση υπογραφή των συμφωνητικών, το ίδιο δε έπραξε και η Μ.
Σ.. Από την πλευρά του, ο εναγόμενος - ο οποίος καθυστερούσε να προσέλθει για να υπογράψει τις σχετικές συμβάσεις, επικαλούμενος προβλήματα συγγενικού του προσώπου, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων - τους διαβεβαίωνε και του καθησύχαζε πως προτίθεται να συμπράξει στην υπογραφή τους μόλις κατάφερνε να επιλύσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε.
Περαιτέρω δε - κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων - ενώ γνώριζε ότι οι τελευταίοι είχαν άμεσα προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης των εμπορευμάτων των επιχειρήσεών τους, σε τιμές πολύ χαμηλότερες του κόστους, συνέχιζε τις διαβεβαιώσεις αυτές. Τα ανωτέρω εκθέτει και ο εξετασθείς ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των εναγόντων (ο οποίος είναι γαμβρός του εκ των εναγόντων Χ.), καταθέτοντας ότι είχε έλθει επανειλημμένως σε επαφή με τον εναγόμενο και εκφράζοντας την ανησυχία του για το μέλλον των ανωτέρω συμβάσεων, γνωστοποιώντας παράλληλα σ' αυτόν τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ενάγοντες προκειμένου να επιτύχουν την παράδοση των μισθίων καταστημάτων στη "…" εντός του συμφωνημένου χρόνου, ήτοι μέχρι 15-2-2004.
Πλην, όμως, η κατάθεση αυτή προφανώς αναφέρεται στον μετά τον Φεβρουάριο του 2004 χρονικό διάστημα και αντιφάσκει προς το ότι η εκποίηση των εμπορευμάτων άρχισε να γίνεται πριν τα Χριστούγεννα, δηλαδή πριν καταστεί σαφές ότι εν πολλοίς είχαν ολοκληρωθεί οι συνομιλίες με την ενδιαφερόμενη εκμισθώτρια εταιρία, οπότε η έναρξη εκποίησης των εμπορευμάτων τους αποτελούσε εμπορική επιλογή πρόωρη (πριν ολοκληρωθεί η σύμβαση με την ως άνω εταιρία "….") και ανεξάρτητα του ότι ο εναγόμενος εφέρετο να τους αποφεύγει, σε κάθε δε περίπτωση η στάση του αυτή υπήρξε μετά την άρνησή του να υπογράψει (αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από τις ένορκες βεβαιώσεις των Ν.
και Γ. Κ.). Εξάλλου, προέκυψε ότι ο εναγόμενος δεν υπέγραψε το ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως (το οποίο απεστάλη στις 10-2-2004 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της υποψήφιας μισθώτριας) διότι διαφώνησε με τη διάρκεια της μισθώσεως (16ετής και με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως για τέσσερα έτη από την μισθώτρια) και με την πλήρη συνένωση των ιδιοκτησιών.
Μάλιστα δε, την άλλη ημέρα ειδοποίησε τηλεφωνικά αυτόν για την άρνησή του αυτή. Τελικά - και αφού, μετά ταύτα, οι πιέσεις από την πλευρά των εναγόντων, του διευθύνοντος συμβούλου και του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανωτέρω εταιρίας εντάθηκαν, ο εναγόμενος τους απέφευγε, οπότε κατέστη αδύνατο να έλθουν μαζί του τόσο σε τηλεφωνική όσο και σε προσωπική επικοινωνία παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους, καθόσον όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας του εναγομένου, ο τελευταίος σταμάτησε να ανταποκρίνεται στις συνεχείς οχλήσεις τους, οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο την από 23-3-2004 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση -διαμαρτυρία με την οποία τον καλούσαν να προέλθει στην υπογραφή των συμφωνητικών, επιφυλασσόμενοι σε διαφορετική περίπτωση να αξιώσουν από αυτόν την ανόρθωση των ζημιών τους από την αντίθεση στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του.
