Supreme Court allows appeal on inadmissibility of claim due to improper amendment of payment recipient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the fifth appeal argument regarding the inadmissibility of the plaintiff's claim. The lower court erroneously accepted a claim to pay the engineer directly instead of the TEE, despite the plaintiff having previously objected to this amendment as inadmissible. The Court ruled that the lower court failed to consider this valid objection and must remand the case for proper examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2 paragraphs 3, 4, 5 of the Law of 30/31 May 1956; Article 1 of Presidential Decree 48/1994: A claim amended to pay the engineer directly instead of the TEE is inadmissible if the amendment was objected to as inadmissible, and the lower court must reject such a claim or remand for proper handling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 764 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 764/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΣΙΣ ΣΥΣΜ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2003 μη οριστική και 325/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8022/2004, 450/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων (ήδη αναιρεσίβλητος) με την από 10-5-2006 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1918/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 450/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5033/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 9510Δ/10-1-11 και 11522Δ/5-12-11 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... και την κάτω από τη δεύτερη από 5-12-11 έγγραφη απόδειξη του αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος Αμπελοκήπων Αθηνών και από την από 6-12-11 έγγραφη βεβαίωση του ίδιου δικαστικού επιμελητή, που έχει προσυπογραφεί από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπαλλήλο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω, νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙI. Από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30.31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του ν. 2726/1953, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του π.δ/τος 48/1994, συνάγεται με σαφήνεια, ότι την αμοιβή του μηχανικού, συμφωνημένη ή νόμιμη (καθοριζόμενη κατά το β.δ.
της 19.21-2-1938 ή το π.δ. 696/1974) για την εκπόνηση μελέτης, δύναται να επιδιώξει δικαστικά, εκτός από τον μηχανικό και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, υποκαθιστάμενο εκ του νόμου στα δικαιώματα του μηχανικού (ΑΠ 2317/2009). Αίτημα όμως της καταψηφιστικής αγωγής είναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος.
Δηλαδή ο δικαιούχος μηχανικός δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την καταβολή του ποσού της αμοιβής του στον ίδιο, αφού το ουσιαστικό αυτό δικαίωμά του δεν περιέχει και την εξουσία απ' ευθείας εισπράξεως της αμοιβής από τον πελάτη του, αλλά μόνο την εξουσία εισπράξεως αυτής δια του ΤΕΕ. Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ), ή, αν δεν συμφωνήθηκε, ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την τελευταία, όπως αυτή καθορίζεται (πριν από την έναρξη της ισχύος - από 3.7.2011 - του άρθρ. 7 παρ. 1 - 5 και 8 του Ν. 3919/2011) από το Π.Δ. 696/74.
Περαιτέρω, δικονομικοί κανόνες, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο (τη διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων.
Κατά συνέπεια, οι κανόνες που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, όπως είναι και η έγερση της αγωγής κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, που μπορεί να αναφέρονται και στο περιεχόμενο αυτής (άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ.), αποτελούν δικονομικούς κανόνες. Εξάλλου, οι πιο πάνω διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 2 του β.δ/τος από 30/31 Μαΐου 1956, με τις οποίες καθορίζονται τα πρόσωπα που δύνανται να επιδιώξουν δικαστικώς την οφειλόμενη στο δικαιούχο μηχανικό αμοιβή και περαιτέρω προσδιορίζουν ότι το αίτημα της σχετικής καταψηφιστικής αγωγής, θα είναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, αποτελούν δικονομικούς και όχι ουσιαστικούς κανόνες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός - μελετητής δημοσίων έργων, με ειδίκευση στα υδραυλικά έργα, κατά της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, στην οποία είχαν ανατεθεί από την εταιρία "Εγνατία Οδός Α.Ε." καθήκοντα συμβούλου για την ολοκλήρωση των μελετών των οδοποιητικών έργων που εκτελούνται στην Δ.
Μακεδονία, την από 27-5-2002 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει (στον ίδιο), το αναφερόμενο στην αγωγή του ποσό, ως υπόλοιπο νόμιμης, προσδιοριζόμενης κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974 όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989, αμοιβής από σύμβαση έργου που καταρτίστηκε μεταξύ τους, για υδραυλικές μελέτες που εκπόνησε και παρέδωσε σ' αυτήν.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, αρχικά την 86/2003, παρεμπίπτουσα απόφαση, με τη οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, με τη σκέψη ότι ο ενάγων είχε μεν διορθώσει το αίτημα της αγωγής του, ζητώντας το αιτούμενο ποσό να καταβληθεί στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, πλην όμως δεν είχε ανακοινώσει τη δίκη σ' αυτό.
Στη συνέχεια (μετά τη νομότυπη κλήτευση του τελευταίου κατ' αρθ. 2.5 ΠΔ 48/1994), το Πρωτοδικείο, με την 325/2003 οριστική απόφασή του, δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή για το ποσό των 49.494,08 ευρώ. Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε αρχικά η 450/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που απέρριψε την αγωγή), η οποία αναιρέθηκε με την 1918/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και έκανε δεκτή εν μέρει την έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το συνολικό ποσό των 37.933,71 €, ποσό το οποίο και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν, οποία δεν συνιστούν οι γενικές ή αιτιολογημένες αρνήσεις του αντιδίκου περί του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου του προς διάγνωση αχθέντος αιτήματος.
Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου αιτήματος της αγωγής, έστω και αν τούτο, νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμον, δεν προτάθηκε από τον αντίδικον του αιτούντος, δεν συνιστά πλημμέλεια εκ της ρηθείσης διατάξεως και δη λήψη υπόψη πράγματος μη προταθέντος, αφού τέτοιος ισχυρισμός, πρόταση δηλαδή του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου του αιτήματος, δεν συνιστά πράγμα υπό την άνω έννοια.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία με τον πρώτο από το άρθ. 559 αριθ. 8 λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της, που πρόβαλε παραδεκτώς τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, κατά τον οποίο οι διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, περί ελαχίστων ορίων αμοιβών μηχανικών για μελέτες κ.λπ.
δεν εφαρμόζονται επί συμβάσεως έργου (προς εκπόνηση μελέτης) όχι μόνο όταν και οι δύο συμβαλλόμενοι είναι "μηχανικοί", αλλά όταν, επιπλέον, "ο δικαιούχος αμοιβής (ενάγων "μηχανικός") είναι ο "βοηθός εκπληρώσεως" και "προστηθείς" του εντολέα του για την εκ μέρους εκείνου, ως "οφειλέτη", παράδοση μελέτης που του είχε αναθέσει τρίτος, ο κύριος του έργου".
Δηλαδή, δεν πρόβαλε γενικώς ότι επί συμβάσεως έργου μεταξύ μηχανικών προς εκπόνηση μελέτης δεν εφαρμόζεται το Π.Δ. 696/1974 (όπως εσφαλμένα υπέλαβε και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό), αλλά ότι δεν εφαρμόζεται μόνο σε όσες τέτοιες συμβάσεις ο εντολέας μηχανικός είναι οφειλέτης μελέτης προς τρίτο, ο δε εντολοδόχος αντισυμβαλλόμενος του μηχανικός είναι "βοηθός εκπληρώσεως" της παροχής του εντολέα του προς τον τρίτο, τον ουσιώδη δε αυτόν ισχυρισμό, που έπληττε, κατά την αναιρεσείουσα, τη θεμελίωση της αγωγής στις διατάξεις του π.δ. 696/1974, το δικάσαν Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε προβάλει, προς απόκρουση της αγωγής, ότι "μεταξύ μηχανικών, που ο ένας (ο ανάδοχος) έχει αναλάβει από τρίτο πρόσωπο την εκπόνηση μελέτης και ο άλλος είναι συνεργάτης του για την εκπόνησή της, είναι έγκυρη η συμφωνία για το ύψος της αμοιβής που θα καταβάλει ο ανάδοχος στο συνεργάτη, έστω και αν είναι μικρότερη από τα ελάχιστα νόμιμα όρια, διότι δεν πρόκειται για συμφωνία "πελάτη" - "μηχανικού", όπως απαιτεί το άρθρο μόνο παρ. 1 και 2 ν.δ. 2726/1953 (και το π.δ. 696/1974), αλλά για συμφωνία μεταξύ μηχανικών για συνεργασία προς εκπόνηση της μελέτης που ανατέθηκε από πελάτη σε έναν από αυτούς ...", ισχυρισμό που πρόβαλε και στο Εφετείο (και όχι ότι η πιο άνω ανάθεση γίνεται με σύμβαση έργου).
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθώς οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αφενός στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφετέρου δεν είναι ουσιώδεις. Ειδικότερα στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η αναφερόμενη στην απόφαση σύμβαση έργου και όχι σύμβαση εντολής, ώστε να υφίσταται σχέση εντολέως και εντολοδόχου, ή απλή ανάθεση εκπόνησης μελέτης σε συνεργάτη, ούτε βεβαίως δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν "βοηθός εκπληρώσεως".