Ο εναγόμενος αγνόησε την έγγραφη διαμαρτυρία των εναγόντων, με αποτέλεσμα, η "...." να αποσύρει το ενδιαφέρον της για την μίσθωση των τριών καταστημάτων, στη συνένωση των οποίων απέβλεπε εξ αρχής, αρνούμενη να συναινέσει στη μίσθωση των λοιπών. Μετά τη ματαίωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και των διαδίκων μερών, η τρίτη ενάγουσα μετέφερε την επιχείρησή της, στο ακίνητο που λειτουργούσε η πέμπτη ενάγουσα, και κατάγγειλε με την από 23-3-2004 εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία τη μίσθωση, επικαλούμενη ότι ήταν δυσβάστακτη πλέον η μίσθωση, αφού μετά την εκποίηση των εμπορευμάτων δεν είχε προβεί σε παραγγελίες νέων ενόψει συνάψεως της μισθώσεως με την εταιρία Αφοί Γ., πλην, όμως, από το περιεχόμενο της ακολούθως εκδοθείσας τελεσιδίκως αποφάσεως επί των αντιθέτων αγωγών των εκ των διαδίκων Ε.
Χ. και Ζ. Χ., προκύπτει ότι η ως άνω ενάγουσα όφειλε να καταβάλει στον εναγόμενο 640,58 ευρώ για οφειλόμενο μίσθωμα από 1-3-2004 έως 24-3-2004, χωρίς να κριθεί (στο πλαίσιο του αντικειμένου της δίκης αυτής) υπαιτιότητα του εναγομένου για τη σύναψη μισθώσεως με την "….", όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τις προτάσεις τους, ενώ κατά τον μάρτυρα των εναγόντων, η μισθώτρια όφειλε μέχρι την απόδοση του μισθίου στον εναγόμενο επτά με οκτώ μισθώματα, εξάλλου δε, εφόσον η τρίτη ενάγουσα το επιθυμούσε, θα είχε τη δυνατότητα μετά την 11-2-2004 να κάνει νέες παραγγελίες, μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2004, για το κατάστημά της, αφού από τότε (11-2-2004) και μετά γνώριζαν και οι ενάγοντες (πληροφορηθέντες από την εταιρία ...) τις αντιρρήσεις του εναγομένου, γι' αυτό και τον πίεζαν και αυτοί.
Υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, κατ' αρχήν, δε προκύπτει ότι η σύμβαση είχε συναφθεί, αλλά ότι ήταν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, αφού δεν είχε υπογραφεί το ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και - ανεξαρτήτως εάν ο έγγραφος τύπος δεν είναι συστατικός - εν προκειμένω, εφόσον απέμεναν λεπτομέρειες προς ρύθμιση και προκειμένου να ολοκληρωθεί η σύναψη της μισθώσεως θα συνετάσσετο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θα υπογραφόταν μετά τις επιμέρους διορθώσεις και συμφωνίες προς τούτο των συμβαλλομένων πλευρών, δεν τίθεται ζήτημα να θεωρηθεί συναφθείσα η σύμβαση, αλλά ως ευρισκομένη στο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Περαιτέρω, πέραν του ότι δεν προκύπτει σκοπός του εναγομένου να ζημιώσει τους ενάγοντες, συνδεόμενος με ωφέλεια την οποία εκείνος επεδίωκε να επιτύχει δημιουργώντας σ' αυτούς την πεποίθηση ότι θα συναφθεί η επικαλούμενη σύμβαση, αφού, κατά τα ανωτέρω, ο προβληθείς από αυτόν ισχυρισμός ότι δεν έστερξε στην υπογραφή της συμβάσεως επειδή προβλεπόταν στο σχέδιο εγγράφου συμφωνητικού που του απεστάλη εικοσαετής (εν τέλει μετά από μονομερή παράταση της 16ετούς από την μισθώτρια) διάρκεια της μισθώσεως και πλήρης συνένωση των όμορων μισθίων, που θα είχε ως συνέπεια την απώλεια της αυτοτέλειας του δικού του μισθίου, κρίνεται βάσιμος, επιβεβαιούμενος και από τον μάρτυρά του.
Εξάλλου, κρίνεται πως δεν αποδείχθηκε η, σε κάθε περίπτωση, παροχή σαφών διαβεβαιώσεων, προ της εγκρίσεως από αυτόν των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού, πως η σύναψη της συμβάσεως ήταν βεβαία, αλλά ούτε και μετά την άρνησή του να την υπογράψει, διαβεβαίωση ότι θα το έπραττε (μάλιστα στην την τελευταία παράγραφο της σελίδας 6 της αγωγής εκτίθεται ότι τους προέτρεπε - ενάγοντες - να μην σταματήσουν την εκποίηση του εμπορεύματος των δύο επιχειρήσεών τους, ενώ καθυστερούσε να υπογράψει, το οποίο αντιφάσκει προς ότι φέρεται να τους απέφευγε και είναι αντίθετο με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Εξάλλου - όπως το παραπάνω γίνεται δεκτό - για την αξίωση αποζημιώσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ απαιτείται η ζημιογόνος συμπεριφορά του ζημιώσαντος να είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (ανήθικη) και να οφείλεται σε δόλο (έστω και ενδεχόμενο) αυτού.