Δεν είναι δε ουσιώδεις διότι αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (και συνεπώς δεν αποτελεί πράγμα με την πιο πάνω έννοια), αφού δι' αυτών ουσιαστικώς προβάλλεται ότι δεν καταρτίστηκε η σύμβαση έργου όπως την δέχθηκε ότι αποδείχθηκε το Δικαστήριο, αλλά σύμβαση με το εκτιθέμενο από την αναιρεσείουσα περιεχόμενο, για την οποία βεβαίως δεν ισχύουν οι περί αμοιβής διατάξεις του εν λόγω Π.Δ/τος.
Ανεξαρτήτως δε τούτων το Εφετείο απάντησε στους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε, κατ' ουσίαν και όχι ως μη νόμιμους.
Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1, άλλως 19 ΚΠολΔ, (επικουρικώς προβαλλόμενος ως προς τον πρώτο λόγο), με την αιτίαση ότι "σε περίπτωση που κριθεί ότι ο αναφερόμενος στον 1° λόγο αναίρεσης ισχυρισμός μας ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο και απερρίφθη ως μη νόμιμος στο σύνολό του, ως προεβλήθη με τα άνω διαδικαστικά έγγραφα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κωδ.Πολ.Δικ., διότι η απόρριψη του ισχυρισμού μας ως μη νόμιμου ήταν εσφαλμένη", στηρίζεται, επίσης, σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Το Εφετείο δεν ερεύνησε ούτε απέρριψε ισχυρισμό με το πιο πάνω περιεχόμενο, αφού δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά κατά τα οποία η μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν άλλη από εκείνη της σύμβασης έργου και ειδικότερα εκείνη που περιγράφει η αναιρεσείουσα, ώστε να ερευνήσει αν στη σχέση αυτή έχουν ή όχι εφαρμογή οι διατάξεις του Π.Δ. 696/1974.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθ. 340 παρ. 1, 2, 3 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ - ΦΕΚ Δ' 580 27.7.1999 - άρθρο 59 ν.δ. 17.7/16.8.1923, άρθρο μόνο ν.δ. 2726/1953, άρθρο 16 ν. 1349/1983, άρθρο 3 παρ. 11 ν. 2242/1994, άρθρο 15 παρ.3 ν. 2308/1995) ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με π. δ/τα που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, ρυθμίζονται τα ελάχιστα όρια της πληρωτέας για κάθε περίπτωση από τους εργοδότες αμοιβής στους διπλωματούχους ανώτατων σχολών μηχανικούς γενικά και αρχιτέκτονες, μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καθώς και σε αυτούς που ασκούν τα επαγγέλματα αυτά, βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, εν όλω ή εν μέρει, που εκπονούν μελέτες οποιωνδήποτε έργων και σε αυτούς που αναλαμβάνουν την εφαρμογή των μελετών και την επίβλεψη της εκτέλεσης των έργων αυτών.
Μεταξύ των έργων αυτών συμπεριλαμβάνονται και όλα τα προβλεπόμενα από το παρόν κωδικοποιητικό διάταγμα, σε αυτά περιλαμβάνονται επίσης οι τοπογραφικές και οι κτηματογραφικές εργασίες, που αναφέρονται στο άρθρο 349, καθώς και οι χωροταξικές, ρυθμιστικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές μελέτες. 2. Ο παραπάνω κανονισμός των αμοιβών αναφέρεται στη μελέτη, επίβλεψη, εποπτεία ή έλεγχο και παραλαβή κάθε είδους έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και σε κάθε είδους τεχνικές γενικά εργασίες και υπηρεσίες, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνες κ.λπ.
ή αμοιβές που καταβάλλονται σ` αυτούς που μετέχουν σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και στους κριτές αυτών. 3. Τα παραπάνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν την κατώτερη υποχρεωτική διατίμηση για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη". Από τις πιο πάνω διατάξεις και ιδιαίτερα από την αδιάστικτη διατύπωση αυτών, προκύπτει η παρεχόμενη από αυτές νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση των ελαχίστων ορίων της αμοιβής των μηχανικών και των λοιπών ειδικοτήτων, που με τις διατάξεις αυτές προσδιορίζονται, αφορούν όλες τις συμβάσεις με τις οποίες ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, η οποία φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση, έναντι του εργοδότη, να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ).