Εν προκειμένω όμως, ο εναγόμενος αμέσως μετά τη δήλωσή του προς την υποψήφια μισθώτρια ότι δεν θα υπογράψει τη σύμβαση (σημειουμένου και ότι και οι ενάγοντες δεν ήταν αντισυμβαλλόμενα μέρη, αλλά στο πλαίσιο μιας τριγωνικής σχέσεως, με κοινό μισθωτή, προσδοκούσαν οφέλη από αυτήν), δεν είχε πλέον καμία επικοινωνία μαζί τους, οπότε κατέστησε σαφές ότι, υπό τους διευκρινισθέντες όρους, δεν επιθυμούσε την σύναψη της συμβάσεως και, κατά συνέπεια, δεν προκύπτει αντίθεση προς τα χρηστά ήθη από μόνο ότι διαφώνησε με τους όρους της μισθώσεως, ενώ κατ' αρχήν δεν ήταν αντίθετος με την προοπτική συνάψεως της συμβάσεως μισθώσεως και πάντως, δεν προκύπτει ότι, η έναρξη εκποιήσεως των εμπορευμάτων από τους ενάγοντες και ακολούθως, η παραγγελία νέων, οφειλόταν σε δικές τους διαβεβαιώσεις.
Επομένως - και συνεκτιμωμένων των κινήτρων, του σκοπού του εναγομένου, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού του εναγομένου, να προστατεύσει και εκμεταλλευθεί ως αυτοτελή την περιουσία του κατά το εικαζόμενο συμφέρον του και όλες τις λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς του, όπως τα παραπάνω γενόμενα δεκτά εκτίθενται - κρινομένου ότι δεν αποδείχθηκε δόλος (έστω και ενδεχόμενος) του εναγομένου, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, μετά την απόρριψη της εφέσεως των αναιρεσειόντων και την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της, που είχε έρεισμα στο άρθρο 919 ΑΚ, και είχε επιδικασθεί στους αναιρεσείοντες αποζημίωση για την θετική ζημία και ηθική βλάβη που υπέστησαν αυτοί εξαιτίας της από πρόθεση (ενδεχόμενος δόλος) αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου προς τους αναιρεσείοντες κατά το προσυμβατικό στάδιο προς εκμίσθωση των όμορων ιδιοκτησιών τους στην ενδιαφερόμενη προς τούτο εταιρία, ακολούθως δε (το Εφετείο), απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της.
Έτσι που έκρινε και μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 914, 932 του ίδιου Κώδικα, και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ'αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε, στις προαναφερόμενες διατάξεις.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται, ότι τέλη Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου 2003 πραγματοποιήθηκε κοινή συνάντηση των εναγόντων, του εναγομένου και της Μ. Σ., με τους νόμιμους εκπροσώπους της εταιρίας ¨…", που ενδιαφέρετο για την μίσθωση των όμορων ιδιοκτησιών των ανωτέρω, στα οποία ασκούσαν εμπορική δραστηριότητα η τρίτη και πέμπτη των εναγόντων, με αντικείμενο την εμπορία ανδρικών και γυναικείων ενδυμάτων και κατά τη συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ όλων να εκμισθώσουν στην εν λόγω εταιρία τα όμορα ακίνητα με χωριστά ιδιωτικά συμφωνητικά, η οποία θα τα μετέτρεπε σε ένα ενιαίο λειτουργικά και μορφολογικά χώρο, ώστε να προκύψει ένα ενιαίο κατάστημα στο οποίο θα ασκούσε την εμπορία της (ενδύματα, υποδήματα και αθλητική ένδυση), μόνο δε υπό τον όρο της μίσθωσης όλων των όμορων ιδιοκτησιών και την συνένωση αυτών θα προχωρούσε στην οριστική υπογραφή των σχετικών συμφωνητικών, και ότι οι όμορες αυτές ιδιοκτησίες έπρεπε να της παραδοθούν μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2004, οπότε θα υπογράφοντο και τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες εργασίες ενοποίησης, ώστε το κατάστημα να λειτουργήσει το Πάσχα του ίδιου έτους, γεγονός που επέβαλε στους ενάγοντες πριν από τα Χριστούγεννα του έτους 2003 να αρχίσουν να εκποιούν τα εμπορεύματα