Είναι δε αδιάφορο αν ο εργοδότης είναι ο ίδιος μηχανικός ή κατασκευαστική ή άλλη εταιρεία, που έχει αναλάβει την ευθύνη, δυνάμει άλλης σύμβασης έργου, έναντι της εποπτεύουσας πολιτείας την ευθύνη της μελέτης και του έργου. Αρκεί βεβαίως η ανάθεση και η εκτέλεση του έργου από τον μηχανικό, να έχει γίνει με σύμβαση έργου και όχι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στον αυτό (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις της αναιρεσείουσας εταιρείας, με την αναπτυσσόμενη εκτενώς επιχειρηματολογία, κατά την οποία "από τις διατάξεις του Ν.Δ. 17.7/16.8.1923 και ιδίως από τα άρθρα 53, 56 § 2, 57-5, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, όπως έχουν κωδικοποιηθεί ως άνω στον ΚΒΠΝ, καθώς και από τις ειδικές διατάξεις περί της εξωσυμβατικής ευθύνης των αναλαμβανόντων την εκπόνηση μελέτης προκύπτει, ότι η αμοιβή μελέτης, στην οποία αναφέρουν ως "κατώτατη διατίμηση" το άνω άρθρο 59, το άρθρο μόνο § 1 του Ν.Δ. 2726/1953 και το κατ' εξουσιοδότηση αυτών π.δ. 696/1974, είναι η αμοιβή που είναι αντικείμενο (στοιχείο) της έννομης σχέσης μεταξύ του εργοδότη - κυρίου του έργου και του αντισυμβαλλομένου του μηχανικού που αναλαμβάνει έναντι αυτού και της εποπτεύουσας πολιτείας (κοινωνικού συνόλου) την ευθύνη της μελέτης ...", αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση των μηχανικών που ο ανάδοχος του κυρίου έργου που ενδεχομένως θα χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση της παροχής του προς τον εργοδότη του, είναι αβάσιμες.
Το αβάσιμο των ισχυρισμών αυτών προκύπτει και από το ότι στην πιο πάνω διάταξη του άρ. 340, αναφέρεται ότι "μεταξύ των έργων αυτών συμπεριλαμβάνονται και όλα τα προβλεπόμενα από το παρόν κωδικοποιητικό διάταγμα...", αναφορά η οποία έχει τη σαφή έννοια ότι στη ρύθμιση περί ελαχίστων ορίων αμοιβής υπάγεται οποιαδήποτε ανάθεση και εκτέλεση έργου από μηχανικό και όχι μόνο εκείνων που προβλέπονται στο ΚΒΠΝ.
Συνεπώς, το Εφετείο με το να δεχθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι οι διατάξεις του π.δ. 696/1974 περί ελαχίστων ορίων αμοιβών εφαρμόζονται και επί των μηχανικών που χρησιμοποιούν οι συμβασιούχοι ανάδοχοι μελετών δημοσίων έργων, αναθέτοντας σ' αυτούς με σύμβαση έργου (και όχι με σύμβαση εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών) τη μελέτη ή και την εκτέλεση μέρους του έργου, προκειμένου να εκπληρώσουν τις δικές τους συμβατικές τους υποχρεώσεις, σε ουδεμία άμεση ή έμμεση παραβίαση των αναφερομένων διατάξεων του ΚΒΠΝ, προέβη και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ μέρος του, προβάλει τις αιτιάσεις ότι, όπως είχε παραδεκτώς προτείνει, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και τους εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, κατά τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις του Ν.Δ. 2726/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του άρθρου 59 του από 17.7/16.8.1923 Ν.Δ., του άρ. 1, 2 παρ. 3, 4, 5 του Β.Δ. της 30/31 Μαΐου 1956, όπως διατάξεις του αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του π.δ. 48/1994, η αγωγή με το πιο πάνω αίτημά της να καταβληθεί η αξιούμενη αμοιβή απ' ευθείας στον ίδιο τον ενάγοντα αντί του Τ.Ε.Ε., ήταν απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, εκδίκασε την αγωγή, ως είχε εξ αρχής, δηλαδή με το αίτημα να καταβληθεί η αξιούμενη αμοιβή στον ενάγοντα, χωρίς να ληφθεί υπόψη - και ορθώς - η δια της από 22.11.2002 προσθήκης - αντίκρουσης τροποποίηση του αιτήματος της αγωγής από τον ενάγοντα προφανώς ως γενόμενη απαραδέκτως. Με το αίτημα όμως αυτό, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν νόμιμη ή αγωγή, και το Εφετείο έπρεπε να την απορρίψει για τον λόγο αυτό. Αντιθέτως δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη αναιρεσείουσα να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό αμοιβής στον ίδιο τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο.
VI. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την παραδοχή, ως βασίμου, του πέμπτου, επικουρικώς προβαλλόμενου, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού παρέλκει η εξέταση του ίδιου λόγου, κατά τα λοιπά μέρη του (από το άρθρο 559 αρ. 9 και 17 ΚΠολΔ), καθώς και των των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/12), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά εξόδα της αναιρεσείουσας εταιρείας (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5033/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