των καταστημάτων τους, σε τιμές πολύ χαμηλότερες του κόστους αυτών, μετά την αποδοχή και του εναγομένου της εκμίσθωσης του ακινήτου του υπό τους όρους που πρότεινε η υποψήφια μισθώτρια, δέχεται στη συνέχεια, τελείως αντιφατικά, ότι η άρνηση του εναγομένου να προβεί στην υπογραφή του αποσταλέντος σ' αυτόν τελικού σχεδίου του μισθωτηρίου συμφωνητικού, που είχε ως επακόλουθο την ματαίωση κατάρτισης της μισθωτικής συμβάσεως, διότι δεν εκπληρούτο ο κύριος και αποκλειστικός όρος για την κατάρτιση της σύμβασης, η μίσθωση και συνένωση δηλαδή όλων των όμορων καταστημάτων σε ένα ενιαίο, που είχε αποδεχθεί ο εναγόμενος, δεν συνιστά αντίθεση προς τα χρηστά ήθη με πρόκληση αντίστοιχης ζημίας των εναγόντων από ενδεχόμενο δόλο του εξαιτίας της εκποίησης των εμπορευμάτων των επιχειρήσεών τους σε πολύ χαμηλότερες τιμές του κόστους αυτών, στις οποίες προέβησαν ενόψει της ανωτέρω αποδοχής του εναγομένου να εκμισθώσει και το δικό του ακίνητο στην πιο πάνω εταιρία υπό τους όρους που είχε θέσει και του οποίους είχε αποδεχθεί, ενώ παράλληλα δεν ενημέρωσε εγκαίρως τους ενάγοντες ότι άλλαξε θέση από την αρχική του άποψη και δεν προτίθετο στην εκμίσθωση του δικού του ακινήτου, αλλά τους άφηνε να συνεχίζουν την εκποίηση των εμπορευμάτων τους μέχρι και την 11η Φεβρουαρίου 2004, που αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό μισθωτήριο, αν και γνώριζε ότι η συμπεριφορά του αυτή, προκαλεί ζημία στους ενάγοντες.
Επίσης, είναι αντιφατική η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία, ενώ δέχεται ότι κατά την άνω συνάντηση τα διαπραγματευόμενα μέρη συμφώνησαν να παραδοθούν στην υποψήφια μισθώτρια όλα τα όμορα ακίνητα μέχρι 15-2-2004 προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες εργασίες ενοποίησης κλπ,, ώστε το ενιαίο πλέον κατάστημα να λειτουργήσει το Πάσχα του ίδιου έτους, δέχεται ακολούθως, ότι η έναρξη της εκποίησης των εμπορευμάτων των καταστημάτων από τους ενάγοντες, πριν από τα Χριστούγεννα του 2003 ήταν πρόωρη, αφού δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες κατάρτισης της μίσθωσης των καταστημάτων, η δε εκποίηση των εμπορευμάτων δεν οφείλετο σε διαβεβαίωση του εναγομένου, αφού η διαφωνία του έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2004, σε χρόνο δηλαδή που δεν υπήρχε λόγος εκποίησής τους, αφού η κατάρτιση της μίσθωσης είχε ουσιαστικά ματαιωθεί με την άρνηση του εναγομένου να υπογράψει το μισθωτήριο συμφωνητικό, ενώ, ήταν γνωστό και είχε αποδεχθεί και ο ίδιος, την παράδοση των καταστημάτων κενών μέχρι στις 15-2-2004, προκειμένου να αρχίσει η διαδικασία ενοποίησής τους, κάτι που δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, αν δεν άρχιζε η εκποίηση των εμπορευμάτων τουλάχιστον δύο μήνες ενωρίτερα.
Ούτε όμως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη του δόλου του εναγομένου στην πρόκληση της ζημίας των εναγόντων, αφού, για να μην υπάρχει το τελευταίο, έπρεπε να περιληφθούν στις αιτιολογίες του, οι λόγοι για τους οποίους δεν τους ενημέρωσε εγκαίρως ως προς το ότι δεν συναινεί πλέον στην συνένωση των όμορων καταστημάτων τους σε ένα ενιαίο, παρά τα όσα αρχικά είχε αποδεχθεί, και να μην τους αφήνει να εκποιούν αυτά, αφού γνώριζε και είχε αποδεχθεί ότι αναγκαίος όρος για την κατάρτιση της μίσθωσης αποτελούσε η συνένωσή τους, οπότε με την έγκαιρη ενημέρωσή τους, θα σταματούσαν να εκποιούν τα εμπορεύματά τους σε τιμές χαμηλότερες του κόστους αυτών και θα περιοριζόταν έτσι ή ακόμη και δεν θα δημιουργείτο η αντίστοιχη ζημία τους.
Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου, ότι δεν συνιστά αντίθεση προς τα χρηστά ήθη και προς όσα είχαν γίνει δεκτά κατά τις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν, το γεγονός ότι δεν δέχθηκε ο εναγόμενος να υπογράψει το τελικό σχέδιο του μισθωτηρίου που περιείχε αυτόν τον όρο, αλλά η διαφωνία του αυτή συνιστούσε διακριτική του ευχέρεια να αποστεί από τη συνένωση όλων των καταστημάτων σε ένα ενιαίο, προκειμένου να εκμεταλλευτεί το ακίνητό του αυτούσιο, δεν μπορεί να αφορά τους ενάγοντες οι οποίοι δεν αποδίδουν σ' αυτόν ευθύνη κατά τις διαπραγματεύσεις, η οποία συντελέστηκε σε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, καθόσον αυτό συναρτάται μόνο προς την υποψήφια αντισυμβαλλόμενη μισθώτρια εταιρία, όχι δε και με τους ενάγοντες, οι οποίοι του αποδίδουν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, ενόψει των όσων είχε αποδεχθεί κατά το προσυμβατικό στάδιο, στα οποία στήριξαν τις ελπίδες τους και την πιθανότητα για την κατάρτιση της μισθωτικής συμβάσεως, λόγος για τον οποίο προέβαιναν στις ως άνω εκποιήσεις επί ζημία τους, χωρίς να τους ενημερώσει εγκαίρως ότι είχε αποστεί από την αρχική του θέση, η οποία θα είχε ως επακόλουθο τη ματαίωση της σύμβασης, αφήνοντας αυτούς να συνεχίζουν τις εν λόγω εκποιήσεις, αν και γνώριζε ότι αυτό αποβαίνει σε περαιτέρω ζημία τους.
Επομένως, οι πρώτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, δεν παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν προέκυψε ότι είχε ολοκληρωθεί η κατάρτιση της μίσθωσης των επιμέρους ακινήτων, μεταξύ αφενός των διαδίκων και της Μ. Σ. και αφετέρου της υποψήφιας μισθώτριας εταιρίας, αλλ' αντιθέτως εξακολουθούσε να βρίσκεται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, αφού δεν είχαν υπογραφεί τα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, ανεξαρτήτως του ότι ο έγγραφος τύπος εν προκειμένω δεν είναι συστατικός, εφόσον απέμεναν λεπτομέρειες για τις επί μέρους ρυθμίσεις, μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων και ως προς αυτές, τα μέρη είχαν συμφωνήσει να συνταχθεί έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο, μετά τις επί μέρους διορθώσεις και συμφωνίες προς τούτο των συμβαλλομένων μερών και την υπογραφή του από τους τελευταίους, θα θεωρείτο καταρτισθείσα η σύμβαση μισθώσεως, οπότε και θα καθίστατο υπόχρεως ο εναγόμενος να παραδώσει το ακίνητό του στην μισθώτρια εταιρία, ώστε η μη παράδοση αυτού εκ μέρους του τελευταίου, εφόσον ακόμη η σύναψη της μίσθωσης βρισκόταν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, να μη δημιουργεί αξίωση αποζημίωσης προς τους ενάγοντες εις βάρος του εναγομένου για αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, δεδομένου ότι οι επί μέρους καταρτιζόμενες μισθώσεις, θα λειτουργούσαν, ως ένα ενιαίο σύνολο.
Ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης ή όχι της επίμαχης συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ των διαπραγματευόμενων μερών, καθόσον δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία των δηλώσεων βουλήσεως αυτών, αλλ' αντιθέτως δέχθηκε, από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, ότι δεν προκύπτει κατάρτιση τέτοιας σύμβασης μέχρι και τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2004 που εξακολουθούσαν να γίνονται διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων για την κατάρτισή της, ώστε να μην χρειαστεί να προσφύγει στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει τους, πέραν των ερευνηθέντων, υπόλοιπους λόγους της αναίρεσης, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όμως κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την επικουρική βάση της, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκαν σ' αυτούς από πρόθεση του αναιρεσίβλητου κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 46/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